Ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε μεγάλο εκλογικό κόμμα χωρίς να γίνει αντίστοιχα βαθύ οργανωτικό κόμμα. Η εκλογική του κοινωνία υπήρξε πολύ μεγαλύτερη από την οργανωμένη του κοινωνία. Αυτό δεν φαίνεται όταν ένα κόμμα ανεβαίνει, διότι η άνοδος παράγει ενθουσιασμό, συσπείρωση και πειθαρχία. Φαίνεται όταν έρθει η ήττα. Τότε το κόμμα χρειάζεται ρίζες. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε εκλογικό φύλλωμα, αλλά όχι αρκετό οργανωτικό ριζικό σύστημα.
Η οργανωτική ρηχότητα έχει ιστορική εξήγηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πέρασε από μακρά πορεία κοινωνικής ενσωμάτωσης. Δεν οικοδόμησε επί δεκαετίες σχέσεις με αυτοδιοίκηση, επαγγελματικούς φορείς, συνδικαλιστικές οργανώσεις, τοπικές κοινωνίες, κρατικούς μηχανισμούς, πολιτισμικά δίκτυα και κοινωνικές συλλογικότητες σε κλίμακα αντίστοιχη του εκλογικού του μεγέθους. Εκτινάχθηκε μέσα στη μνημονιακή κρίση, όταν το παλαιό κομματικό σύστημα κατέρρευσε και ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αναζήτησε νέο όχημα διαμαρτυρίας και ελπίδας. Αυτή η εκτίναξη τού έδωσε εξουσία, αλλά όχι αυτόματα οργανωτική θεσμοποίηση. Το 36,34% του Ιανουαρίου 2015 ήταν ποσοστό κόμματος εξουσίας· η εσωτερική, κοινωνική και διοικητική υποδομή του κόμματος δεν είχε προλάβει να γίνει αντίστοιχη.
Τα κόμματα αντέχουν τις ήττες όταν διαθέτουν οργανωτικά αντίβαρα. Αυτά τα αντίβαρα δεν είναι γραφειοκρατική πολυτέλεια. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ένα κόμμα παραμένει κοινωνικά ζωντανό όταν χάνει την κεντρική πολιτική σκηνή. Χρειάζονται τοπικές οργανώσεις που λειτουργούν πραγματικά, μέλη που δεν είναι απλώς καταγεγραμμένοι υποστηρικτές, στελέχη με κοινωνική αναγνώριση, εσωτερικές διαδικασίες που παράγουν σύνθεση, πολιτική εκπαίδευση, θεματική επεξεργασία, σχέση με χώρους εργασίας, συμμετοχή σε αυτοδιοικητικές και κοινωνικές δομές. Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις προσπάθειες διεύρυνσης και παρά τη μετονομασία του σε ΣΥΡΙΖΑ–Προοδευτική Συμμαχία, δεν κατάφερε να μετατρέψει τη μεγάλη εκλογική του επιρροή σε αντίστοιχη κοινωνική οργανικότητα. Η βάση του ήταν συχνά περισσότερο εκλογική παρά κομματική, περισσότερο ακροατήριο παρά ενεργό σώμα.
Αυτό εξηγεί γιατί η ήττα του 2023 υπήρξε τόσο αποσταθεροποιητική. Ένα κόμμα με βαθιά οργάνωση μπορεί να χάσει και να επιστρέψει στις κοινωνικές του υποδομές. Μπορεί να ξαναδουλέψει σε δήμους, συνδικάτα, επαγγελματικές ενώσεις, συλλόγους, τοπικές οργανώσεις, πανεπιστήμια, κινήματα, επιτροπές πολιτικής. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν έχασε τη κυβερνητική προοπτική, δεν είχε αρκετή οργανωτική πυκνότητα για να απορροφήσει το σοκ. Το 31,53% του 2019 είχε κρύψει αυτή την αδυναμία, επειδή το κόμμα παρέμενε μεγάλος δεύτερος πόλος. Η πτώση στο 20,07% και στο 17,83% το 2023 την αποκάλυψε βίαια. Χωρίς την προσδοκία επιστροφής στην εξουσία, οι εσωτερικές αντιφάσεις δεν μπορούσαν πλέον να παραμένουν υπό έλεγχο.
Ο ρόλος του Αλέξη Τσίπρα υπήρξε καθοριστικός ως υποκατάστατο οργανωτικής συνοχής. Ο Τσίπρας δεν ήταν απλώς ο δημοφιλέστερος ή αναγνωρίσιμος αρχηγός του κόμματος. Ήταν ο συμβολικός μηχανισμός που ένωνε ετερόκλητα κομμάτια: παλιούς αριστερούς, πρώην πασοκικούς, νέους, κινηματικούς, κυβερνητικούς, αντιδεξιούς, ευρωπαϊστές, ριζοσπάστες και πραγματιστές. Η παραίτησή του από την προεδρία, τον Ιούνιο του 2023, συνοδεύτηκε από την αναγνώριση της ανάγκης για επανίδρυση και βαθιά ανανέωση του κόμματος. Όμως η αποχώρηση αυτή έκανε εμφανές ότι κάτω από την αρχηγική ενότητα δεν είχε οικοδομηθεί αρκετή συλλογική θεσμική ενότητα. Το κόμμα δεν είχε μάθει να παράγει σταθερότητα χωρίς τον αρχηγό που είχε ενσαρκώσει όλη την ιστορική του άνοδο.
Η εκλογή Κασσελάκη πρέπει να διαβαστεί σε αυτό το πλαίσιο. Ο Στέφανος Κασσελάκης εξελέγη πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ τον Σεπτέμβριο του 2023, μετά από εσωκομματική διαδικασία στην οποία επικράτησε της Έφης Αχτσιόγλου στον δεύτερο γύρο. Το γεγονός δεν έχει σημασία μόνο ως αλλαγή ηγεσίας. Δείχνει ότι το κόμμα βρέθηκε σε τέτοια κατάσταση οργανωτικής και ψυχολογικής απορρύθμισης ώστε ένα πρόσωπο με περιορισμένη οργανική σχέση με την ιστορική του διαδρομή μπορούσε να εκφράσει την ανάγκη φυγής από την ήττα. Αυτό δεν είναι απλώς «λάθος επιλογή» της βάσης. Είναι ένδειξη ότι η βάση είχε πάψει να δεσμεύεται από τα παλιά εσωτερικά κριτήρια νομιμοποίησης. Όταν ένα κόμμα δεν έχει ισχυρή οργανωτική ταυτότητα, η ανανέωση μπορεί να πάρει μορφή θεαματικής ασυνέχειας.
Η οργανωτική κρίση έγινε πιο καθαρή με τη διάσπαση. Η συγκρότηση της Νέας Αριστεράς από 11 αποχωρήσαντες βουλευτές τον Δεκέμβριο του 2023 έδειξε ότι το κόμμα δεν διέθετε πλέον ελάχιστο κοινό έδαφος ανάμεσα στις βασικές του τάσεις. Η διάσπαση όμως δεν έλυσε το οργανωτικό πρόβλημα· το μετέφερε. Η Νέα Αριστερά, παρά τη στελεχιακή της ποιότητα, δεν απέκτησε ισχυρή κοινωνική γείωση και το 2026 έχασε την κοινοβουλευτική της ομάδα μετά από αποχωρήσεις. Αυτό δείχνει ότι η κρίση δεν περιοριζόταν στη σχέση Κασσελάκη–παλαιών στελεχών. Αφορούσε συνολικά την αδυναμία του αριστερού χώρου να μετατρέψει εσωτερικές διαφοροποιήσεις σε σταθερές οργανωτικές μορφές με κοινωνικό βάθος.
Η έννοια της κοινωνικής γείωσης είναι εδώ κεντρική. Δεν σημαίνει μόνο να έχεις ψηφοφόρους. Σημαίνει να έχεις κοινωνικούς δεσμούς που επιβιώνουν της εκλογικής απογοήτευσης. Σημαίνει να υπάρχουν άνθρωποι που δεν σε στηρίζουν μόνο επειδή ελπίζουν ότι θα κερδίσεις, αλλά επειδή θεωρούν ότι είσαι ο φυσικός πολιτικός φορέας της συλλογικής τους εμπειρίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέκτησε πολλούς ψηφοφόρους που τον είδαν ως όχημα συγκυρίας, τιμωρίας, αντίστασης ή ελπίδας. Δεν τους μετέτρεψε επαρκώς σε οργανωμένη πολιτική κοινωνία. Γι’ αυτό, όταν η ελπίδα εξαντλήθηκε, η αποχώρηση ήταν εύκολη. Οι ψηφοφόροι μπορούν να φύγουν γρήγορα από ένα κόμμα με το οποίο δεν έχουν βαθύ κοινωνικό δεσμό.
Η κρίση οργανωτικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ είναι, τελικά, το κομματικό αντίστοιχο της πολιτικής του αμφισημίας. Όπως δεν ολοκλήρωσε τη μετάβαση από ριζοσπαστική διαμαρτυρία σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα εξουσίας, έτσι δεν ολοκλήρωσε τη μετάβαση από εκλογικό κύμα σε μαζική οργανωμένη παράταξη.
Πρόσφατα σχόλια