Η εξαέρωση του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μόνο κρίση ενός κόμματος. Είναι κρίση της μεταπολιτευτικής Αριστεράς στο σύνολό της, επειδή αποκαλύπτει ότι η ιστορική σχέση ανάμεσα στην Αριστερά και σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας έχει χάσει την παλιά της αυτονόητη ισχύ. Για δεκαετίες, η ελληνική Αριστερά διέθετε συμβολικό πλεονέκτημα που ξεπερνούσε την εκλογική της δύναμη: αντιδικτατορική μνήμη, δημοκρατική θυσία, πολιτισμική επιρροή, κριτική στον αυταρχισμό, υπεράσπιση των αδυνάμων, αντιδεξιά ταυτότητα, ηθική απόσταση από το πελατειακό κράτος εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε η στιγμή που αυτό το ιστορικό κεφάλαιο, μαζί με την κοινωνική οργή της κρίσης, μετατράπηκε σε κυβερνητική ισχύ. Η σημερινή του κατάρρευση δείχνει ότι η μετατροπή αυτή δεν θεμελίωσε νέα αριστερή παράταξη εξουσίας· αντίθετα, κατανάλωσε μεγάλο μέρος του παλαιού ηθικού και πολιτικού αποθέματος.

Το πρόβλημα υπερβαίνει τον ΣΥΡΙΖΑ επειδή η κοινωνία που κάποτε μπορούσε να συνομιλεί φυσικά με την Αριστερά έχει αλλάξει. Η παλιά Αριστερά μιλούσε με γλώσσα ταξικής αδικίας, δημοκρατικής μνήμης, αντιδεξιού διαχωρισμού, εργατικών δικαιωμάτων, κοινωνικού κράτους και πολιτισμικής προόδου. Αυτή η γλώσσα εξακολουθεί να έχει αξία, αλλά δεν αρκεί πλέον. Ο νέος εργαζόμενος της επισφάλειας δεν βιώνει μόνο εκμετάλλευση· βιώνει αδυναμία ζωής. Ο νέος πτυχιούχος δεν ζητά μόνο δικαιώματα· ζητά προοπτική, στέγη, εισόδημα και δυνατότητα ενηλικίωσης. Ο μικρομεσαίος δεν ζητά μόνο κοινωνική ευαισθησία· ζητά κράτος που να μη τον συνθλίβει. Ο πολίτης που δυσπιστεί απέναντι στη Δικαιοσύνη και στο κράτος μετά από θεσμικές κρίσεις δεν ζητά μόνο αντιδεξιά καταγγελία· ζητά λογοδοσία, αξιοπιστία, ικανότητα και προστασία. Η Αριστερά δεν έχει χάσει την κοινωνία επειδή η κοινωνία έγινε αδιάφορη για την αδικία. Την έχει χάσει επειδή δεν έχει βρει νέα γλώσσα για τις μορφές που παίρνει σήμερα η αδικία.

Η κρίση αυτή φαίνεται και από το γεγονός ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μεταφράζεται πλέον αυτόματα αριστερά. Η ακρίβεια μπορεί να γεννήσει αίτημα αναδιανομής, αλλά μπορεί επίσης να γεννήσει τιμωρητική ψήφο προς δεξιά αντισυστημικά σχήματα. Η θεσμική δυσπιστία μπορεί να οδηγήσει σε αίτημα κράτους δικαίου, αλλά μπορεί και να οδηγήσει σε γενικευμένο αντικοινοβουλευτικό κυνισμό. Η οργή των νέων μπορεί να γίνει προοδευτική πολιτικοποίηση, αλλά μπορεί και να γίνει αποχή. Η ανασφάλεια γύρω από τη μετανάστευση, την ταυτότητα, την οικογένεια ή την παγκοσμιοποίηση μπορεί να μετακινηθεί προς συντηρητικές ή ακροδεξιές εκφράσεις. Η Αριστερά δεν έχει πλέον φυσικό δικαίωμα πάνω στην κοινωνική αγανάκτηση. Πρέπει να τη μεταφράσει. Και η μετάφραση απαιτεί όχι μόνο ηθική ευαισθησία, αλλά πρόγραμμα, οργάνωση, εμπιστοσύνη και κυβερνητική πειστικότητα.

Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ τραυμάτισε βαθιά την ιδέα ότι η Αριστερά διαθέτει αυτόματα ηθικό πλεονέκτημα όταν πλησιάζει την εξουσία. Το ηθικό πλεονέκτημα δεν είναι ιδιότητα που κληρονομείται αιώνια. Ανανεώνεται ή χάνεται μέσα στην πράξη. Όταν μια Αριστερά υπόσχεται ρήξη και καταλήγει σε προσαρμογή, όταν υπόσχεται νέο κράτος και δεν πείθει ότι το κράτος έγινε καλύτερο, όταν υπόσχεται κοινωνική δικαιοσύνη αλλά δεν δημιουργεί αίσθηση υλικής βελτίωσης, όταν υπόσχεται συλλογικότητα αλλά καταλήγει σε αρχηγικές συγκρούσεις, τότε η ηθική της υπεροχή φθείρεται. Η φθορά αυτή δεν πλήττει μόνο το συγκεκριμένο κόμμα. Πλήττει όλο τον χώρο που κάποτε διεκδικούσε ότι εκπροσωπεί κάτι ποιοτικά διαφορετικό από την παλιά εξουσία.

Η μεταπολιτευτική Αριστερά έχει επίσης ανεπίλυτο πρόβλημα κράτους. Για δεκαετίες μπορούσε να στέκεται απέναντι στο κράτος ως κριτική δύναμη: να καταγγέλλει αυθαιρεσία, διαφθορά, ανισότητα, καταστολή, πελατειακές δομές. Όταν όμως έγινε κυβέρνηση, έπρεπε να αποδείξει ότι μπορεί να παράγει καλύτερο κράτος. Εκεί η δυσκολία ήταν τεράστια. Η Αριστερά δεν μπορεί να κυβερνήσει πειστικά αν δεν έχει σχέδιο διοίκησης, αξιολόγησης, διαφάνειας, ψηφιοποίησης, κοινωνικής προστασίας, παραγωγής δημόσιων υπηρεσιών και θεσμικής λογοδοσίας. Η φράση «κοινωνικό κράτος» δεν αρκεί αν ο πολίτης βιώνει νοσοκομεία χωρίς προσωπικό, σχολεία χωρίς ισότητα ευκαιριών, δικαιοσύνη αργή, διοίκηση ταλαιπωρητική και πολιτική προστασία ανεπαρκή. Η νέα Αριστερά, αν υπάρξει, θα πρέπει να μιλήσει για κράτος όχι ως ιδεολογικό σύμβολο, αλλά ως μηχανισμό αξιοπρεπούς ζωής.

Αντίστοιχα, η μεταπολιτευτική Αριστερά έχει πρόβλημα παραγωγής. Η αναδιανομή χωρίς παραγωγική βάση καταλήγει είτε σε δημοσιονομικό αδιέξοδο είτε σε ρητορική χωρίς υλική ισχύ. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μόνο δικαιότερη διανομή του υπάρχοντος πλούτου· χρειάζεται αλλαγή του τρόπου με τον οποίο παράγει πλούτο. Αυτό σημαίνει βιομηχανική πολιτική, τεχνολογική ένταξη, αγροτική αναβάθμιση, εξωστρέφεια, μικρομεσαία παραγωγικότητα, πράσινη μετάβαση, εκπαίδευση συνδεδεμένη με εργασία, δημόσιες επενδύσεις με αξιολόγηση. Μια Αριστερά που μιλά μόνο για παροχές χωρίς παραγωγική στρατηγική γίνεται ευάλωτη στην κατηγορία της ανευθυνότητας. Μια Αριστερά που μιλά μόνο για θεσμούς χωρίς κοινωνικό περιεχόμενο γίνεται άχρωμη. Το δύσκολο είναι η σύνθεση: παραγωγή με δικαιοσύνη, ανάπτυξη με προστασία, κράτος με αποτελεσματικότητα, δικαιώματα με υλική ασφάλεια.

Η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς δείχνει επίσης ότι η Αριστερά δεν έχει λύσει το πρόβλημα της κομματικής μορφής. Το παλιό μαζικό κόμμα έχει αποδυναμωθεί. Το αρχηγικό κόμμα μπορεί να παράγει γρήγορη αναγνωρισιμότητα αλλά όχι αναγκαστικά θεσμική διάρκεια. Το κόμμα στελεχών μπορεί να έχει ποιότητα αλλά όχι κοινωνικό βάθος. Το κόμμα-κίνημα μπορεί να έχει ενέργεια αλλά όχι κυβερνησιμότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ δοκίμασε μια ασταθή συνύπαρξη όλων αυτών: κίνημα κρίσης, αρχηγική παράταξη, κοινοβουλευτικό κόμμα, κυβερνητικός μηχανισμός, επικοινωνιακό brand. Η αποτυχία του δείχνει ότι η Αριστερά χρειάζεται νέα οργανωτική μορφή: λιγότερο πελατειακή, λιγότερο αρχηγική, πιο κοινωνικά γειωμένη, πιο προγραμματική, πιο ικανή να συνδέει μέλη, ειδικούς, κοινωνικές ομάδες και δημοκρατική λογοδοσία.

Η μεταπολιτευτική Αριστερά βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια αναγκαστική αυτοκριτική που δεν μπορεί να αποφευχθεί με νοσταλγία ή με νέα ονόματα. Δεν αρκεί να λέει ότι υπερασπίζεται τους αδύναμους. Πρέπει να αποδείξει ποιους αδύναμους εννοεί, με ποιο εργαλείο, με ποια χρηματοδότηση, με ποια διοίκηση, με ποια παραγωγική βάση και με ποια θεσμική εγγύηση. Δεν αρκεί να λέει ότι αντιτίθεται στη Δεξιά. Πρέπει να πείσει ότι μπορεί να κυβερνήσει χωρίς να επαναλάβει τις δικές της αποτυχίες. Δεν αρκεί να επικαλείται την κοινωνία. Πρέπει να ξαναχτίσει σχέσεις με κοινωνικές ομάδες που πλέον δεν θεωρούν αυτονόητο ότι η Αριστερά τις καταλαβαίνει.