Η Μεταπολίτευση δεν αποτέλεσε μόνο ανασυγκρότηση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, αποκατάσταση των πολιτικών ελευθεριών και εγκαθίδρυση ενός νέου συνταγματικού πλαισίου. Υπήρξε συγχρόνως μια βαθιά μεταβολή της κοινωνικής υπόστασης της πολιτικής. Η δημοκρατία δεν περιορίστηκε στην καθολική αναγνώριση του δικαιώματος ψήφου ούτε στην περιοδική ανάδειξη κυβερνήσεων. Επεκτάθηκε στον καθημερινό κοινωνικό χώρο, στις γειτονιές, στους εργασιακούς τόπους, στα πανεπιστήμια, στους επαγγελματικούς συλλόγους, στις αγροτικές κοινότητες, στις νεολαιίστικες οργανώσεις και στα συνδικάτα. Η κομματική ένταξη μετασχημάτισε τον πολίτη από μεμονωμένο εκλογέα, ο οποίος προσερχόταν ανά διαστήματα στην κάλπη, σε μέλος μιας ευρύτερης πολιτικής κοινότητας, εφοδιασμένο με συλλογική ταυτότητα, ιστορική αφήγηση, ιδεολογικό λεξιλόγιο και οργανωμένο δίαυλο προς την κρατική εξουσία. Η μεταπολιτευτική δημοκρατία έγινε έτσι κάτι περισσότερο από ένα σύστημα κανόνων: μετατράπηκε σε κοινωνία εκτεταμένης πολιτικοποίησης, μέσα στην οποία τα κόμματα δεν εκπροσωπούσαν απλώς ήδη διαμορφωμένα συμφέροντα, αλλά συνέβαλλαν ενεργά στη συγκρότησή τους.
Η έννοια της μαζικής κομματικής ένταξης δεν πρέπει να συγχέεται με τον αριθμό των εγγεγραμμένων μελών ή με τη μεγάλη προσέλευση στις πολιτικές συγκεντρώσεις. Περιγράφει μια πολύ πυκνότερη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Το κόμμα μαζών δεν είναι απλώς εκλογικός μηχανισμός που ενεργοποιείται πριν από την ψηφοφορία, αλλά μόνιμος οργανισμός πολιτικής κοινωνικοποίησης. Διαθέτει τοπικές οργανώσεις, νεολαίες, κλαδικούς φορείς, συνδικαλιστικές παρατάξεις, κομματικό Τύπο, πολιτιστικές αναφορές, τελετουργίες, συνέδρια και μηχανισμούς ανάδειξης στελεχών. Προσφέρει στα μέλη του όχι μόνο οδηγίες πολιτικής συμπεριφοράς, αλλά και ένα πλαίσιο κατανόησης της κοινωνικής πραγματικότητας. Η ανεργία, η εκπαιδευτική ανισότητα, η αγροτική υστέρηση, η περιφερειακή ανάπτυξη, η σχέση κράτους και οικονομίας ή ο διεθνής προσανατολισμός της χώρας παύουν να εμφανίζονται ως ασύνδετα προβλήματα. Εντάσσονται σε συνολικές ερμηνείες, οι οποίες επιτρέπουν στον πολίτη να συνδέσει την προσωπική του εμπειρία με μια ευρύτερη συλλογική κατάσταση.
Η λειτουργία αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία σε μια κοινωνία όπου η σχέση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού με το κράτος παρέμενε απόμακρη, άνιση και συχνά εξαρτημένη από προσωπικές διαμεσολαβήσεις. Η κομματική οργάνωση προσέφερε την υπόσχεση ότι η ατομική ανάγκη μπορούσε να μετατραπεί σε συλλογικό αίτημα, το συλλογικό αίτημα σε πολιτικό πρόγραμμα και το πρόγραμμα σε κρατική απόφαση. Ο πολίτης δεν βρισκόταν πλέον μόνος απέναντι στη διοικητική ιεραρχία ή στην οικονομική εξουσία. Μπορούσε να ενταχθεί σε μια οργάνωση που διεκδικούσε να μιλήσει στο όνομά του, να συναθροίσει το αίτημά του με αιτήματα άλλων κοινωνικών ομάδων και να το μεταφέρει στο κοινοβουλευτικό και κυβερνητικό επίπεδο. Ακόμη και όταν η πραγματική επιρροή του απλού μέλους ήταν περιορισμένη, η οργανωμένη παρουσία δημιουργούσε αίσθηση πολιτικής αποτελεσματικότητας: την πεποίθηση ότι η κοινωνική θέση δεν αποτελούσε ατομική μοίρα, αλλά μπορούσε να γίνει αντικείμενο συλλογικής δράσης.
Η μαζική κομματική ένταξη πρέπει, επομένως, να ιδωθεί ως διαδικασία κοινωνικής δημοκρατικοποίησης. Οι θεσμικοί κανόνες αποκτούν ανθεκτικότητα όταν σημαντικά τμήματα της κοινωνίας τούς θεωρούν δικούς τους και βλέπουν μέσα σε αυτούς δυνατότητα πραγματικής επιρροής. Το μεταπολιτευτικό κομματικό σύστημα ενσωμάτωσε κοινωνικές ομάδες οι οποίες δεν αισθάνονταν προηγουμένως ισότιμοι φορείς της δημόσιας ζωής. Μισθωτοί, αγρότες, δημόσιοι υπάλληλοι, νέοι πτυχιούχοι, κάτοικοι της περιφέρειας, γυναίκες, μικρομεσαία στρώματα και πολίτες διαφορετικών ιδεολογικών παραδόσεων απέκτησαν οργανωμένους διαύλους πολιτικής αναγνώρισης. Η δημοκρατία έπαψε να εμφανίζεται ως αποκλειστικό πεδίο περιορισμένων ελίτ και μετατράπηκε σε χώρο στον οποίο οι κοινωνικές μάζες μπορούσαν να διεκδικήσουν παρουσία, γλώσσα και κρατική εκπροσώπηση.
Αυτή η διαδικασία δεν ήταν απλώς αριθμητική διεύρυνση της συμμετοχής. Μετέβαλε την ίδια την έννοια του πολίτη. Στο φιλελεύθερο κοινοβουλευτικό πρότυπο, ο πολίτης νοείται κυρίως ως φορέας ατομικών δικαιωμάτων και αυτόνομης εκλογικής κρίσης. Στη μαζική κομματική δημοκρατία, η πολιτική του ιδιότητα αποκτά συλλογική διάσταση. Ο πολίτης δεν επιλέγει μόνο ανάμεσα σε προγράμματα· συμμετέχει σε κοινωνικές αφηγήσεις που του εξηγούν σε ποια πολιτική οικογένεια ανήκει, ποια ιστορική εμπειρία τον καθορίζει, ποιες κοινωνικές δυνάμεις θεωρεί συμμάχους και ποιες πολιτικές επιδιώξεις αντιπροσωπεύουν το κοινό συμφέρον. Η κομματική ταυτότητα προσέφερε έτσι συνέχεια σε έναν κόσμο ταχύτατης κοινωνικής αλλαγής. Οργάνωνε την ατομική βιογραφία μέσα σε συλλογικό χρόνο και επέτρεπε στον πολίτη να αντιλαμβάνεται την εκλογική επιλογή ως μέρος μιας ευρύτερης ιστορικής διαδρομής.
Η οικογένεια υπήρξε ένας από τους βασικότερους μηχανισμούς αυτής της πολιτικής κοινωνικοποίησης. Η κομματική ταύτιση μεταδιδόταν μέσα από καθημερινές συζητήσεις, εφημερίδες, σύμβολα, οικογενειακές μνήμες, συμμετοχή σε συγκεντρώσεις και αφηγήσεις κοινωνικής ανόδου ή αποκλεισμού. Η πολιτική επιλογή δεν σχηματιζόταν κάθε φορά από μηδενική βάση. Εγγραφόταν σε μια κληρονομημένη πολιτισμική τοποθέτηση, η οποία παρείχε στους νεότερους ένα αρχικό πλαίσιο ερμηνείας του δημόσιου κόσμου. Η διαγενεακή αυτή μετάδοση ενίσχυε τη σταθερότητα των κομματικών ταυτίσεων και περιόριζε την εκλογική ρευστότητα, αλλά δεν αποτελούσε απλώς παθητική αναπαραγωγή. Κάθε γενιά αναδιαμόρφωνε την κληρονομημένη ταυτότητα μέσα από τις δικές της εμπειρίες, τις εκπαιδευτικές ευκαιρίες, τις νέες μορφές απασχόλησης και τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές προσδοκίες.
Η κομματική ένταξη λειτουργούσε ακόμη ως μηχανισμός πολιτικής εκπαίδευσης. Οι τοπικές συνελεύσεις, οι κομματικές νεολαίες, τα συνέδρια, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι φοιτητικές παρατάξεις αποτελούσαν χώρους στους οποίους οι πολίτες εξοικειώνονταν με τη σύνταξη προτάσεων, τη δημόσια ομιλία, την εκλογή αντιπροσώπων, τον σχηματισμό πλειοψηφιών, την εσωτερική αντιπαράθεση και την αποδοχή της οργανωτικής απόφασης. Η συμμετοχή δεν ήταν πάντοτε ισότιμη ούτε οι διαδικασίες πλήρως δημοκρατικές. Ωστόσο, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι απέκτησαν πρακτική εμπειρία συλλογικής δράσης, διαπραγμάτευσης και αντιπροσώπευσης. Το κόμμα λειτουργούσε ως άτυπο σχολείο πολιτικής, στο οποίο η δημοκρατία γινόταν καθημερινή διαδικασία και όχι αφηρημένη συνταγματική έννοια.
Η μαζική πολιτικοποίηση είχε, συγχρόνως, ισχυρή πολιτισμική διάσταση. Τα κόμματα παρήγαν ιδιαίτερα λεξιλόγια, αισθητικές, συμβολισμούς και τρόπους δημόσιας παρουσίας. Οι πολιτικές συγκεντρώσεις δεν ήταν μόνο εργαλεία επίδειξης αριθμητικής δύναμης. Ήταν τελετουργίες συλλογικής αναγνώρισης, στις οποίες οι συμμετέχοντες έβλεπαν ότι ανήκουν σε μια ευρύτερη κοινότητα και ότι οι ατομικές τους εμπειρίες συμμερίζονται από πολλούς άλλους. Η μουσική, τα συνθήματα, οι αφίσες, οι εφημερίδες και οι πολιτικές επέτειοι δημιουργούσαν ένα κοινό συμβολικό σύμπαν. Η δημοκρατία αποκτούσε έτσι συναισθηματική και πολιτισμική πυκνότητα, στοιχείο καθοριστικό για την εδραίωσή της: οι θεσμοί δεν γίνονταν απλώς αποδεκτοί, αλλά επενδύονταν με προσδοκίες, πάθη και συλλογική αφοσίωση.
Αυτή η ισχυρή κομματική ταύτιση παρήγαγε ένα ιδιότυπο υπόδειγμα συγκρουσιακής ενσωμάτωσης. Η μεταπολιτευτική κοινωνία δεν ενοποιήθηκε μέσω της εξάλειψης των πολιτικών διαφορών. Αντιθέτως, οι διαφορές παρέμειναν οξείες, αλλά οργανώθηκαν μέσα σε σταθερό πλαίσιο νόμιμου ανταγωνισμού. Οι πολίτες μπορούσαν να αντιλαμβάνονται τον αντίπαλο ως φορέα ριζικά διαφορετικού κοινωνικού σχεδίου, χωρίς να αμφισβητούν κατ’ ανάγκην το δικαίωμά του να συμμετέχει και να διεκδικεί την κυβέρνηση. Η έντονη πόλωση, όσο παρέμενε εντός κοινών θεσμικών κανόνων, μπορούσε να λειτουργεί ενσωματωτικά: προσέφερε σαφείς πολιτικές επιλογές, ενίσχυε την κινητοποίηση και δημιουργούσε την πεποίθηση ότι η αλλαγή ήταν δυνατή μέσα από την εκλογική διαδικασία.
Η μαζική κομματική μορφή δεν αναπτύχθηκε ομοιόμορφα σε όλους τους πολιτικούς χώρους. Διαφορετικές οργανωτικές παραδόσεις παρήγαγαν διαφορετικές σχέσεις ανάμεσα στην ηγεσία, στα μέλη και στις κοινωνικές οργανώσεις. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός επέβαλε σταδιακά σε ολόκληρο το κομματικό σύστημα την ανάγκη κοινωνικής γείωσης. Τα κόμματα που φιλοδοξούσαν να κυβερνήσουν δεν μπορούσαν να στηρίζονται μόνο σε κοινοβουλευτικά στελέχη, προσωπικά δίκτυα και προεκλογικούς μηχανισμούς. Χρειάζονταν οργανώσεις σε δήμους, επαγγελματικούς χώρους, συνδικάτα, πανεπιστήμια και κοινωνικές κατηγορίες. Το μαζικό κόμμα έγινε, έτσι, όχι απλώς μία οργανωτική επιλογή αλλά ο κυρίαρχος τύπος πολιτικής νομιμοποίησης: η ισχύς της ηγεσίας έπρεπε να εμφανίζεται ως έκφραση μιας ενεργού κοινωνικής βάσης.
Η σχέση αυτή, όμως, περιείχε εξαρχής βαθιά αντίφαση. Η μαζικότητα δεν συνεπαγόταν αναγκαστικά εσωκομματική δημοκρατία. Ένα κόμμα μπορούσε να διαθέτει πολυάριθμα μέλη και πυκνή οργανωτική παρουσία, αλλά οι κρίσιμες αποφάσεις για τη στρατηγική, το πρόγραμμα, τις υποψηφιότητες και την κατανομή των αξιωμάτων να λαμβάνονται από περιορισμένο ηγετικό κέντρο. Τα μέλη μπορούσαν να κινητοποιούν, να επικυρώνουν, να μεταφέρουν μηνύματα και να οργανώνουν την εκλογική παρουσία, χωρίς να έχουν αντίστοιχη δύναμη ελέγχου της ηγεσίας. Έτσι, η κομματική συμμετοχή μπορούσε να λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός διοχέτευσης κοινωνικής ενέργειας προς το κέντρο παρά ως πραγματική αποκέντρωση της πολιτικής απόφασης.
Η προσωποκεντρική ηγεσία δεν ήταν απλώς παραμόρφωση του μαζικού κόμματος. Συχνά αποτελούσε οργανωτικό όρο της συνοχής του. Οι μεγάλες κομματικές συμμαχίες περιλάμβαναν κοινωνικές ομάδες με διαφορετικές ανάγκες, ιδεολογικές αναφορές και πολιτισμικές προτιμήσεις. Η ηγεσία λειτουργούσε ως συμβολικό σημείο ενοποίησης, ως διαιτητής εσωτερικών ανταγωνισμών και ως φορέας της συνολικής κυβερνητικής υπόσχεσης. Η προσωπική αυθεντία μπορούσε να επιτρέπει τη συνύπαρξη ετερογενών τάσεων, αλλά ταυτόχρονα περιόριζε την αυτονομία των οργανώσεων και καθιστούσε τη συλλογική ταυτότητα υπερβολικά εξαρτημένη από το πρόσωπο που την εξέφραζε. Η μαζική κινητοποίηση και ο ηγετικός συγκεντρωτισμός δεν αποτελούσαν, συνεπώς, αντίθετα φαινόμενα· μπορούσαν να αλληλοενισχύονται.
Η δεύτερη μεγάλη αντίφαση αφορούσε τη σχέση του κόμματος με το κράτος. Στην αρχική φάση, η κομματική οργάνωση εμφανιζόταν ως μέσο κοινωνικού ελέγχου της κρατικής εξουσίας. Τα κοινωνικά αιτήματα οργανώνονταν από τα κάτω και μεταφέρονταν προς την κυβέρνηση. Όταν, όμως, τα κόμματα απέκτησαν σταθερή κυβερνητική παρουσία, η σχέση αντιστράφηκε εν μέρει. Η κρατική εξουσία άρχισε να χρησιμοποιεί το κόμμα για να οργανώνει κοινωνική υποστήριξη, να κατανέμει θέσεις, να στελεχώνει οργανισμούς και να ελέγχει ενδιάμεσους θεσμούς. Το κόμμα έπαψε να είναι μόνο εκπρόσωπος της κοινωνίας απέναντι στο κράτος και έγινε φορέας διείσδυσης του κράτους στην κοινωνία. Η κυβερνητική και κομματική λειτουργία άρχισαν να αλληλοεπικαλύπτονται, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η διάκριση ανάμεσα στην πολιτική εκπροσώπηση και στη διαχείριση της δημόσιας διοίκησης.
Η αλληλοδιείσδυση αυτή συνέβαλε στη δημιουργία μιας νεότερης μορφής πελατειακής πολιτικής. Η παραδοσιακή σχέση του μεμονωμένου πολίτη με τον τοπικό πολιτευτή δεν εξαφανίστηκε, αλλά εντάχθηκε σε περισσότερο οργανωμένες κομματικές αλυσίδες. Τοπικές οργανώσεις, βουλευτές, υπουργικά γραφεία, συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι και διοικητικά στελέχη μπορούσαν να συνδέονται σε δίκτυα μεσολάβησης. Η πρόσβαση σε διορισμούς, μεταθέσεις, άδειες, επιχορηγήσεις, συμβάσεις ή διοικητικές διευκολύνσεις περνούσε συχνά μέσα από κομματικές σχέσεις. Το κόμμα λειτουργούσε έτσι ως μηχανισμός επίλυσης πραγματικών προβλημάτων, αλλά ακριβώς γι’ αυτό υποκαθιστούσε την απρόσωπη διοίκηση και εκπαίδευε τον πολίτη να αντιλαμβάνεται το δικαίωμα ως αποτέλεσμα πολιτικής πρόσβασης.
Δεν θα ήταν, ωστόσο, επιστημονικά ορθό να αναχθεί ολόκληρη η κομματική κινητοποίηση στην ιδιοτέλεια. Η συμμετοχή στηριζόταν σε πραγματικές ιδεολογικές πεποιθήσεις, σε ελπίδα κοινωνικής αλλαγής, σε συλλογική αλληλεγγύη και σε αίσθηση ιστορικής συμμετοχής. Τα υλικά συμφέροντα και η ιδεολογική αφοσίωση δεν αλληλοαναιρούνταν. Συχνά συνυπήρχαν: ο πολίτης μπορούσε να επιδιώκει προσωπική βελτίωση και ταυτόχρονα να πιστεύει ειλικρινά ότι το κόμμα του εξέφραζε δικαιότερη κοινωνική τάξη. Η επιτυχία των μεταπολιτευτικών κομμάτων στηρίχθηκε ακριβώς στη δυνατότητά τους να συνδέουν το ατομικό με το συλλογικό, τη βιογραφική επιδίωξη με την κοινωνική αφήγηση και την πρόσβαση στο κράτος με την υπόσχεση πολιτικής ισότητας.
Η μαζική κομματική ένταξη υπήρξε ακόμη σημαντικός μηχανισμός ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού. Οι νεολαίες, οι τοπικές οργανώσεις, οι φοιτητικές παρατάξεις, τα συνδικάτα και η αυτοδιοίκηση παρείχαν διαδρομές πολιτικής ανάδειξης σε πρόσωπα χωρίς κληρονομημένη πρόσβαση στα παραδοσιακά δίκτυα εξουσίας. Η πολιτική σταδιοδρομία μπορούσε να αρχίσει από μια κομματική συνέλευση, ένα εργατικό σωματείο, έναν φοιτητικό σύλλογο ή ένα δημοτικό συμβούλιο. Αυτή η διεύρυνση ενίσχυσε την κοινωνική αντιπροσωπευτικότητα των πολιτικών ελίτ. Παράλληλα, όμως, δημιούργησε μια νέα κατηγορία επαγγελματιών της κομματικής δραστηριότητας, των οποίων η σταδιοδρομία εξαρτιόταν περισσότερο από την εσωτερική οργανωτική δικτύωση παρά από την αυτόνομη κοινωνική παρουσία.
Από το σημείο αυτό άρχισε να αναπτύσσεται η μετάβαση από το κόμμα μαζικής κοινωνικής εκπροσώπησης προς το κόμμα επαγγελματικής κρατικής διαχείρισης. Η μακροχρόνια κυβερνητική παρουσία, η κρατική χρηματοδότηση, η επέκταση της τηλεόρασης, η αυξανόμενη σημασία των δημοσκοπήσεων και η εξειδίκευση της επικοινωνιακής στρατηγικής περιόρισαν την ανάγκη της ηγεσίας να εξαρτάται από την καθημερινή δράση των οργανώσεων. Οι εκλογικές εκστρατείες μπορούσαν πλέον να σχεδιάζονται από κεντρικά επιτελεία, ειδικούς επικοινωνίας και επαγγελματίες της πολιτικής διαφήμισης. Ο αρχηγός απευθυνόταν άμεσα στο σύνολο του εκλογικού σώματος, παρακάμπτοντας σε μεγάλο βαθμό τις τοπικές δομές. Το μέλος μετατρεπόταν σταδιακά από συνδιαμορφωτή σε υποστηρικτή και από κοινωνικό μεσολαβητή σε περιστασιακό εκλογικό εθελοντή.
Η ιδεολογική λειτουργία των κομμάτων εξασθένησε παράλληλα με την οργανωτική τους γείωση. Οι μεγάλες συνολικές αφηγήσεις έδωσαν σταδιακά τη θέση τους σε περισσότερο διαχειριστικά προγράμματα, σε τεχνοκρατικές υποσχέσεις και σε ανταγωνισμό ικανότητας. Η πολιτική ταυτότητα δεν εξαφανίστηκε, αλλά έχασε μέρος της πυκνότητάς της. Ο πολίτης έπαψε να αντιλαμβάνεται την κομματική επιλογή ως σταθερή ένταξη σε ιστορικό συλλογικό υποκείμενο και άρχισε να την αντιμετωπίζει περισσότερο ως αξιολόγηση προσώπων, αποτελεσμάτων και συγκυριακών προτάσεων. Η πολιτική συμμετοχή μετακινήθηκε από τη διάρκεια προς τη στιγμή, από την οργάνωση προς την κοινή γνώμη και από τη συλλογική ταυτότητα προς την ατομική αξιολόγηση.
Η εξέλιξη αυτή δεν πρέπει να ερμηνευθεί απλώς ως απελευθέρωση των πολιτών από τον κομματικό έλεγχο. Η υποχώρηση της οργανωμένης κομματικής ιδιότητας δεν συνοδεύθηκε αναγκαστικά από ισχυροποίηση αυτόνομων θεσμών της κοινωνίας των πολιτών. Συχνά δημιούργησε κενό αντιπροσώπευσης. Ο αποδεσμευμένος ψηφοφόρος απέκτησε μεγαλύτερη ευχέρεια μετακίνησης μεταξύ κομμάτων, αλλά μικρότερη δυνατότητα να επηρεάζει σταθερά την παραγωγή πολιτικής. Μπορούσε να επιβραβεύει ή να τιμωρεί την κυβέρνηση στην κάλπη, όχι όμως να συμμετέχει συστηματικά στη διαμόρφωση προγράμματος, στην επιλογή στελεχών ή στον έλεγχο της ηγεσίας. Η αποκομματικοποίηση αύξησε την εκλογική αυτονομία, αλλά περιόρισε την οργανωμένη πολιτική αποτελεσματικότητα.
Η οικονομική και κοινωνική κρίση επιτάχυνε δραματικά αυτή τη διαδικασία. Η εξασθένηση των παλαιών ταυτίσεων, η κατάρρευση της εμπιστοσύνης και η αίσθηση ότι τα κόμματα λειτουργούν ως κλειστοί μηχανισμοί επαγγελματικής αναπαραγωγής αποσύνδεσαν τις ηγεσίες από σημαντικά τμήματα της κοινωνίας. Τα κόμματα εξακολούθησαν να ελέγχουν την κοινοβουλευτική διαδικασία, την κυβερνητική στελέχωση και μεγάλο μέρος της δημόσιας ατζέντας, ενώ η κοινωνική τους ρίζωση μειωνόταν. Διαμορφώθηκε έτσι ένα παράδοξο: αποκομματικοποίηση της κοινωνίας και διατήρηση ισχυρής κομματικής επιρροής στο κράτος. Τα κόμματα έχαναν ενεργά μέλη, αλλά δεν έχαναν αντίστοιχα τη θεσμική τους εξουσία.
Αυτό το παράδοξο βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης κρίσης αντιπροσώπευσης. Όταν το κόμμα δεν στηρίζεται σε ενεργές κοινωνικές οργανώσεις, κινδυνεύει να μετατραπεί σε κρατικοκεντρικό μηχανισμό που αντλεί πόρους, προσωπικό και νομιμοποίηση κυρίως από τη συμμετοχή του στους θεσμούς. Η ηγεσία επικοινωνεί με τους πολίτες μέσα από τα μέσα ενημέρωσης και τις ψηφιακές πλατφόρμες, αλλά η επικοινωνία δεν ισοδυναμεί με συμμετοχή. Οι πολίτες εκφράζουν διαθέσεις, αντιδράσεις και προτιμήσεις, χωρίς να διαθέτουν οργανωμένο τρόπο μετατροπής τους σε συνεκτική πολιτική πίεση. Το κόμμα μαθαίνει τι σκέφτεται το εκλογικό σώμα μέσα από μετρήσεις, όχι μέσα από ζωντανές κοινωνικές διαδικασίες.
Η μαζική κομματική δημοκρατία δεν μπορεί και δεν πρέπει να ανασυσταθεί νοσταλγικά στην παλαιά της μορφή. Οι κοινωνικές τάξεις έχουν μεταβληθεί, η εργασία έχει κατακερματιστεί, οι βιογραφίες είναι περισσότερο εξατομικευμένες και η ψηφιακή επικοινωνία έχει αλλάξει ριζικά τις προσδοκίες συμμετοχής. Η επιστροφή σε αυστηρά ιεραρχικές οργανώσεις, σε σταθερές οικογενειακές ταυτίσεις και σε πυκνή κομματική εποπτεία της κοινωνίας δεν είναι ούτε εφικτή ούτε επιθυμητή. Το δημοκρατικό πρόβλημα, όμως, παραμένει: πώς μπορεί ο πολίτης να γίνει κάτι περισσότερο από καταναλωτής πολιτικής επικοινωνίας και περιστασιακός αξιολογητής κυβερνητικών αποτελεσμάτων;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στην κατάργηση των κομμάτων, αλλά στην ανακατασκευή της ενδιάμεσης πολιτικής οργάνωσης. Απαιτούνται κόμματα με διαφανείς εσωτερικές διαδικασίες, πραγματική δυνατότητα ελέγχου της ηγεσίας, συμμετοχή των μελών στην παραγωγή πολιτικής, δημοκρατική επιλογή υποψηφίων και σαφή διαχωρισμό μεταξύ κομματικής οργάνωσης και κρατικής διοίκησης. Η ψηφιακή συμμετοχή μπορεί να διευρύνει την πρόσβαση, δεν πρέπει όμως να εξαντλείται σε στιγμιαίες ψηφοφορίες χωρίς συζήτηση και οργανωτική συνέχεια. Χρειάζονται δομές στις οποίες η κοινωνική εμπειρία μετατρέπεται σε επεξεργασμένη πρόταση και η κομματική ηγεσία υποχρεώνεται να αιτιολογεί τις αποφάσεις της απέναντι σε πραγματικά οργανωμένη βάση.
Η ιστορική αποτίμηση της μεταπολιτευτικής κομματικής δημοκρατίας πρέπει, συνεπώς, να παραμείνει διπλή. Η μαζική κομματική ένταξη αποτέλεσε θεμελιώδη μηχανισμό κοινωνικής ιδιοποίησης της δημοκρατίας. Έδωσε σε μεγάλες κοινωνικές ομάδες αίσθηση συλλογικής δύναμης, προσέφερε διαύλους πολιτικής εκπαίδευσης και συνέβαλε αποφασιστικά στη μετατροπή του κοινοβουλευτικού συστήματος σε κοινό κοινωνικό πεδίο. Ταυτόχρονα, περιόρισε συχνά την αυτονομία του πολίτη, υποκατέστησε την απρόσωπη διοίκηση με κομματική διαμεσολάβηση, συγκέντρωσε την εσωτερική εξουσία στις ηγεσίες και μετέτρεψε την κοινωνική συμμετοχή σε μέσο κρατικού ελέγχου.
Η δημοκρατία της Μεταπολίτευσης υπήρξε δημοκρατία μαζικής κομματικής ένταξης επειδή η πολιτική ελευθερία απέκτησε οργανωμένη κοινωνική μορφή. Ο πολίτης δεν κλήθηκε απλώς να επιλέξει ποιος θα κυβερνήσει, αλλά να ενταχθεί σε συλλογικά υποκείμενα που του προσέφεραν γλώσσα, ταυτότητα και προσδοκία αποτελεσματικής δράσης. Η ιστορική της επιτυχία βρίσκεται στο ότι κατέστησε την πολιτική κοινή υπόθεση ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων. Η ιστορική της αδυναμία βρίσκεται στο ότι συνέδεσε συχνά τη συμμετοχή με την εξάρτηση και την αντιπροσώπευση με την κομματική ιδιοποίηση του κράτους. Η σημερινή δημοκρατική πρόκληση δεν είναι να επιστρέψει στον μαζικό κομματικό κόσμο των πρώτων δεκαετιών, αλλά να διασώσει το ισχυρότερο κεκτημένο του —την οργανωμένη συλλογική ιδιότητα του πολίτη— απαλλάσσοντάς το από τον συγκεντρωτισμό, την πελατειακή μεσολάβηση και τη σύγχυση ανάμεσα στο κόμμα και στη δημόσια εξουσία.
Πρόσφατα σχόλια