Η σύγκρουση Ηνωμένων Πολιτειών–Ιράν αποτελεί ιδανική δοκιμασία της έννοιας της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, διότι αποκαλύπτει τη διαφορά ανάμεσα στην πολιτική βούληση, στην επιχειρησιακή ικανότητα και στη συλλογική εξουσία. Η Γαλλία μπορεί να αποφασίζει ότι δεν συμμερίζεται μια αμερικανική στρατιωτική επιλογή. Μπορεί επίσης να διαθέτει σημαντικά εθνικά μέσα για να υποστηρίξει τη δική της θέση. Δεν ακολουθεί όμως ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύνολο μπορεί να μετατρέψει τη γαλλική διαφοροποίηση σε κοινή, βιώσιμη και υλικά υποστηριζόμενη ευρωπαϊκή στρατηγική. Η κρίση επιβεβαιώνει επομένως ταυτόχρονα δύο αντίθετες διαπιστώσεις: ότι η αυτονομία είναι αναγκαία ακριβώς επειδή οι αμερικανικές και οι ευρωπαϊκές προτεραιότητες δεν ταυτίζονται πάντοτε, αλλά και ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να στερείται πολλών από τις δυνατότητες που θα έκαναν τη διαφοροποίησή της αποτελεσματική.
Η Γαλλία αρνήθηκε να συμμετάσχει σε επιχείρηση βίαιου ανοίγματος των Στενών του Ορμούζ όσο συνεχίζονταν οι εχθροπραξίες, υποστηρίζοντας ότι οποιαδήποτε αποστολή θα έπρεπε να είναι αυστηρά αμυντική, να ακολουθήσει την αποκλιμάκωση και να οργανωθεί σε συνεννόηση με τις ενδιαφερόμενες πλευρές. Αργότερα ανέλαβε πρωτοβουλία σχεδιασμού πολυεθνικής, περιορισμένης αποστολής για τη διευκόλυνση της ναυσιπλοΐας υπό διαφορετικές πολιτικές συνθήκες. Παράλληλα, η γαλλική ηγεσία συνέχισε να υποστηρίζει ότι η ευρωπαϊκή άμυνα δεν μπορεί να συγκροτείται ως άθροισμα απομονωμένων εθνικών στρατηγικών.
Η στάση αυτή συμπυκνώνει το ουσιαστικό νόημα της στρατηγικής αυτονομίας. Αυτονομία δεν είναι η συστηματική αντίθεση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε η κατασκευή μιας ευρωπαϊκής ουδετερότητας ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στην Τεχεράνη. Είναι η ικανότητα επιλογής: η δυνατότητα να συνεργάζεται κανείς όταν υπάρχει σύγκλιση σκοπών, να αρνείται όταν η εκτίμηση κινδύνου διαφέρει και να μπορεί να υποστηρίξει υλικά και πολιτικά τη δική του απόφαση. Ο δρών που μπορεί μόνο να συμφωνήσει δεν είναι σύμμαχος με αυτονομία, αλλά εξαρτημένος ακόλουθος. Ο δρών που μπορεί να διαφωνήσει αλλά δεν μπορεί να προστατεύσει τα συμφέροντά του χωρίς τη δύναμη εκείνου από τον οποίο διαφοροποιείται διαθέτει πολιτική φωνή, όχι ολοκληρωμένη στρατηγική αυτονομία.
Για να αποκτήσει αναλυτική ακρίβεια, η αυτονομία πρέπει να διασπαστεί σε τέσσερις ικανότητες. Πρώτον, απαιτεί αυτόνομη γνώση: υπηρεσίες πληροφοριών, δορυφορική εικόνα και αναλυτικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν στην Ευρώπη να αξιολογεί την απειλή χωρίς να εξαρτάται από την αμερικανική παρουσίασή της. Δεύτερον, απαιτεί αυτονομία απόφασης: θεσμούς ικανούς να μετατρέπουν την ευρωπαϊκή διαφωνία σε εγκαίρως συμφωνημένη πολιτική. Τρίτον, απαιτεί αυτονομία δράσης: στρατιωτικά, διπλωματικά, οικονομικά και τεχνολογικά μέσα που μπορούν να υλοποιήσουν την απόφαση. Τέταρτον, απαιτεί αυτονομία αντοχής: επαρκή παραγωγική και δημοσιονομική βάση ώστε η πολιτική να διατηρείται όταν αυξάνεται το κόστος.
Η Γαλλία διαθέτει σε εθνικό επίπεδο στοιχεία και των τεσσάρων ικανοτήτων σε βαθμό ανώτερο από τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη. Διαθέτει πυρηνική αποτροπή, μόνιμη θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας, παγκόσμια διπλωματική παρουσία, σημαντική αμυντική βιομηχανία, εξωτερικές βάσεις, ωκεάνια εμβέλεια και εμπειρία αυτόνομου επιχειρησιακού σχεδιασμού. Η γαλλική στρατηγική σκέψη συνδέει επί μακρόν την εθνική κυριαρχία με την κατοχή των αναγκαίων εργαλείων ώστε οι αποφάσεις να μην εξαρτώνται από την έγκριση τρίτου κράτους. Η δημόσια γαλλική αντίληψη της ευρωπαϊκής κυριαρχίας και αυτονομίας έχει επανειλημμένα παρουσιαστεί ως όρος πολιτικής επιβίωσης της Ευρώπης, όχι ως απλή τεχνική αύξησης των αμυντικών δαπανών.
Το γεγονός ότι η Γαλλία διαθέτει υψηλό βαθμό εθνικής αυτονομίας δεν σημαίνει ότι μπορεί να παράγει ευρωπαϊκή αυτονομία μόνη της. Η προστασία των ευρωπαϊκών συμφερόντων στον Περσικό Κόλπο απαιτεί διαρκή θαλάσσια επιτήρηση, αποναρκοθέτηση, αεράμυνα, δορυφορικές υπηρεσίες, ανεφοδιασμό εν πτήσει, στρατηγικές μεταφορές, ηλεκτρονικό πόλεμο, κυβερνοπροστασία και αποθέματα προηγμένων πυρομαχικών. Η Γαλλία μπορεί να συνεισφέρει ουσιωδώς σε αυτά, αλλά δεν μπορεί να τα παράσχει σε ευρωπαϊκή κλίμακα και για απροσδιόριστη διάρκεια χωρίς εταίρους. Η ευρωπαϊκή αυτονομία είναι επομένως αναγκαστικά συλλογική, ενώ η πολιτική εξουσία, οι προϋπολογισμοί και οι στρατιωτικές δυνάμεις παραμένουν κυρίως εθνικοί.
Από αυτή την ασυμμετρία προκύπτει το κεντρικό γαλλικό δίλημμα. Η Γαλλία θέλει μια Ευρώπη περισσότερο ικανή να ενεργεί, αλλά οι εταίροι της δεν συμμερίζονται πάντα την ίδια αντίληψη για τον σκοπό της ικανότητας. Για το Παρίσι, η αυτονομία περιλαμβάνει την πραγματική δυνατότητα ανεξάρτητης ευρωπαϊκής επιλογής ακόμη και σε περίπτωση διαφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για κράτη που θεωρούν την αμερικανική παρουσία αναντικατάστατη εγγύηση έναντι της Ρωσίας, η ισχυρότερη Ευρώπη είναι αποδεκτή κυρίως ως ενίσχυση του ευρωπαϊκού σκέλους της Ατλαντικής Συμμαχίας. Το πρώτο πρότυπο δίνει έμφαση στην ελευθερία επιλογής· το δεύτερο στην αύξηση της συμβολής εντός προϋπάρχουσας συμμαχικής ιεραρχίας.
Η κρίση του Ιράν αποδεικνύει ότι η διαφορά δεν είναι αφηρημένη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αποφασίσουν ότι η προστασία της ναυσιπλοΐας απαιτεί ευρεία προσβολή ιρανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Η Γαλλία μπορεί να εκτιμήσει ότι μια τέτοια ενέργεια αυξάνει τον κίνδυνο γενίκευσης και ότι προτιμητέα είναι μια περιορισμένη, συναινετική αποστολή μετά από παύση των εχθροπραξιών. Εάν όμως μόνο η Ουάσιγκτον διαθέτει την κλίμακα δυνάμεων που απαιτείται για την άμεση προστασία της ναυσιπλοΐας, η ευρωπαϊκή επιλογή κινδυνεύει να παραμείνει εξαρτημένη από το εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποδεχθούν τον περιορισμό που προτείνει η Ευρώπη.
Αυτό είναι το βαθύτερο πολιτικό κόστος της εξάρτησης. Η Ευρώπη δεν εξαρτάται μόνο από αμερικανικά μέσα· εξαρτάται από την αμερικανική αντίληψη περί του πότε και με ποιον σκοπό πρέπει να χρησιμοποιηθούν. Μπορεί να υφίσταται την ενεργειακή ακρίβεια, τις μεταναστευτικές πιέσεις και την εμπορική διατάραξη μιας κλιμάκωσης στην οποία δεν είχε αποφασιστικό λόγο. Αντίστροφα, μπορεί να βρεθεί εκτεθειμένη εάν μια αμερικανική κυβέρνηση αποφασίσει απότομη αποχώρηση. Η στρατηγική αυτονομία είναι συνεπώς ασφαλιστικός μηχανισμός έναντι τόσο της υπερβολικής αμερικανικής εμπλοκής όσο και της πιθανής αμερικανικής αποδέσμευσης.
Η γαλλική αντίληψη έχει πάντως ένα εγγενές όριο: μπορεί να γίνει πολιτικά πειστική μόνο όταν συνοδεύεται από θετική στρατηγική. Η άρνηση συμμετοχής σε μια αμερικανική ενέργεια δεν αρκεί. Η Ευρώπη πρέπει να μπορεί να προσφέρει διαφορετική λύση στο πραγματικό πρόβλημα: ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, πυρηνική επαλήθευση, αποτροπή επιθέσεων σε κράτη του Κόλπου, προστασία κρίσιμων υποδομών και διατήρηση διαύλων αποκλιμάκωσης. Διαφορετικά, η γαλλική διαφοροποίηση μπορεί να εκληφθεί ως επιθυμία πολιτικής ανεξαρτησίας χωρίς ανάληψη του αντίστοιχου κόστους.
Η βιομηχανική διάσταση είναι γι’ αυτό καθοριστική. Ευρωπαϊκές στρατιωτικές μονάδες που εξαρτώνται από αμερικανικό λογισμικό, πυρομαχικά, ανταλλακτικά ή πληροφορίες δεν προσφέρουν πλήρη αυτονομία, ακόμη και όταν διοικούνται εθνικά. Η στρατηγική ελευθερία χρειάζεται παραγωγική βάση: δυνατότητα αναπλήρωσης πυρομαχικών, πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες, ασφαλή διαστημικά και ψηφιακά συστήματα και ευρωπαϊκές αλυσίδες συντήρησης. Η γαλλική πίεση υπέρ της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας έχει επομένως πολιτικό περιεχόμενο. Η προμήθεια δεν αφορά μόνο την οικονομική απόδοση, αλλά και το ποιος διατηρεί τον τελικό έλεγχο της δυνατότητας χρήσης.
Εδώ εμφανίζεται, όμως, μια ακόμη αντίφαση. Η Γαλλία παρουσιάζει την ευρωπαϊκή αυτονομία ως κοινό αγαθό, αλλά συχνά επιθυμεί η ανάπτυξή της να στηρίζεται σε γαλλικές τεχνολογίες, γαλλική στρατηγική κουλτούρα και γαλλική αντίληψη της κυριαρχίας. Οι εταίροι μπορεί επομένως να φοβούνται ότι η ευρωπαϊκοποίηση της αυτονομίας σημαίνει στην πράξη επέκταση της γαλλικής ηγεσίας. Για να υπερβεί αυτή την καχυποψία, το Παρίσι πρέπει να αποδεχθεί πραγματική κοινή διοίκηση, διακρατικό καταμερισμό της παραγωγής και δυνατότητα των εταίρων να συνδιαμορφώνουν τη στρατηγική, ακόμη και όταν αυτή διαφέρει από τη γαλλική προτίμηση.
Η γαλλογερμανική προσέγγιση για στενότερη συνεργασία στον τομέα της αποτροπής αποτελεί ένδειξη ότι ο πυρήνας της αυτονομίας μπορεί να διευρυνθεί πέρα από το καθαρά εθνικό επίπεδο. Δεν επιλύει όμως αυτομάτως το ζήτημα της πολιτικής εξουσιοδότησης, της κοινής χρηματοδότησης και της σχέσης με την Ατλαντική Συμμαχία. Η πυρηνική και συμβατική ισχύς μπορεί να μοιράζεται επιχειρησιακά μόνο εφόσον είναι σαφές ποιος αποφασίζει, ποιος αναλαμβάνει τον κίνδυνο και ποιος λογοδοτεί δημοκρατικά.
Η ιρανική κρίση καταλήγει έτσι σε ένα φαινομενικά παράδοξο αποτέλεσμα. Βραχυπρόθεσμα, η ένταση ενισχύει την εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, επειδή μόνο αυτές διαθέτουν άμεσα την απαιτούμενη κλίμακα προβολής ισχύος. Μακροπρόθεσμα, η ίδια ένταση ενισχύει το επιχείρημα υπέρ της αυτονομίας, επειδή αποδεικνύει ότι η εξάρτηση από αμερικανικές δυνατότητες μετατρέπεται αναπόφευκτα σε εξάρτηση από αμερικανικές πολιτικές επιλογές.
Η στρατηγική αυτονομία θα πάψει να είναι γαλλική διακήρυξη και θα γίνει ευρωπαϊκή πραγματικότητα όταν η Ευρώπη μπορεί να γνωρίζει, να αποφασίζει, να ενεργεί και να αντέχει χωρίς να χρειάζεται εξωτερική άδεια ή υποκατάσταση. Αυτό δεν απαιτεί διάλυση της διατλαντικής σχέσης. Απαιτεί μετατροπή της από σχέση δομικής εξάρτησης σε συνεργασία δύο πλευρών που διαθέτουν πραγματική ικανότητα επιλογής. Η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν δείχνει πόσο μακριά βρίσκεται ακόμη η Ευρώπη από αυτό το σημείο, αλλά και γιατί η προσέγγισή του έχει καταστεί περισσότερο επείγουσα.
Πρόσφατα σχόλια