Η δυσκολία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εμφανιστεί ως ενιαίος στρατηγικός δρών εδράζεται στον θεσμικό χαρακτήρα της Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι κράτος, αλλά σύνθετη ένωση κρατών και πολιτών, στην οποία διαφορετικές μορφές κυριαρχίας συνυπάρχουν χωρίς να συγχωνεύονται. Η εξωτερική πολιτική παραμένει κατεξοχήν πεδίο εθνικής αρμοδιότητας, αλλά οι κυρώσεις, το εμπόριο, η ενέργεια, η οικονομική βοήθεια, η ρύθμιση των αγορών και πολλές τεχνολογικές δυνατότητες ασκούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που διαθέτει εξαιρετικά ισχυρά επιμέρους εργαλεία, χωρίς πάντοτε να διαθέτει ενιαίο πολιτικό κέντρο ικανό να τα συνδέει γρήγορα σε κοινή στρατηγική.
Η Ένωση πρέπει να αναλυθεί ως σύνθετη πολιτεία και όχι ως ελλιπές εθνικό κράτος. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καθορίζει τις γενικές στρατηγικές κατευθύνσεις. Το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων, στο οποίο μετέχουν οι εθνικές κυβερνήσεις, διαμορφώνει και εφαρμόζει την κοινή εξωτερική πολιτική. Η Ύπατη Εκπρόσωπος προεδρεύει του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, προτείνει πρωτοβουλίες, οικοδομεί συναίνεση και επιδιώκει τη συνοχή της εξωτερικής δράσης. Η Επιτροπή διαχειρίζεται ισχυρά οικονομικά εργαλεία, την ενέργεια, το εμπόριο, την ανθρωπιστική βοήθεια και μεγάλο μέρος της εφαρμογής των κυρώσεων. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ασκεί πολιτικό, δημοσιονομικό και δημόσιο έλεγχο, αλλά έχει περιορισμένο αποφασιστικό ρόλο στην κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική.
Η κατανομή αυτή μπορεί να παράγει αξιοσημείωτη ισχύ. Μια απόφαση εξωτερικής πολιτικής του Συμβουλίου μπορεί να ακολουθηθεί από ευρωπαϊκό κανονισμό που δεσμεύει οικονομικούς φορείς σε ολόκληρη την ενιαία αγορά. Η Επιτροπή μπορεί να κινητοποιήσει χρηματοδοτήσεις, να συντονίσει την ενεργειακή ασφάλεια, να εποπτεύσει κρατικές ενισχύσεις και να χρησιμοποιήσει το εμπορικό βάρος της Ένωσης. Τα κράτη-μέλη μπορούν να διαθέσουν στρατιωτικές μονάδες, διπλωματικές σχέσεις και εθνικές υπηρεσίες πληροφοριών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει επομένως περισσότερα μέσα από πολλές παραδοσιακές μεγάλες δυνάμεις. Το πρόβλημα δεν είναι η απόλυτη έλλειψη πόρων, αλλά η πολιτική σύζευξή τους.
Στη σύγκρουση με το Ιράν, η σύζευξη αυτή είναι ιδιαίτερα δύσκολη επειδή οι εθνικές προτεραιότητες διαφέρουν. Κράτη με παγκόσμιες στρατιωτικές δυνατότητες ενδιαφέρονται για την αυτονομία της ευρωπαϊκής δράσης και τη διατήρηση επιρροής στον Περσικό Κόλπο. Εξαγωγικές οικονομίες φοβούνται πρωτίστως την ενεργειακή και εμπορική διατάραξη. Κράτη της Ανατολικής Ευρώπης αξιολογούν κάθε συζήτηση περί απομάκρυνσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέσα από την εμπειρία της ρωσικής απειλής. Μεσογειακά κράτη αποδίδουν μεγαλύτερη βαρύτητα στις μεταναστευτικές, θαλάσσιες και περιφερειακές συνέπειες. Η κοινή θέση πρέπει συνεπώς να συνθέσει όχι απλώς διαφορετικές απόψεις, αλλά διαφορετικές γεωγραφίες ασφάλειας.
Η ομοφωνία στην κοινή εξωτερική και πολιτική ασφάλειας προστατεύει αυτή την εθνική πολυμορφία. Κατά κανόνα, οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται ομόφωνα, με ορισμένες σαφώς οριοθετημένες εξαιρέσεις. Η ίδια αρχή ισχύει για τις αποφάσεις επιβολής κυρώσεων, πριν ακολουθήσουν τα αναγκαία ενωσιακά κανονιστικά μέτρα. Η ομοφωνία εμποδίζει μια πλειοψηφία κρατών να επιβάλει σε ένα άλλο κράτος πολιτική την οποία εκείνο θεωρεί αντίθετη προς ζωτικό εθνικό συμφέρον. Προσδίδει επίσης υψηλή πολιτική νομιμοποίηση στις αποφάσεις που τελικά υιοθετούνται.
Το κόστος είναι ότι κάθε κράτος αποκτά δυνητική δύναμη αρνησικυρίας. Ακόμη και όταν το βέτο δεν ασκείται επισήμως, η πιθανότητά του ωθεί τους ευρωπαϊκούς θεσμούς σε προληπτική αραίωση της κοινής θέσης. Οι διατυπώσεις γίνονται γενικότερες, οι δεσμεύσεις λιγότερο συγκεκριμένες και τα επίμαχα ζητήματα μετατίθενται σε μεταγενέστερη διαπραγμάτευση. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μια κοινή δήλωση που εκφράζει ανησυχία, υποστηρίζει το διεθνές δίκαιο και ζητεί αποκλιμάκωση, χωρίς να καθορίζει τι ακριβώς θα πράξει η Ένωση εάν η αποκλιμάκωση δεν πραγματοποιηθεί.
Η συνεδρίαση του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της 13ης Ιουλίου 2026 εξέτασε την κατάσταση στο Ιράν, την ευρύτερη περιφερειακή ασφάλεια και την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, υπογραμμίζοντας τη σημασία του συντονισμού με τα κράτη του Κόλπου. Η συνεδρίαση καταδεικνύει ότι η Ένωση διαθέτει θεσμικό χώρο συλλογικής αποτίμησης και διπλωματικής επαφής. Δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι έχει διαμορφωθεί ενιαία στρατηγική για τη σχέση ανάμεσα στη στρατιωτική αποτροπή, στην προστασία της ναυσιπλοΐας, στις κυρώσεις και στην πυρηνική διπλωματία.
Η έννοια της στρατηγικής απαιτεί περισσότερα από συμφωνία επί των γενικών αρχών. Απαιτεί κοινή ιεράρχηση στόχων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να επιδιώκει ταυτόχρονα την αποτροπή ιρανικού πυρηνικού όπλου, την προστασία των θαλάσσιων διαδρόμων, τη μη γενίκευση του πολέμου, τη διατήρηση της διατλαντικής σχέσης και την προστασία του ιρανικού πληθυσμού. Οι στόχοι αυτοί δεν είναι πάντοτε συμβατοί βραχυπρόθεσμα. Ένα στρατιωτικό πλήγμα μπορεί να μειώνει μια συγκεκριμένη δυνατότητα και να αυξάνει ταυτόχρονα το κίνητρο πυρηνικής απόκτησης. Η ενίσχυση των κυρώσεων μπορεί να ασκεί πίεση στην κρατική εξουσία και να αποδυναμώνει παράλληλα τις κοινωνικές ομάδες που θα μπορούσαν να στηρίξουν περισσότερο ανοικτή πολιτική. Η στρατηγική προϋποθέτει απόφαση για το ποια αντίφαση είναι αποδεκτή και ποια όχι.
Η πολυφωνία δυσχεραίνει και την ταχεία λήψη αποφάσεων. Στον σύγχρονο πόλεμο, μια επίθεση, μια απόπειρα αποκλεισμού ή μια κατάρρευση εκεχειρίας μπορεί να αλλάξει την κατάσταση μέσα σε ώρες. Η ευρωπαϊκή διαδικασία απαιτεί εθνικές διαβουλεύσεις, συνεδριάσεις πρέσβεων, επεξεργασία από την Πολιτική και Επιτροπή Ασφάλειας, συντονισμό από την Ύπατη Εκπρόσωπο και τελική υπουργική απόφαση. Η διαδικασία αυξάνει τη νομιμοποίηση και μειώνει τον κίνδυνο αυθαίρετης δράσης. Μπορεί όμως να παράγει απόφαση αφού οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ιράν ή άλλος περιφερειακός δρών έχουν ήδη δημιουργήσει νέο τετελεσμένο.
Η Ύπατη Εκπρόσωπος βρίσκεται στο κέντρο αυτής της αντίφασης. Έχει την ευθύνη να οικοδομεί συναίνεση και να εξασφαλίζει τη συνοχή της ευρωπαϊκής εξωτερικής δράσης, αλλά δεν διαθέτει αυτόνομη εξουσία να δημιουργήσει πολιτική εκεί όπου τα κράτη διαφωνούν. Είναι περισσότερο θεσμικός συντονιστής μιας συλλογικής βούλησης παρά υπερεθνικός υπουργός Εξωτερικών. Όταν υπάρχει συμφωνία, μπορεί να προσδώσει συνέχεια και διεθνή ορατότητα. Όταν δεν υπάρχει, η δημόσια φωνή της Ένωσης περιορίζεται αναγκαστικά στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή.
Η Επιτροπή βρίσκεται στην αντίστροφη θέση. Δεν μπορεί να αποφασίσει στρατιωτική αποστολή ή να καθορίσει μόνη της τη διπλωματική γραμμή, αλλά διαθέτει εκτελεστική και κανονιστική ισχύ σε πεδία που καθορίζουν την ανθεκτικότητα της Ευρώπης: ενέργεια, εμπόριο, οικονομικά μέτρα, εφοδιαστικές αλυσίδες, χρηματοδότηση και ανθρωπιστική βοήθεια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι επομένως συχνά περισσότερο ικανή να διαχειριστεί τις οικονομικές συνέπειες μιας γεωπολιτικής κρίσης παρά να επηρεάσει αποφασιστικά την αρχική στρατιωτική της τροχιά.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτυπώνει ένα διαφορετικό δημοκρατικό έλλειμμα. Είναι ο μοναδικός άμεσα εκλεγμένος θεσμός της Ένωσης, αλλά στην κοινή εξωτερική πολιτική ο ρόλος του είναι κυρίως συμβουλευτικός, ελεγκτικός και δημοσιονομικός. Οι πλέον δραματικές αποφάσεις για ειρήνη και πόλεμο παραμένουν στα κράτη και στο Συμβούλιο, ενώ η ευρωπαϊκή δημόσια συζήτηση είναι κατακερματισμένη σε εθνικά κοινοβούλια. Έτσι, καμία Βουλή δεν ελέγχει το συνολικό ευρωπαϊκό αποτέλεσμα: μία κυβέρνηση παρέχει πλοίο, άλλη βάση, τρίτη πληροφορίες και η Επιτροπή οικονομική υποστήριξη, χωρίς μία ενιαία δημοκρατική διαδικασία που να αξιολογεί ολόκληρη τη σύνθεση.
Η λύση δεν μπορεί να είναι η απλή κατάργηση της ομοφωνίας σε όλες τις αποφάσεις. Η εξωτερική και αμυντική πολιτική αγγίζει τον πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας και ενδέχεται να θέτει σε κίνδυνο ζωές πολιτών και στρατιωτικών. Ένα κράτος δύσκολα μπορεί να υποχρεωθεί από τους εταίρους του να συμμετάσχει σε πόλεμο. Υπάρχουν όμως ενδιάμεσοι θεσμικοί μηχανισμοί. Η εποικοδομητική αποχή επιτρέπει σε ένα κράτος να μη δεσμευτεί πλήρως, χωρίς να εμποδίσει τη δράση των υπολοίπων, υπό τους όρους του άρθρου 31 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ειδική πλειοψηφία μπορεί να χρησιμοποιηθεί περισσότερο σε εφαρμοστικά και διοικητικά μέτρα, αφού η βασική στρατηγική έχει συμφωνηθεί. Ομάδες πρόθυμων κρατών μπορούν να ενεργούν υπό κοινό ευρωπαϊκό πολιτικό πλαίσιο, χωρίς να μετατρέπουν τη μη συμμετοχή σε βέτο.
Η διαφοροποιημένη δράση έχει όμως νόημα μόνο αν παραμένει πραγματικά ευρωπαϊκή. Μια ομάδα μεγάλων κρατών που αποφασίζει μόνη της και χρησιμοποιεί την Ένωση απλώς για οικονομική ή πολιτική νομιμοποίηση δεν θεραπεύει την πολυφωνία· δημιουργεί άτυπο διευθυντήριο. Χρειάζονται σαφής εντολή, διαφάνεια, δυνατότητα συμμετοχής των μικρότερων κρατών στη διαμόρφωση της πολιτικής και ευρωπαϊκή λογοδοσία για τη χρήση κοινών πόρων.
Η αποτελεσματικότητα μπορεί επίσης να βελτιωθεί με προκαθορισμένα σχέδια αντίδρασης. Η Ευρώπη γνωρίζει ότι η ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ, η διακοπή ενεργειακών ροών, οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία και η κατάρρευση πυρηνικών επιθεωρήσεων είναι επαναλαμβανόμενοι κίνδυνοι. Δεν χρειάζεται κάθε φορά να αρχίζει τη διαπραγμάτευση από μηδενική βάση. Μπορούν να συμφωνηθούν εκ των προτέρων βαθμίδες ενεργοποίησης στρατηγικών αποθεμάτων, προστασίας ναυσιπλοΐας, οικονομικών περιορισμών, ανθρωπιστικής συνδρομής και διπλωματικών πρωτοβουλιών. Η πολιτική επιλογή θα παραμένει στα κράτη, αλλά το επιχειρησιακό κόστος της απόφασης θα μειώνεται.
Εξίσου σημαντική είναι η δημιουργία κοινής στρατηγικής γνώσης. Τα κράτη δεν διαφωνούν μόνο για το τι πρέπει να γίνει· συχνά διαφωνούν για το τι έχει συμβεί, πόσο άμεση είναι η απειλή και ποια είναι η πιθανή αντίδραση του Ιράν. Χωρίς κοινή πραγματολογική βάση, η ευρωπαϊκή συναίνεση εξαρτάται από εθνικές πληροφορίες, διαφορετικές συμμαχικές σχέσεις και ασύμμετρη πρόσβαση σε αμερικανικά δεδομένα. Ένας ισχυρότερος ευρωπαϊκός μηχανισμός κοινής αξιολόγησης πληροφοριών δεν θα αντικαθιστούσε τις εθνικές υπηρεσίες, αλλά θα περιόριζε την πιθανότητα τα κράτη να συζητούν διαφορετικές πραγματικότητες.
Η θεσμική πολυφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι επομένως συγχρόνως περιορισμός και δημοκρατικό πλεονέκτημα. Αποτρέπει την εύκολη συγκέντρωση της εξουσίας, προστατεύει την εθνική ιδιαιτερότητα και επιβάλλει ευρύτερη διαβούλευση πριν από σοβαρές δεσμεύσεις. Γίνεται όμως στρατηγική αδυναμία όταν η διαβούλευση δεν μπορεί να καταλήξει εγκαίρως σε συγκεκριμένη κατανομή στόχων, μέσων και ευθυνών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην μία αδιαφοροποίητη φωνή. Χρειάζεται την ικανότητα οι διαφορετικές φωνές της να παράγουν κοινή πράξη. Η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν δείχνει ότι η ευρωπαϊκή ισχύς δεν θα προκύψει μόνο από περισσότερες στρατιωτικές δαπάνες ή αυστηρότερες κυρώσεις. Θα προκύψει όταν οι οικονομικές αρμοδιότητες της Επιτροπής, η διπλωματική λειτουργία της Ύπατης Εκπροσώπου, η πολιτική εξουσία του Συμβουλίου και οι εθνικές στρατιωτικές δυνατότητες μπορούν να συνδέονται σε στρατηγική που είναι ταυτόχρονα συνεπής, έγκαιρη και δημοκρατικά ελέγξιμη.
Πρόσφατα σχόλια