Η Γαλλική Επανάσταση διακήρυξε την ελευθερία ως φυσικό δικαίωμα του ανθρώπου απέναντι στην αυθαιρεσία, στο προνόμιο και στην απολυταρχική εξουσία. Ταυτόχρονα, όμως, διακήρυξε την ελευθερία ως συλλογική αυτοκυβέρνηση, ως συμμετοχή στον νόμο, ως κυριαρχία του λαού πάνω στον εαυτό του. Αυτές οι δύο έννοιες δεν ταυτίζονται πλήρως. Η πρώτη θέλει να προστατεύσει το άτομο από την εξουσία· η δεύτερη θέλει να καταστήσει την εξουσία έκφραση της συλλογικής βούλησης. Η πρώτη φοβάται την αυθαιρεσία του κράτους· η δεύτερη φοβάται την υποδούλωση του λαού σε ξένη, προνομιακή ή ολιγαρχική βούληση. Η Γαλλική Επανάσταση είναι ιστορικά μεγαλειώδης επειδή έθεσε και τα δύο αιτήματα μαζί. Είναι ιστορικά τραγική επειδή δεν μπόρεσε να τα συμφιλιώσει χωρίς βία, αποκλεισμούς και βαθιές αντιφάσεις.

Η ατομική, δικαιωματική έννοια της ελευθερίας αποτυπώνεται με εμβληματική καθαρότητα στη Διακήρυξη του 1789. Το άρθρο 1 διακήρυττε ότι οι άνθρωποι γεννιούνται και παραμένουν ελεύθεροι και ίσοι στα δικαιώματα. Το άρθρο 2 όριζε ως σκοπό κάθε πολιτικής ένωσης τη διατήρηση των φυσικών και απαράγραπτων δικαιωμάτων: ελευθερίας, ιδιοκτησίας, ασφάλειας και αντίστασης στην καταπίεση. Το άρθρο 4 όριζε την ελευθερία ως δυνατότητα του ανθρώπου να πράττει οτιδήποτε δεν βλάπτει άλλον, με τα όρια αυτής της δυνατότητας να καθορίζονται μόνο από τον νόμο. Η σημασία αυτών των διατυπώσεων είναι τεράστια: η ελευθερία δεν είναι πλέον προνόμιο, τοπική παραχώρηση, αριστοκρατική ασυλία ή βασιλική χάρη. Είναι φυσική ιδιότητα του ανθρώπου και πολιτικό θεμέλιο της κοινότητας.

Η ελευθερία δεν σημαίνει απεριόριστη ιδιωτική βούληση. Σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος διαθέτει έναν χώρο προστατευμένης δράσης, ο οποίος σταματά εκεί όπου αρχίζει η ίση ελευθερία του άλλου. Η Επανάσταση, επομένως, δεν κατανοεί τον νόμο αναγκαστικά ως εχθρό της ελευθερίας. Αντιθέτως, όταν ο νόμος εκφράζει τη γενική βούληση και εφαρμόζεται ισότιμα, γίνεται ο όρος της ελευθερίας. Χωρίς κοινό νόμο, η ελευθερία μπορεί να γίνει αυθαιρεσία του ισχυρού. Χωρίς δικαιώματα, ο κοινός νόμος μπορεί να γίνει αυθαιρεσία της εξουσίας. Η Διακήρυξη του 1789 προσπαθεί να κρατήσει αυτή τη δύσκολη ισορροπία: το άτομο προστατεύεται, αλλά προστατεύεται μέσα σε μια πολιτική κοινότητα που έχει δικαίωμα να θεσπίζει γενικούς κανόνες.

Από την ίδια τη Διακήρυξη, όμως, αναδύεται και η δεύτερη έννοια της ελευθερίας: η ελευθερία ως συμμετοχή στη νομοθετική βούληση. Το άρθρο 6 ορίζει τον νόμο ως έκφραση της γενικής βούλησης και αναγνωρίζει στους πολίτες δικαίωμα να συμμετέχουν στη διαμόρφωσή του, προσωπικά ή μέσω αντιπροσώπων. Εδώ η ελευθερία δεν είναι μόνο άμυνα απέναντι στην εξουσία. Είναι ιδιότητα του πολίτη που μετέχει, άμεσα ή έμμεσα, στη δημιουργία του νόμου στον οποίο υπακούει. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος όχι μόνο επειδή κανείς δεν μπορεί να τον συλλάβει αυθαίρετα, να του αφαιρέσει την ιδιοκτησία ή να περιορίσει τη γνώμη του χωρίς νόμο, αλλά επειδή ο νόμος δεν είναι εξωτερική κυριαρχία πάνω του. Είναι, ιδεατά, προϊόν της συλλογικής αυτοθέσμισης της πολιτικής κοινότητας.

Η σύγκρουση των δύο αυτών εννοιών φάνηκε ήδη στο Σύνταγμα του 1791. Η συνταγματική μοναρχία επιχείρησε να οργανώσει την ελευθερία ως καθεστώς δικαιωμάτων, αντιπροσώπευσης, διάκρισης εξουσιών και περιορισμένης πολιτικής συμμετοχής. Η κυριαρχία ανήκε στο έθνος, αλλά ασκούνταν μέσω ανάθεσης· το σύνταγμα όριζε ότι η γαλλική πολιτεία είναι αντιπροσωπευτική και ότι οι αντιπρόσωποι είναι το νομοθετικό σώμα και ο βασιλιάς. Αυτή η μορφή ελευθερίας ήταν φιλελεύθερη και συνταγματική: προστάτευε το άτομο από το αυθαίρετο παλαιό καθεστώς, διασφάλιζε ενιαίο νόμο, μετέτρεπε τους υπηκόους σε πολίτες, αλλά δεν εμπιστευόταν απεριόριστα την άμεση λαϊκή κυριαρχία.

Η διάκριση ενεργών και παθητικών πολιτών αποκαλύπτει το όριο αυτής της πρώτης επαναστατικής ελευθερίας. Η Επανάσταση μιλούσε στο όνομα της καθολικής ελευθερίας και ισότητας, αλλά η πολιτική συμμετοχή παρέμενε περιορισμένη από φύλο, περιουσία, φορολογική ικανότητα και κοινωνική ανεξαρτησία. Αυτό δεν είναι απλώς ιστορική αντίφαση από τη σκοπιά της σημερινής δημοκρατίας. Ήταν ήδη εσωτερικό πρόβλημα της ίδιας της επαναστατικής λογικής. Πώς μπορεί η ελευθερία να είναι καθολικό φυσικό δικαίωμα, αλλά η συμμετοχή στη διαμόρφωση της γενικής βούλησης να περιορίζεται σε ορισμένους; Πώς μπορεί ο νόμος να είναι έκφραση όλων, όταν δεν μετέχουν όλοι στη διαμόρφωσή του; Η Επανάσταση δεν απάντησε αμέσως. Άφησε το πρόβλημα να ωριμάσει μέσα από σύγκρουση, κινητοποίηση και ριζοσπαστικοποίηση.

Η λαϊκή φάση της Επανάστασης διεύρυνε την έννοια της ελευθερίας πέρα από την αστική προστασία του ατόμου και της ιδιοκτησίας. Για τους αβράκωτους και τα λαϊκά στρώματα των πόλεων, η ελευθερία δεν μπορούσε να είναι μόνο νομική ασφάλεια ή συνταγματική μορφή. Έπρεπε να είναι και δυνατότητα επιβίωσης, ψωμί, δίκαιες τιμές, προστασία από την κερδοσκοπία, πολιτική επιρροή των λαϊκών τμημάτων, έλεγχος των αντιπροσώπων, εγρήγορση απέναντι στους εχθρούς της Επανάστασης. Εδώ η ελευθερία αποκτά κοινωνικό περιεχόμενο. Ο φτωχός πολίτης που έχει τυπικά δικαιώματα αλλά δεν μπορεί να τραφεί, που έχει θεωρητική ελευθερία γνώμης αλλά καμία πραγματική δύναμη να επηρεάσει την πολιτική, δεν βιώνει την ελευθερία ως πλήρη πραγματικότητα. Η Επανάσταση άνοιξε έτσι το ερώτημα αν η νομική ελευθερία αρκεί χωρίς υλικούς όρους αξιοπρεπούς ζωής.

Το Σύνταγμα και η Διακήρυξη του 1793 εκφράζουν αυτή τη ριζοσπαστικότερη σύλληψη. Εκεί η ελευθερία συνδέεται όχι μόνο με την ασφάλεια και την ιδιοκτησία, αλλά με ισότητα, δημόσια αρωγή, εκπαίδευση, λαϊκή κυριαρχία, δικαίωμα συνάθροισης, ελευθερία του Τύπου και δικαίωμα εξέγερσης απέναντι σε κυβέρνηση που παραβιάζει τα δικαιώματα του λαού. Η ελευθερία δεν είναι πλέον μόνο η δυνατότητα του ατόμου να προστατεύεται από την εξουσία· είναι η δυνατότητα του λαού να διατηρεί ενεργά τη δική του κυριαρχία. Η ελευθερία γίνεται πολιτική εγρήγορση. Δεν είναι μόνο κατάσταση δικαιωμάτων, αλλά διαρκής πράξη αυτοκυβέρνησης.

Ακριβώς όμως σε αυτή τη ριζοσπαστικοποίηση βρίσκεται ο κίνδυνος της επαναστατικής ελευθερίας. Όσο η ελευθερία ταυτίζεται περισσότερο με τη σωτηρία του λαού και της Επανάστασης, τόσο ευκολότερα μπορεί να περιοριστεί η ελευθερία των συγκεκριμένων προσώπων στο όνομα της ελευθερίας του συλλογικού σώματος. Η λογική της Τρομοκρατίας δεν ήταν απλώς άρνηση της ελευθερίας· παρουσιάστηκε από τους υποστηρικτές της ως αμυντικός μηχανισμός της αληθινής ελευθερίας απέναντι στους εχθρούς της. Ο Ροβεσπιέρος δεν αντιλαμβανόταν τον τρόμο ως απλή αυθαιρεσία, αλλά ως μορφή επαναστατικής δικαιοσύνης συνδεδεμένης με την αρετή και με τις ανάγκες της Δημοκρατίας σε συνθήκες κινδύνου. Αυτή η θεώρηση αποκαλύπτει τη σκοτεινή πλευρά της συλλογικής ελευθερίας: όταν μια εξουσία ισχυρίζεται ότι γνωρίζει το αληθινό συμφέρον του λαού, μπορεί να θεωρήσει τη διαφωνία όχι ως ελευθερία, αλλά ως προδοσία.

Η ιστορική ένταση της Γαλλικής Επανάστασης δεν πρέπει, επομένως, να απλουστευθεί σε δίπολο ανάμεσα σε «καλή» ατομική ελευθερία και «κακή» συλλογική ελευθερία. Η ατομική ελευθερία χωρίς συλλογική αυτοκυβέρνηση μπορεί να γίνει προστατευμένο προνόμιο μέσα σε άνιση κοινωνία. Μπορεί να διασφαλίζει την ιδιοκτησία, την ασφάλεια και τη γνώμη, αλλά να αφήνει άθικτες κοινωνικές σχέσεις εξάρτησης, οικονομικής αδυναμίας και πολιτικής παθητικότητας. Από την άλλη, η συλλογική αυτοκυβέρνηση χωρίς στέρεα ατομικά δικαιώματα μπορεί να μετατραπεί σε κυριαρχία της πλειοψηφίας, της επαναστατικής μειοψηφίας ή του κράτους που ισχυρίζεται ότι ενσαρκώνει τον λαό. Η μία ελευθερία χρειάζεται την άλλη, αλλά ταυτόχρονα η μία απειλεί την άλλη όταν απολυτοποιείται.

Η ιδιοκτησία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό πεδίο αυτής της σύγκρουσης. Η Διακήρυξη του 1789 την αναγνώριζε ως φυσικό και απαράγραπτο δικαίωμα, μαζί με την ελευθερία, την ασφάλεια και την αντίσταση στην καταπίεση. Η προστασία της ιδιοκτησίας ήταν επαναστατική απέναντι στα φεουδαρχικά βάρη, στις αυθαίρετες κατασχέσεις και στα προνόμια του Παλαιού Καθεστώτος. Ταυτόχρονα, όμως, η ίδια προστασία περιόριζε την κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση. Οι φτωχοί πολίτες μπορούσαν να αναγνωρίζονται ως ίσοι στον νόμο, αλλά η πραγματική τους ελευθερία παρέμενε περιορισμένη από την πείνα, την ανεργία, την ακρίβεια, την εξάρτηση και τη στέρηση. Η Γαλλική Επανάσταση έθεσε έτσι το ερώτημα που θα διατρέξει όλο τον 19ο και 20ό αιώνα: είναι η ελευθερία μόνο νομική μη παρέμβαση ή χρειάζεται και κοινωνικούς όρους πραγματικής άσκησης;

Η σύγκρουση γύρω από την ελευθερία είναι επίσης σύγκρουση γύρω από τον νόμο. Για τη φιλελεύθερη επαναστατική αντίληψη, ο νόμος οριοθετεί τις ελευθερίες ώστε να συνυπάρχουν ισότιμα. Για τη δημοκρατική-ρεπουμπλικανική αντίληψη, ο νόμος είναι έκφραση της γενικής βούλησης και επομένως μορφή αυτοκυβέρνησης. Για τη ριζοσπαστική επαναστατική αντίληψη, ο νόμος μπορεί να γίνει όπλο σωτηρίας της Επανάστασης απέναντι στους εχθρούς της. Αυτές οι τρεις λογικές συνυπήρξαν και συγκρούστηκαν. Η ίδια έννοια του νόμου μπορούσε να λειτουργεί ως εγγύηση δικαιωμάτων, ως έκφραση λαϊκής κυριαρχίας ή ως μέσο έκτακτης καταστολής. Γι’ αυτό η Επανάσταση δεν είναι απλώς ιστορία ελευθερίας· είναι ιστορία της αμφισημίας του νόμου μέσα στη νεωτερική πολιτεία.

Η ιστορική διαδρομή από το 1789 στο 1794 δείχνει τη μεταβολή του κέντρου βάρους. Το 1789 κυριαρχεί η γλώσσα των φυσικών δικαιωμάτων, της κατάργησης της αυθαιρεσίας και της συνταγματικής ελευθερίας. Το 1791 επιχειρείται θεσμική σταθεροποίηση αυτής της ελευθερίας μέσα σε αντιπροσωπευτικό πλαίσιο. Το 1792, με την πτώση της μοναρχίας και την ανακήρυξη της Δημοκρατίας, η ελευθερία αποκτά πιο έντονο δημοκρατικό και λαϊκό χαρακτήρα. Το 1793, υπό την πίεση του πολέμου, της αντεπανάστασης και της κοινωνικής κρίσης, η ελευθερία συνδέεται με την επαναστατική σωτηρία. Το 1794, με τη Θερμιδωριανή Αντίδραση, μεγάλο μέρος της κοινωνίας και της πολιτικής τάξης αντιδρά στην απολυτοποίηση της επαναστατικής αρετής και του τρόμου. Η έννοια της ελευθερίας κινείται, επομένως, από το δικαίωμα στην αυτοκυβέρνηση, από την αυτοκυβέρνηση στην έκτακτη ανάγκη, και από την έκτακτη ανάγκη στην αναζήτηση σταθερότητας.

Η Γαλλική Επανάσταση παραμένει θεμελιώδης επειδή δεν προσφέρει εύκολη λύση, αλλά καθιστά ορατό το διαρκές πρόβλημα της ελευθερίας στις δημοκρατίες. Ο άνθρωπος χρειάζεται δικαιώματα απέναντι στην εξουσία, ακόμη και όταν η εξουσία ονομάζεται λαϊκή. Ο λαός χρειάζεται δυνατότητα αυτοκυβέρνησης, ώστε η ελευθερία να μη μένει ιδιωτικό καταφύγιο μέσα σε κοινωνική ανισότητα. Ο νόμος χρειάζεται να είναι ταυτόχρονα όριο, έκφραση κοινής βούλησης και εγγύηση δικαιωμάτων. Καμία από αυτές τις διαστάσεις δεν αρκεί μόνη της. Αν η ελευθερία γίνει μόνο ατομική, κινδυνεύει να χάσει το δημοκρατικό της βάθος. Αν γίνει μόνο συλλογική, κινδυνεύει να συνθλίψει το άτομο. Αν γίνει μόνο επαναστατική αρετή, κινδυνεύει να ταυτίσει τη διαφωνία με την προδοσία.

 Η Επανάσταση μάς κληροδότησε την ελευθερία ως δικαίωμα του ανθρώπου, ως ιδιότητα του πολίτη, ως συμμετοχή στον νόμο, ως αντίσταση στην καταπίεση, ως κοινωνική απαίτηση και ως συλλογική αυτοκυβέρνηση. Μας έδειξε όμως και ότι κάθε έννοια ελευθερίας μπορεί να μετατραπεί στο αντίθετό της όταν αποκόπτεται από τις υπόλοιπες. Η ατομική ελευθερία χρειάζεται κοινωνικό και δημοκρατικό περιεχόμενο· η συλλογική ελευθερία χρειάζεται ατομικά δικαιώματα και θεσμικά όρια