Για δεκαετίες, η Ελλάδα βρισκόταν μεταξύ των κρατών που διατηρούσαν υψηλές αμυντικές δαπάνες όχι επειδή επιδίωκαν αφηρημένη στρατιωτική προβολή ισχύος, αλλά επειδή η τουρκική επιθετικότητα και η ασταθής περιφέρεια της Ανατολικής Μεσογείου καθιστούσαν την άμυνα προϋπόθεση κυριαρχίας. Η μετάβαση του ΝΑΤΟ από το παλαιό 2% στο νέο σύνθετο 5% μεταβάλλει το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαβάζεται η ελληνική αμυντική προσπάθεια. Αυτό που παλαιότερα μπορούσε να εμφανίζεται ως εθνική ιδιορρυθμία ή ως αποτέλεσμα μιας στενής ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, σήμερα μπορεί να παρουσιαστεί ως πρόωρη προσαρμογή της Ελλάδας στη νέα ευρωπαϊκή κανονικότητα της ασφάλειας: στην εποχή όπου η αποτροπή δεν είναι λογιστική κατηγορία, αλλά συνολική κρατική ικανότητα.

Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι να μη θεωρήσει η Ελλάδα ότι η υψηλή αμυντική δαπάνη αρκεί από μόνη της. Καίριας σημασίας είναι η μετατροπή της δαπάνης σε πραγματική συμμαχική ισχύ.  Η Ελλάδα οφείλει, επομένως, να περάσει από τη λογική της ποσοτικής αμυντικής επιβάρυνσης στη λογική της ποιοτικής αποτρεπτικής απόδοσης. Το κεντρικό ερώτημα δεν είναι απλώς αν η χώρα αγοράζει αρκετά συστήματα, αλλά αν διαθέτει ολοκληρωμένο δόγμα χρήσης, υποστήριξης, συντήρησης, αναπλήρωσης, διασποράς, διαλειτουργικότητας και εγχώριας συμμετοχής. Μια αμυντική δαπάνη που δεν δημιουργεί ανθεκτική ισχύ μπορεί να παράγει εντυπωσιακούς αριθμούς χωρίς στρατηγικό αποτέλεσμα. Αντίθετα, μια δαπάνη που συνδέεται με σχέδιο, βιομηχανία, υποδομές και επιχειρησιακή σαφήνεια μπορεί να μετατρέψει μια μεσαία χώρα σε κρίσιμο πάροχο ασφάλειας.

Η Ελλάδα έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: η δική της αμυντική κουλτούρα δεν χρειάζεται να επινοήσει τώρα την έννοια της απειλής.  Η εγγύτητα με την Τουρκία, δημιουργεί την ανάγκη επιχειρησιακής ετοιμότητας. Μπορεί να υποστηρίξει πειστικά ότι  ζητά από τους Συμμάχους να αναγνωρίσουν μια πραγματικότητα που αφορά τη συνολική νοτιοανατολική πτέρυγα.

Το πρώτο επίπεδο αυτής της στρατηγικής είναι η παρουσίαση της Ελλάδας ως παρόχου ασφάλειας. Η χώρα δεν πρέπει να εμφανίζεται στο ΝΑΤΟ ως κράτος που απλώς ζητά προστασία λόγω της τουρκικής πίεσης.  Η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη, η Λάρισα, η Ανδραβίδα, η Θεσσαλονίκη, τα λιμάνια της Βόρειας Ελλάδας, οι αεροπορικές υποδομές, τα ναυτικά σημεία στήριξης και η σύνδεση Βαλκανίων, Μαύρης Θάλασσας και Ανατολικής Μεσογείου είναι στοιχεία μιας ευρύτερης γεωστρατηγικής αρχιτεκτονικής. Η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος στρατιωτικής κινητικότητας, επιτήρησης, ανεφοδιασμού, φιλοξενίας ασκήσεων, ενεργειακής ασφάλειας και προβολής σταθερότητας. Αν αυτή η γεωγραφία παρουσιαστεί σωστά, η ελληνική ασφάλεια παύει να φαίνεται ως εθνική υπόθεση και γίνεται μέρος της συμμαχικής λειτουργικότητας.

Η Αλεξανδρούπολη έχει ιδιαίτερη σημασία σε αυτή τη νέα γεωγραφική ανάγνωση. Δεν είναι απλώς ένα λιμάνι της Θράκης ούτε απλώς ελληνική περιφερειακή υποδομή. Είναι κόμβος που συνδέει τη βόρεια Ελλάδα με τα Βαλκάνια, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, τη Μαύρη Θάλασσα και την ανατολική πτέρυγα. Σε ένα ΝΑΤΟ που δίνει πλέον τεράστια σημασία στη στρατιωτική κινητικότητα, στους σιδηροδρόμους, στα λιμάνια, στις γέφυρες, στα δίκτυα και στην ταχεία μεταφορά δυνάμεων, η ελληνική γεωγραφία αποκτά πρακτική στρατηγική αξία. Η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει σε αυτή την ιδέα όχι μόνο ως μέσο αμερικανικής ή νατοϊκής παρουσίας, αλλά ως μέρος μιας ελληνικής στρατηγικής αναβάθμισης. Όσο περισσότερο η Συμμαχία εξαρτάται από ελληνικές υποδομές για τη λειτουργία της νοτιοανατολικής πτέρυγας, τόσο περισσότερο η ασφάλεια της Ελλάδας ενσωματώνεται στην ασφάλεια της Συμμαχίας.

Το δεύτερο επίπεδο είναι η επιχειρησιακή ποιότητα της αποτροπής. Η Ελλάδα δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε ακριβά προηγμένα συστήματα, όσο αναγκαία κι αν είναι αυτά. Η εμπειρία της Ουκρανίας απέδειξε ότι ο σύγχρονος πόλεμος απαιτεί συνδυασμό υψηλής τεχνολογίας και μαζικής αντοχής. Αεράμυνα, αντι-drone δυνατότητες, ηλεκτρονικός πόλεμος, ανθεκτικά δίκτυα επικοινωνιών, μη επανδρωμένα συστήματα, ταχεία επισκευή, διασπορά δυνάμεων, αποθέματα πυρομαχικών, ασφαλείς βάσεις, προστασία ενεργειακών υποδομών και εναλλακτικές γραμμές ανεφοδιασμού είναι πλέον εξίσου κρίσιμα με τις μεγάλες πλατφόρμες. Η Ελλάδα πρέπει να αποφύγει την παγίδα μιας αποτροπής βιτρίνας, η οποία στηρίζεται μόνο σε σύγχρονα αεροσκάφη ή πλοία αλλά δεν διαθέτει επαρκές βάθος υποστήριξης. 

Το τρίτο επίπεδο είναι η σύνδεση της αμυντικής προσπάθειας με την εγχώρια παραγωγή. Το νέο ΝΑΤΟ του 5% δεν ενδιαφέρεται μόνο για το ύψος των δαπανών, αλλά για την παραγωγική βάση που μπορεί να στηρίξει μακροχρόνια αποτροπή. Η Ελλάδα δεν πρέπει να αρκεστεί στον ρόλο του συνεπούς αγοραστή ξένων συστημάτων. Πρέπει να αναπτύξει ρόλο συντηρητή, συμπαραγωγού, αναβαθμιστή και καινοτόμου σε συγκεκριμένες νησίδες τεχνολογικής και βιομηχανικής ειδίκευσης. Ναυπηγεία, ηλεκτρονικά, αισθητήρες, drones, αντι-drone λύσεις, κυβερνοάμυνα, πυρομαχικά, συστήματα επιτήρησης, λογισμικό διοίκησης, τεχνική υποστήριξη συμμαχικών μέσων και διπλής χρήσης υποδομές μπορούν να δημιουργήσουν ελληνική προστιθέμενη αξία. Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ σε όλο το φάσμα. Μπορεί όμως να επιλέξει στοχευμένα πεδία όπου η γεωγραφία, οι ανάγκες της και το ανθρώπινο κεφάλαιό της παράγουν συγκριτικό πλεονέκτημα.

Η αμυντική βιομηχανία είναι κρίσιμη και για έναν δεύτερο λόγο: συνδέει την αποτροπή με την κοινωνική νομιμοποίηση. Οι πολίτες αποδέχονται ευκολότερα υψηλές αμυντικές δαπάνες όταν βλέπουν ότι αυτές δεν εξαφανίζονται απλώς σε εισαγωγές, αλλά δημιουργούν εργασία, τεχνογνωσία, βιομηχανική βάση, πανεπιστημιακές συνέργειες, περιφερειακή ανάπτυξη και εθνική αυτονομία υποστήριξης. Για μια χώρα που βγήκε από μακρά οικονομική κρίση, η άμυνα δεν μπορεί να εμφανίζεται ως μαύρη τρύπα δημόσιου χρήματος. Πρέπει να εμφανίζεται ως πειθαρχημένη επένδυση στην κυριαρχία, στην ασφάλεια και στην παραγωγική αναβάθμιση. Αυτό απαιτεί διαφάνεια, προγραμματισμό, κοινοβουλευτικό έλεγχο, αξιολόγηση κόστους-οφέλους, περιορισμό πελατειακών λογικών και σύνδεση προμηθειών με εγχώρια συμμετοχή όπου αυτό είναι πραγματικά εφικτό και όχι προσχηματικό.

Το τέταρτο επίπεδο είναι η συμμαχική διαλειτουργικότητα χωρίς απώλεια εθνικής αυτονομίας. Η Ελλάδα πρέπει να είναι απολύτως διαλειτουργική με το ΝΑΤΟ, αλλά δεν πρέπει να μετατρέψει τη διαλειτουργικότητα σε στρατηγική εξάρτηση. Η διαλειτουργικότητα σημαίνει κοινή επιχειρησιακή γλώσσα, κοινές διαδικασίες, κοινές ασκήσεις, συμβατότητα συστημάτων και δυνατότητα ένταξης σε συμμαχικές επιχειρήσεις. Η αυτονομία σημαίνει ότι η Ελλάδα μπορεί να δράσει εθνικά όταν η Συμμαχία διστάζει, αργεί ή επιλέγει ουδετερότητα σε κρίση μεταξύ μελών. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τα ελληνοτουρκικά. Το ΝΑΤΟ είναι κρίσιμο πλαίσιο, αλλά δεν είναι μηχανισμός αυτόματης επίλυσης διαφορών μεταξύ Συμμάχων. Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιεί τη Συμμαχία ως πολλαπλασιαστή, όχι ως υποκατάστατο της δικής της αποτρεπτικής ικανότητας. 

Το πέμπτο επίπεδο είναι η ένταξη του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου στη συμμαχική αντίληψη ασφάλειας. Η Ελλάδα δεν πρέπει να επιτρέπει να εμφανίζεται το Αιγαίο ως απλή γεωγραφία διμερών εντάσεων. Το Αιγαίο είναι θαλάσσιος, αεροπορικός, ενεργειακός και επικοινωνιακός χώρος υψηλής στρατηγικής πυκνότητας. Η Ανατολική Μεσόγειος συνδέεται με ενεργειακές ροές, υποθαλάσσια καλώδια, θαλάσσιες οδούς, μεταναστευτικές πιέσεις, περιφερειακές κρίσεις, Κύπρο, Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή. Αν το ΝΑΤΟ ενδιαφέρεται για ανθεκτικότητα, κρίσιμες υποδομές και νότια πτέρυγα, τότε η ελληνική γεωγραφία δεν μπορεί να είναι δευτερεύουσα. Η Ελλάδα πρέπει να επιμείνει ότι η ασφάλεια της Συμμαχίας δεν εξαντλείται στη Βαλτική, στην Πολωνία ή στη Μαύρη Θάλασσα. Η νοτιοανατολική πτέρυγα είναι επίσης χώρος όπου δοκιμάζεται η συνοχή, η ετοιμότητα και η αξιοπιστία της αποτροπής.

Το έκτο επίπεδο είναι η σύνδεση της αποτροπής με το διεθνές δίκαιο. Η Ελλάδα δεν πρέπει να εμφανίζεται ως χώρα που εξοπλίζεται επειδή θέλει να επιβάλει ισχύ. Πρέπει να εμφανίζεται ως χώρα που εξοπλίζεται για να αποτρέψει τον καταναγκασμό, να προστατεύσει νόμιμα δικαιώματα και να διατηρήσει την ειρήνη. Αυτή η διάκριση είναι στρατηγικά πολύτιμη. Η ελληνική αποτροπή έχει ισχυρότερη νομιμοποίηση όταν παρουσιάζεται ως υλική εγγύηση της διεθνούς νομιμότητας. Η Ελλάδα δεν ζητά στρατιωτικοποίηση των διαφορών. Ζητά να μην επιβραβεύεται η απειλή. Δεν ζητά αναθεώρηση συνόρων ή ζωνών. Ζητά να επιλυθούν οι διαφορές σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Δεν προβάλλει ισχύ για να δημιουργήσει τετελεσμένα. Τη διατηρεί για να μην της επιβληθούν τετελεσμένα. Αυτή η ηθικοπολιτική διαφορά πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα της ελληνικής παρουσίας στο νέο ΝΑΤΟ.

Το έβδομο επίπεδο είναι η σχέση άμυνας και κοινωνικής ανθεκτικότητας. Η λογική του 5% περιλαμβάνει όχι μόνο στενή στρατιωτική δαπάνη, αλλά και υποδομές, δίκτυα, πολιτική ετοιμότητα, καινοτομία και ανθεκτικότητα. Για την Ελλάδα αυτό έχει άμεση αξία. Η χώρα χρειάζεται προστασία ενεργειακών εγκαταστάσεων, λιμένων, τηλεπικοινωνιακών δικτύων, υποθαλάσσιων καλωδίων, αεροδρομίων, σιδηροδρόμων, ψηφιακών συστημάτων, υγειονομικών δομών και μηχανισμών πολιτικής προστασίας. Οι φυσικές καταστροφές, οι κυβερνοεπιθέσεις, η παραπληροφόρηση, οι μεταναστευτικές πιέσεις και οι υβριδικές απειλές δεν είναι χωριστές από την άμυνα. Η αποτροπή του 21ου αιώνα δεν είναι μόνο στρατιωτική ετοιμότητα. Είναι η ικανότητα ενός κράτους να μη διαλύεται υπό πίεση. Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει τη νέα νατοϊκή κατηγορία του 1,5% για να συνδέσει εθνική άμυνα, πολιτική προστασία, υποδομές και τεχνολογική ασφάλεια.

Η ελληνική στρατηγική  πρέπει, επομένως, να συμπυκνωθεί σε μια απλή αλλά πυκνή θέση: η Ελλάδα είναι κράτος πρώτης γραμμής καθώς συνδέει τέσσερις γεωπολιτικούς χώρους που ενδιαφέρουν τη Συμμαχία: Βαλκάνια, Μαύρη Θάλασσα, Ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή. Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική αποτροπή  είναι συμβολή στην ευρύτερη αρχιτεκτονική σταθερότητας. Όμως για να γίνει πειστικό αυτό, η Ελλάδα πρέπει να δείξει συνέχεια, σοβαρότητα, τεχνική επάρκεια και θεσμική αυτοπειθαρχία. Η χώρα δεν πρέπει να ζητά να αναγνωριστεί ως σημαντική. Πρέπει να αποδεικνύει καθημερινά ότι είναι αναντικατάστατη για τη λειτουργία της νοτιοανατολικής πτέρυγας.

Η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει τη δαπάνη σε ικανότητα, την ικανότητα σε αποτροπή, την αποτροπή σε συμμαχική αξία, και τη συμμαχική αξία σε ενίσχυση της εθνικής ασφάλειας. Στο νέο ΝΑΤΟ, δεν αρκεί να πληρώνεις. Πρέπει να παράγεις ασφάλεια. Η Ελλάδα μπορεί να το κάνει, εφόσον εγκαταλείψει κάθε αποσπασματικότητα και οικοδομήσει μια ώριμη στρατηγική όπου άμυνα, βιομηχανία, διεθνές δίκαιο, υποδομές και γεωγραφία λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα εθνικής ισχύος.