Το ζήτημα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος συνιστά επί δεκαετίες έναν θεμελιώδη παράγοντα αποσταθεροποίησης του γεωπολιτικού ισοζυγίου στη Μέση Ανατολή. Το Ισραήλ και μια σειρά δυτικών κρατών διατηρούν έντονες υποψίες ότι η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν επιδιώκει, διά της μυστικής οδού, την ανάπτυξη πυρηνικού οπλοστασίου. Αντιθέτως, η Τεχεράνη επιμένει πως το πυρηνικό της πρόγραμμα έχει αποκλειστικά ειρηνικό χαρακτήρα, στοχεύοντας στην παραγωγή ενέργειας.

Η ανησυχία των διεθνών παρατηρητών εστιάζεται στην αποθήκευση υψηλού βαθμού εμπλουτισμένου ουρανίου (HEU), της τάξεως του 60%, ποσοστό σημαντικά υπερβαίνον την απαιτούμενη στάθμη για αστική χρήση και εγγίζον την κρίσιμη τιμή για την κατασκευή πυρηνικού όπλου.

Η συμφωνία του 2015, υπό την αιγίδα της κυβέρνησης Ομπάμα, επεδίωξε να ανακόψει την ιρανική πυρηνική φιλοδοξία. Ωστόσο, η μονομερής αποχώρηση των ΗΠΑ από την εν λόγω συμφωνία, υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ – ο οποίος την χαρακτήρισε «τη χειρότερη συμφωνία στην ιστορία» – οδήγησε σε σταδιακή απαξίωση και τελική κατάρρευση του πλαισίου συμμόρφωσης. Εντός ολίγων μηνών, το Ιράν ανέστειλε ουσιαστικά την τήρηση των δεσμεύσεών του.

Για το Ισραήλ, η προοπτική ενός Ιράν με πυρηνικά όπλα αποτελεί υπαρξιακή απειλή. Λόγω της γεωγραφικής του στενότητας και του έντονα αστικοποιημένου πληθυσμού, το ενδεχόμενο πυρηνικής επίθεσης δημιουργεί στρατηγική ασφυξία. Έτσι, τακτικές καθυστέρησης ή ακόμα και εξουδετέρωσης του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης καθίστανται κεντρικός άξονας της ισραηλινής πολιτικής ασφάλειας.

Η επιχείρηση «Rising Lion» στοχεύει όχι μόνο στην επιβράδυνση της τεχνολογικής προόδου του Ιράν, αλλά και στην αποσταθεροποίηση της κεντρικής πολιτικής και στρατιωτικής του ηγεσίας. Σε πιο φιλόδοξο – και πιθανώς ουτοπικό – σενάριο, ευελπιστεί στην ανατροπή του ισλαμικού καθεστώτος και στην ανάδειξη μιας ηπιότερης εξουσίας, περισσότερο ενταγμένης στο διεθνές σύστημα ασφαλείας.

Αν η παρούσα ισραηλινή στρατιωτική παρέμβαση αποδειχθεί ανεπιτυχής στην πλήρη εξάλειψη του ιρανικού πυρηνικού δυναμικού, τότε το καθεστώς της Τεχεράνης ενδέχεται να επιταχύνει την πορεία του προς την απόκτηση ενός λειτουργικού πυρηνικού όπλου. Οι εμπειρίες της Λιβύης και της Βόρειας Κορέας έχουν εδραιώσει στους σκληροπυρηνικούς κύκλους του Ιράν την πεποίθηση ότι η πυρηνική αποτροπή συνιστά τον μοναδικό αξιόπιστο μηχανισμό εθνικής ασφάλειας απέναντι στις εξωτερικές παρεμβάσεις.

Η προοπτική αυτή εγκυμονεί ευρύτερες περιφερειακές επιπτώσεις. Μια ενδεχόμενη ιρανική πυρηνική αναβάθμιση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για την εκκίνηση ενός ευρύτερου πυρηνικού αγώνα εξοπλισμών στη Μέση Ανατολή, παρακινώντας κράτη όπως η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και η Αίγυπτος να επανεξετάσουν τις θέσεις τους περί μη διάδοσης και να αναζητήσουν δικές τους πυρηνικές δυνατότητες.

Συμπεράσματα

Το γεωστρατηγικό αδιέξοδο ανάμεσα στο Ιράν και το Ισραήλ, υπό τη σκιά των πυρηνικών φιλοδοξιών της Τεχεράνης, φέρει δυνητικά αναθεωρητικό χαρακτήρα για την αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής. Η διεθνής κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με την πρόκληση να εξισορροπήσει τις ανησυχίες περί ασφάλειας με την ανάγκη αποτροπής μιας ανεξέλεγκτης εξάπλωσης πυρηνικών τεχνολογιών.