Το ερώτημα αν το Σύνταγμα εγγυάται ένα κατώτατο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης βρίσκεται στον πυρήνα του κοινωνικού κράτους δικαίου. Αφορά στο θεμελιώδες όριο κάτω από το οποίο μια δημοκρατική πολιτεία παύει να αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως πρόσωπο και αρχίζει να τον αφήνει εκτεθειμένο σε συνθήκες κοινωνικής εγκατάλειψης. Είναι το ελάχιστο θεσμικό αντίκρισμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας σε μια οργανωμένη συνταγματική τάξη. Ένα Σύνταγμα που προστατεύει την ανθρώπινη αξία, την ισότητα και το κοινωνικό κράτος δικαίου δεν μπορεί να είναι αδιάφορο απέναντι στην πλήρη υλική αποστέρηση, στην αδυναμία πρόσβασης σε βασική υγειονομική φροντίδα, στην έλλειψη στοιχειώδους πρόνοιας ή στην κοινωνική περιθωριοποίηση.
Η έννοια του ελάχιστου κοινωνικού πυρήνα δεν σημαίνει ότι το Σύνταγμα κατοχυρώνει ένα πλήρες απαιτητό σύστημα κοινωνικών παροχών. Δεν σημαίνει ότι κάθε πολίτης μπορεί να ζητήσει από τον δικαστή να καθορίσει το ιδανικό ύψος εισοδήματος, σύνταξης, επιδόματος ή δημόσιας υπηρεσίας. Δεν σημαίνει ότι η δημοσιονομική δυνατότητα του κράτους είναι αδιάφορη. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει ένα κατώτατο όριο προστασίας που ο νομοθέτης δεν μπορεί να αγνοήσει, να διαλύσει ή να αφήσει απροσδιόριστο χωρίς συνταγματικό κόστος. Η πολιτεία μπορεί να επιλέξει διαφορετικά μοντέλα κοινωνικής προστασίας. Μπορεί να μεταρρυθμίσει, να εξορθολογίσει, να αναπροσαρμόσει και, υπό προϋποθέσεις, να περιορίσει παροχές. Δεν μπορεί όμως να οργανώσει ή να ανεχθεί κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος στερείται τα στοιχειώδη μέσα αξιοπρεπούς ύπαρξης.
Η δογματική θεμελίωση του ελάχιστου κοινωνικού πυρήνα προκύπτει από τη συστηματική συνάντηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ισότητας, του κοινωνικού κράτους δικαίου και των ειδικών κοινωνικών δικαιωμάτων. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια λειτουργεί ως απαγόρευση υποβιβασμού του ανθρώπου σε αντικείμενο εγκατάλειψης ή απλής διαχείρισης. Η ισότητα απαιτεί να μην μετατρέπεται η κοινωνική αδυναμία σε μόνιμο αποκλεισμό από την πραγματική άσκηση δικαιωμάτων. Το κοινωνικό κράτος δικαίου επιβάλλει στο κράτος θετική ευθύνη οργάνωσης βασικών μηχανισμών προστασίας. Τα ειδικά κοινωνικά δικαιώματα εξειδικεύουν αυτή την ευθύνη σε πεδία όπως η υγεία, η κοινωνική ασφάλιση, η προστασία της οικογένειας, της παιδικής ηλικίας, της αναπηρίας, της εργασίας και της πρόνοιας. Από αυτή τη συνταγματική σύνθεση προκύπτει ότι η αξιοπρεπής διαβίωση δεν είναι απλή πολιτική επιδίωξη. Είναι ελάχιστη απαίτηση συμβατή με την ίδια την ιδέα του κοινωνικού Συντάγματος.
Η αξιοπρεπής διαβίωση δεν μπορεί να ταυτισθεί με τη γυμνή φυσική επιβίωση. Αν το ελάχιστο όριο προστασίας οριστεί τόσο χαμηλά ώστε να σημαίνει απλώς αποτροπή του θανάτου, της πείνας ή της απόλυτης εξαθλίωσης, τότε η έννοια της αξιοπρέπειας κενώνεται. Η αξιοπρέπεια αφορά τη δυνατότητα του ανθρώπου να υπάρχει ως μέλος της κοινωνίας, όχι μόνο ως βιολογικό ον. Περιλαμβάνει την πρόσβαση σε στοιχειώδη διατροφή, στέγη ή προστασία από ακραίες συνθήκες στέρησης, βασική υγειονομική φροντίδα, ελάχιστη εισοδηματική ή προνοιακή υποστήριξη σε κατάσταση ανάγκης, δυνατότητα διοικητικής και δικαστικής πρόσβασης, και προστασία από κοινωνικό αποκλεισμό που καταστρέφει την πραγματική ιδιότητα του πολίτη. Το ελάχιστο δεν είναι πολυτελές. Αλλά δεν είναι και απλώς βιολογικό. Είναι κοινωνικά αξιοπρεπές.
Η ελάχιστη κοινωνική προστασία έχει ιδιαίτερη σημασία για τις ευάλωτες ομάδες. Ένα Σύνταγμα που αναγνωρίζει κοινωνική προστασία δεν μπορεί να αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο εκείνον που έχει πραγματική δυνατότητα αυτοσυντήρησης και εκείνον που βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία. Η παιδική ηλικία, η αναπηρία, η σοβαρή ασθένεια, η τρίτη ηλικία, η ανεργία χωρίς εισόδημα, η αστεγία, η ακραία φτώχεια και η εξάρτηση από δημόσιες υπηρεσίες πρόνοιας δημιουργούν αυξημένη συνταγματική ευθύνη. Εδώ η κοινωνική προστασία αποκτά μεγαλύτερη κανονιστική πυκνότητα, διότι η κρατική αδράνεια δεν έχει απλώς οικονομικό αποτέλεσμα. Οδηγεί σε απώλεια κοινωνικής παρουσίας, σε αδυναμία άσκησης δικαιωμάτων, σε εξάρτηση, σε αποκλεισμό, σε πρακτική αορατότητα. Η ουσία του κοινωνικού κράτους δικαίου δοκιμάζεται κυρίως εκεί όπου ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπερασπιστεί μόνος του τη θέση του.
Η δημοσιονομική διάσταση είναι αναπόφευκτη αλλά όχι απόλυτη. Καμία σοβαρή συνταγματική θεωρία δεν μπορεί να αγνοήσει ότι οι κοινωνικές παροχές χρειάζονται πόρους. Το κράτος δεν μπορεί να υποσχεθεί τα πάντα χωρίς οικονομική βάση. Όμως η επίκληση των δημοσιονομικών περιορισμών δεν μπορεί να λειτουργεί ως γενική ρήτρα αποδέσμευσης από τον κοινωνικό πυρήνα. Η δημοσιονομική πολιτική έχει συνταγματική σημασία, αλλά δεν είναι υπέρτατη αξία που απορροφά όλες τις άλλες. Ο προϋπολογισμός πρέπει να σταθμίζει ανάγκες, όχι να εξαφανίζει δικαιώματα. Η κοινωνική προστασία μπορεί να περιοριστεί, να αναδιαρθρωθεί, να στοχευθεί ή να εξορθολογιστεί. Δεν μπορεί όμως να υποχωρήσει κάτω από το επίπεδο στο οποίο η ανθρώπινη αξιοπρέπεια μετατρέπεται σε ρητορική χωρίς υλικό περιεχόμενο.
Η εμπειρία της οικονομικής κρίσης κατέστησε αυτό το πρόβλημα απολύτως συγκεκριμένο. Οι διαδοχικές περικοπές εισοδημάτων και κοινωνικών παροχών ανέδειξαν ότι ο συνταγματικός έλεγχος δεν μπορεί να εστιάζει μόνο σε κάθε μέτρο μεμονωμένα. Πρέπει να εξετάζει και το σωρευτικό αποτέλεσμα. Ένα μέτρο μπορεί να φαίνεται ανεκτό αν εξεταστεί απομονωμένα, αλλά να γίνεται δυσανάλογο όταν προστίθεται σε προηγούμενες περικοπές, φορολογικές επιβαρύνσεις, αύξηση κόστους ζωής και επιδείνωση πρόσβασης σε δημόσιες υπηρεσίες. Η αξιοπρεπής διαβίωση κρίνεται στο συνολικό βιοτικό αποτέλεσμα, όχι μόνο στη νομική μορφή κάθε επιμέρους ρύθμισης. Γι’ αυτό ο ελάχιστος κοινωνικός πυρήνας απαιτεί έλεγχο πραγματικών συνεπειών και όχι μόνο τυπικής νομιμότητας.
Ο δικαστικός έλεγχος του ελάχιστου πυρήνα πρέπει να είναι αυστηρός ως προς τα όρια, αλλά προσεκτικός ως προς την υποκατάσταση. Ο δικαστής δεν πρέπει να μετατρέπεται σε κοινωνικό νομοθέτη. Δεν έχει τη δημοκρατική νομιμοποίηση ούτε την τεχνική αρμοδιότητα να σχεδιάζει συνολικά το σύστημα παροχών. Έχει όμως την ευθύνη να ελέγχει αν ο νομοθέτης έχει σεβαστεί το κατώτατο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης, αν έχει λάβει υπόψη τις πραγματικές συνέπειες των μέτρων, αν έχει προστατεύσει επαρκώς τους πιο ευάλωτους, αν έχει αποφύγει προδήλως άνισες ή δυσανάλογες επιβαρύνσεις και αν έχει αιτιολογήσει σοβαρά τις επιλογές του. Ο έλεγχος αυτός δεν καταργεί τη δημοκρατική πολιτική. Την υποχρεώνει να παραμένει συνταγματικά υπεύθυνη.
Η ελάχιστη κοινωνική προστασία δεν είναι μόνο ζήτημα παροχών αλλά και ζήτημα θεσμικής πρόσβασης. Ένας πολίτης μπορεί να έχει θεωρητικά δικαίωμα σε επίδομα, περίθαλψη ή κοινωνική υπηρεσία, αλλά να αποκλείεται στην πράξη λόγω γραφειοκρατίας, καθυστέρησης, αδιαφάνειας, αδυναμίας μετακίνησης, ψηφιακού αποκλεισμού ή διοικητικής αδιαφορίας. Στην περίπτωση αυτή, το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη νομικής κατοχύρωσης αλλά η αποτυχία πρόσβασης. Η αξιοπρεπής διαβίωση απαιτεί όχι μόνο αναγνώριση παροχών αλλά και πραγματική δυνατότητα λήψης τους. Το κοινωνικό κράτος δικαίου δεν κρίνεται μόνο από το τι γράφει ο νόμος, αλλά από το αν ο άνθρωπος που βρίσκεται σε ανάγκη μπορεί πράγματι να φτάσει μέχρι την προστασία που ο νόμος υπόσχεται.
Η συνταγματική σημασία του ελάχιστου πυρήνα είναι επίσης βαθιά δημοκρατική. Η ακραία κοινωνική αποστέρηση δεν είναι μόνο κοινωνική αδικία. Είναι αποδυνάμωση της ιδιότητας του πολίτη. Ο άνθρωπος που στερείται τα στοιχειώδη δεν συμμετέχει ισότιμα στη δημοκρατία. Δεν έχει την ίδια δυνατότητα ενημέρωσης, διεκδίκησης, δικαστικής προσφυγής, πολιτικής παρουσίας, κοινωνικής κινητικότητας ή προσωπικού σχεδιασμού. Η κοινωνική προστασία επομένως δεν είναι εξωτερικό συμπλήρωμα της δημοκρατίας. Είναι προϋπόθεση ουσιαστικής συμμετοχής. Η τυπική πολιτική ισότητα χάνει βάθος όταν συνυπάρχει με συνθήκες υλικής εγκατάλειψης που καθιστούν την ελευθερία πρακτικά ανεφάρμοστη.
Η αναγνώριση ελάχιστου κοινωνικού πυρήνα έχει και σημαντική ερμηνευτική λειτουργία. Καθοδηγεί τον νομοθέτη όταν θεσπίζει κοινωνικά μέτρα, τη διοίκηση όταν εφαρμόζει προνοιακές πολιτικές και τον δικαστή όταν σταθμίζει περιορισμούς. Λειτουργεί ως υπόμνηση ότι η κοινωνική πολιτική δεν είναι απλώς τεχνική κατανομή πόρων, αλλά πεδίο συνταγματικής ευθύνης. Επηρεάζει την ερμηνεία της ισότητας, της αναλογικότητας, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, της ανθρώπινης αξίας και των ειδικών κοινωνικών διατάξεων. Ακόμη και όταν δεν παράγει άμεση αξίωση συγκεκριμένου ποσού, παράγει υποχρέωση διατήρησης ενός πλέγματος προστασίας συμβατού με την αξιοπρέπεια.
Το συμπέρασμα είναι ότι το Σύνταγμα εγγυάται ελάχιστη κοινωνική προστασία ως συνταγματικό πυρήνα αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η εγγύηση αυτή δεν είναι πλήρης ταύτιση του Συντάγματος με ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πρόγραμμα. Είναι όμως σαφές όριο απέναντι στην εγκατάλειψη, στην ακραία αποστέρηση και στη δημοσιονομική απορρύθμιση της κοινωνικής προστασίας. Ο νομοθέτης διατηρεί ευρύ χώρο επιλογής. Η διοίκηση διαθέτει περιθώριο οργάνωσης. Ο προϋπολογισμός θέτει πραγματικούς περιορισμούς. Όμως κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν μπορεί να οδηγήσει σε άρνηση του ελάχιστου όρου αξιοπρεπούς ζωής.
Το βαθύτερο νόημα της ελάχιστης κοινωνικής προστασίας είναι ότι το κοινωνικό κράτος δικαίου δεν μετριέται στις γενικές του διακηρύξεις, αλλά στο σημείο όπου συναντά τον πιο αδύναμο πολίτη. Εκεί αποκαλύπτεται αν η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι πραγματική συνταγματική αρχή ή απλή ρητορική. Εκεί φαίνεται αν η ισότητα έχει κοινωνική ουσία ή περιορίζεται σε τυπική διατύπωση. Εκεί δοκιμάζεται αν η δημοκρατία αντιλαμβάνεται τον πολίτη μόνο ως ψηφοφόρο ή και ως άνθρωπο που δικαιούται τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις μιας ζωής με αξιοπρέπεια.
Πρόσφατα σχόλια