Η αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ να γίνει σοσιαλδημοκρατικό κόμμα εξουσίας είναι ίσως η πιο κρίσιμη εξήγηση της μετέπειτα αποσύνθεσής του. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατέρρευσε μόνο επειδή έχασε εκλογές, ούτε μόνο επειδή άλλαξε ηγεσία, ούτε μόνο επειδή διασπάστηκε. Κατέρρευσε επειδή δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τη μετάβαση από το κόμμα της κρίσης στο κόμμα της μετακρίσης. Ένα κόμμα κρίσης γεννιέται από ρήξη, οργή, τιμωρία, αμφισβήτηση και υπόσχεση ανατροπής. Ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα εξουσίας χρειάζεται κάτι πιο δύσκολο: σταθερή κοινωνική βάση, σχέση με τον κόσμο της εργασίας και της παραγωγής, εμπιστοσύνη των μεσαίων στρωμάτων, σοβαρό δημοσιονομικό σχέδιο, θεσμική αξιοπιστία, οργανωμένη διοικητική ελίτ, ικανότητα διακυβέρνησης και πολιτική γλώσσα που συνδέει κοινωνική δικαιοσύνη με κρατική αποτελεσματικότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ μετακινήθηκε προς το πεδίο της διακυβέρνησης, αλλά δεν απέκτησε πλήρως τις προϋποθέσεις κόμματος εξουσίας.
Η ιστορική του άνοδος ήταν τόσο ταχεία ώστε δεν του επέτρεψε οργανική σοσιαλδημοκρατική ωρίμανση. Το 2015 κατέγραψε 36,34% τον Ιανουάριο και 35,46% τον Σεπτέμβριο, δηλαδή ποσοστά μεγάλου κόμματος εξουσίας, χωρίς όμως να διαθέτει αντίστοιχη οργανωτική, αυτοδιοικητική, συνδικαλιστική και παραγωγική γείωση. Το ΠΑΣΟΚ, ανεξαρτήτως της μετέπειτα φθοράς του, είχε οικοδομήσει επί δεκαετίες σχέση με κοινωνικά στρώματα, κρατικούς μηχανισμούς, αυτοδιοίκηση, επαγγελματικές ομάδες και συμβολικές ταυτότητες. Ο ΣΥΡΙΖΑ κληρονόμησε μεγάλο μέρος της εκλογικής του βάσης, αλλά όχι την οργανική του αρχιτεκτονική. Πήρε ψηφοφόρους χωρίς να πάρει πλήρως παράταξη. Πήρε αντιδεξιά μνήμη χωρίς να συγκροτήσει νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Πήρε εξουσία χωρίς να έχει προλάβει να δημιουργήσει κόμμα εξουσίας.
Η σοσιαλδημοκρατική μετάβαση απαιτούσε δύσκολες ιδεολογικές αποφάσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να πει καθαρά ότι η αντιμνημονιακή ρητορική της απόλυτης ανατροπής είχε εξαντλήσει τα ιστορικά της όρια. Έπρεπε να παραδεχθεί ότι το 2015 υπήρξε και στιγμή κοινωνικής αξιοπρέπειας και στιγμή πολιτικών αυταπατών. Έπρεπε να μετατρέψει την κυβερνητική εμπειρία σε πρόγραμμα ώριμης κοινωνικής διακυβέρνησης. Αντί γι’ αυτό, παρέμεινε σε μια αμφίσημη θέση: υπερασπιζόταν το 2015 ως ιστορική στιγμή, αλλά απέφευγε να αναλύσει πλήρως το κόστος του· ήθελε να φαίνεται ριζοσπαστικός στους παλιούς του ψηφοφόρους και υπεύθυνος στους νέους μετριοπαθείς· διεκδικούσε τον χώρο της Κεντροαριστεράς χωρίς να εγκαταλείπει εντελώς τη γλώσσα της αντισυστημικής καταγγελίας. Αυτή η αμφισημία λειτουργούσε ως προσωρινή ισορροπία, αλλά μακροπρόθεσμα παρήγαγε σύγχυση.
Το θεμελιώδες έλλειμμα ήταν προγραμματικό και παραγωγικό. Η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι απλώς ευαισθησία υπέρ των αδυνάμων. Είναι μηχανισμός μετατροπής της κοινωνικής προστασίας σε βιώσιμη δημόσια πολιτική. Απαιτεί απάντηση στο ερώτημα από πού παράγεται ο πλούτος, πώς φορολογείται δίκαια, πώς αναδιανέμεται, πώς ενισχύεται η παραγωγικότητα, πώς στηρίζονται οι μισθοί, πώς προστατεύονται οι εργαζόμενοι χωρίς να νεκρώνει η οικονομική δραστηριότητα, πώς συνδυάζεται κράτος πρόνοιας με αποτελεσματική διοίκηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ μιλούσε συχνά ισχυρά για κοινωνική αδικία, αλλά λιγότερο πειστικά για παραγωγική ανασυγκρότηση. Κατήγγελλε την ανισότητα, αλλά δεν έπειθε πάντα ότι διαθέτει πλήρες σχέδιο για μισθούς, επενδύσεις, μικρομεσαίους, καινοτομία, φορολογική νομιμοποίηση και κράτος υψηλής απόδοσης.
Η σχέση του με τα μικρομεσαία στρώματα υπήρξε ιδιαίτερα προβληματική. Στην ελληνική κοινωνία, οι μικρομεσαίοι δεν είναι δευτερεύουσα ομάδα· αποτελούν κεντρικό κοινωνικό κορμό. Είναι αυτοαπασχολούμενοι, μικροί επαγγελματίες, οικογενειακές επιχειρήσεις, επιστήμονες, έμποροι, εργαζόμενοι που συχνά κινούνται ανάμεσα στην εργασία και στην επιχειρηματικότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να τους προσφέρει πειστική γλώσσα προστασίας και παραγωγικής προοπτικής. Σε αρκετές περιπτώσεις τα στρώματα αυτά τον ταύτισαν με φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση, όχι με σχέδιο ανασυγκρότησης. Ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα εξουσίας στην Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοεί αυτό το σώμα ούτε να το προσεγγίζει μόνο με όρους φορολογικής συμμόρφωσης. Πρέπει να του προσφέρει θεσμική ασφάλεια, απλούστερο κράτος, δίκαιο φορολογικό σύστημα, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και ορατή θέση στο παραγωγικό μοντέλο.
Η περίοδος 2019–2023 ήταν η μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Με 31,53% το 2019, ο ΣΥΡΙΖΑ παρέμενε μεγάλος αντιπολιτευτικός πόλος και είχε χρόνο να ανασυγκροτηθεί. Θα μπορούσε να επεξεργαστεί νέο κοινωνικό συμβόλαιο γύρω από μισθούς, στέγη, υγεία, παιδεία, μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, διοικητική μεταρρύθμιση, θεσμική λογοδοσία και πράσινη παραγωγή. Αντ’ αυτού, συχνά έδωσε την εντύπωση ότι περίμενε την κυβερνητική φθορά της ΝΔ για να επιστρέψει. Η αντιπολίτευση δεν έγινε εργαστήριο νέας ηγεμονίας. Έγινε περισσότερο μηχανισμός διατήρησης παλαιών αντανακλαστικών. Όμως τα κόμματα επιστρέφουν στην εξουσία όταν οι πολίτες τα ξαναβλέπουν ως λύση, όχι απλώς όταν απογοητεύονται από τον αντίπαλο.
Το αποτέλεσμα του 2023 έδειξε ότι η κοινωνία δεν πείστηκε. Η πτώση στο 20,07% τον Μάιο και στο 17,83% τον Ιούνιο αποτύπωσε όχι μόνο εκλογική ήττα αλλά αμφισβήτηση της κυβερνητικής καταλληλότητας. Το 14,92% των ευρωεκλογών του 2024 έδειξε ότι η κρίση δεν διορθώθηκε αυτόματα ούτε με την αλλαγή ηγεσίας ούτε με την επικοινωνιακή ανανέωση. Η αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ να γίνει σοσιαλδημοκρατικό κόμμα εξουσίας δημιούργησε κενό στο οποίο δεν μπόρεσαν να απαντήσουν ούτε ο ίδιος, ούτε η Νέα Αριστερά, ούτε πλήρως το ΠΑΣΟΚ. Έτσι ο προοδευτικός χώρος έμεινε με κοινωνική ζήτηση αλλά χωρίς πλήρως πειστική θεσμική προσφορά.
Η χαμένη μετάβαση του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι τεχνικό πρόβλημα κομματικής στρατηγικής. Είναι πρόβλημα ιστορικής μορφής. Το κόμμα που γεννήθηκε από την κρίση έπρεπε να αποδείξει ότι μπορεί να κυβερνήσει μετά την κρίση.
Πρόσφατα σχόλια