Η σχέση ανάμεσα στην παγκόσμια ηγεμονία και στη συχνή χρήση περιορισμένης στρατιωτικής ισχύος αποτελεί ένα από τα βαθύτερα παράδοξα της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής. Η ηγεμονική θέση δημιουργεί την ικανότητα πραγματοποίησης επεμβάσεων σε μεγάλες αποστάσεις, αλλά ταυτόχρονα παράγει την πολιτική πίεση για την πραγματοποίησή τους. Όσο περισσότερους κανόνες, θαλάσσιους διαδρόμους, συμμαχικές δεσμεύσεις και περιφερειακές ισορροπίες εγγυάται μια δύναμη, τόσο περισσότερα επεισόδια μπορούν να ερμηνευθούν ως δοκιμασίες της αξιοπιστίας της. Η αμερικανική υπεροχή δεν περιορίζει επομένως μόνο την ελευθερία των αντιπάλων· περιορίζει και την ελευθερία των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών να παραμένουν αδρανείς. Η αποχή από μια περιφερειακή σύγκρουση μπορεί να εμφανιστεί ως στρατηγική σύνεση όταν εξετάζεται απομονωμένα, αλλά ως επικίνδυνο προηγούμενο όταν εντάσσεται στο σύνολο της παγκόσμιας αμερικανικής παρουσίας.
Η ηγεμονία δεν ταυτίζεται απλώς με την κατοχή περισσότερων αεροσκαφών, πλοίων, κεφαλαίων και τεχνολογιών από κάθε ανταγωνιστή. Είναι σχέση πολιτικής εξουσίας, μέσα στην οποία άλλα κράτη οργανώνουν τις στρατηγικές τους προσδοκίες γύρω από τη συμπεριφορά της κυρίαρχης δύναμης. Η αμερικανική θέση στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η Ουάσιγκτον έχει όχι μόνο τη δυνατότητα αλλά και τη βούληση να προστατεύει ορισμένα θεμελιώδη αγαθά: την πρόσβαση στις διεθνείς θαλάσσιες οδούς, την ασφάλεια του στρατιωτικού της προσωπικού, τη λειτουργία των συμμαχιών και την αποτροπή βίαιων μεταβολών της περιφερειακής ισορροπίας. Η αντίληψη αυτή μειώνει την ανάγκη καθημερινής άσκησης καταναγκασμού, επειδή μεγάλο μέρος της πειθαρχίας του διεθνούς συστήματος παράγεται προληπτικά. Όταν όμως ένας δρών αμφισβητεί εμπράκτως έναν προστατευόμενο κανόνα, η ηγεμονική δύναμη βρίσκεται αντιμέτωπη με το ερώτημα αν η μη αντίδραση θα μετατρέψει τη μέχρι τότε προβλεπόμενη ισχύ της σε κενή διακήρυξη.
Ο περιορισμένος πόλεμος λειτουργεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο ως τελετουργία ανανέωσης της αξιοπιστίας. Δεν αποσκοπεί αναγκαστικά στην κατάληψη εδάφους, στην ολοκληρωτική στρατιωτική ήττα του αντιπάλου ή στην αναδιοργάνωση ολόκληρου του πολιτικού του συστήματος. Επιδιώκει να αποκαταστήσει μια συγκεκριμένη ιεραρχία προσδοκιών: να αποδείξει ότι ορισμένες πράξεις προκαλούν απαγορευτικά υψηλό κόστος, ότι οι αμερικανικές εγγυήσεις δεν είναι λεκτικές και ότι η τοπική ασυμμετρία κινήτρων δεν μπορεί να εξουδετερώσει την παγκόσμια ασυμμετρία ισχύος. Η χρήση βίας είναι, συνεπώς, επικοινωνιακή όσο και υλική. Απευθύνεται στον άμεσο αντίπαλο, στους συμμάχους που ζητούν προστασία, στους ανταγωνιστές που παρακολουθούν από άλλα θέατρα και στο αμερικανικό εσωτερικό ακροατήριο που απαιτεί η μεγάλη ισχύς να παράγει ορατή ασφάλεια.
Η σύγκρουση με το Ιράν αποτελεί χαρακτηριστική δοκιμασία αυτού του μηχανισμού, επειδή συνδέει περιφερειακές στρατιωτικές δυνατότητες με παγκόσμιες οικονομικές λειτουργίες. Η αμερικανική κυβέρνηση παρουσίασε την εκστρατεία του Μαρτίου ως απάντηση σε ένα ευρύ φάσμα απειλών, περιλαμβάνοντας την πυρηνική προοπτική, το πυραυλικό δυναμικό, τις ναυτικές δυνατότητες και τα περιφερειακά ένοπλα δίκτυα. Τον Απρίλιο ανακοίνωσε ότι, έπειτα από τριάντα οκτώ ημέρες επιχειρήσεων, οι καθορισμένοι σκοποί είχαν επιτευχθεί και είχε συμφωνηθεί κατάπαυση του πυρός. Τον Ιούνιο παρουσίασε νέο μνημόνιο συνεννόησης ως μετάβαση από τη στρατιωτική ισχύ σε ευρύτερη διευθέτηση. Τον Ιούλιο, ωστόσο, η Κεντρική Διοίκηση πραγματοποίησε δεκατρείς συνεχόμενες νύχτες πληγμάτων κατά κέντρων διοίκησης, δικτύων επικοινωνίας, συστημάτων επιτήρησης, αποθηκών μη επανδρωμένων μέσων και ναυτικών δυνατοτήτων, συνδέοντας πλέον την εκστρατεία άμεσα με την προστασία της εμπορικής ναυσιπλοΐας.
Αυτή η αλληλουχία αποκαλύπτει ότι η επιχειρησιακή υπεροχή δεν ισοδυναμεί με στρατηγική οριστικότητα. Μια δύναμη μπορεί να επιτυγχάνει τον άμεσο σκοπό κάθε επιμέρους φάσης —να καταστρέφει εγκαταστάσεις, να μειώνει προσωρινά την ικανότητα εκτόξευσης, να αναγκάζει τον αντίπαλο να αποδεχθεί παύση ή να επανέλθει στη διαπραγμάτευση— χωρίς να εξαλείφει τον πολιτικό μηχανισμό αναπαραγωγής της αντιπαράθεσης. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται κατ’ ανάγκην στην ανεπαρκή ποσότητα βίας. Μπορεί να βρίσκεται στην ασυμμετρία ανάμεσα στον περιορισμένο χαρακτήρα των στρατιωτικών μέσων και στη βαθύτητα της επιθυμητής πολιτικής μεταβολής. Η καταστροφή στρατιωτικού υλικού είναι πεπερασμένη και μετρήσιμη· η μεταβολή της στρατηγικής ταυτότητας, των αντιλήψεων ασφαλείας και της βούλησης ενός μεγάλου κράτους είναι πολύ πιο αβέβαιη.
Οι περιορισμένοι πόλεμοι ενισχύουν πραγματικά την ηγεμονία όταν παράγουν τρία αποτελέσματα ταυτόχρονα. Πρώτον, αποκαθιστούν μια σαφώς οριοθετημένη αποτρεπτική σχέση. Ο αντίπαλος γνωρίζει ποια συμπεριφορά προκάλεσε την επέμβαση και ποια αλλαγή θα επιτρέψει τον τερματισμό της. Δεύτερον, ενισχύουν τη συμμαχική εμπιστοσύνη χωρίς να απαλλάσσουν τους εταίρους από τη δική τους ευθύνη. Τρίτον, καταλήγουν σε πολιτική ρύθμιση που μειώνει την πιθανότητα επανάληψης της ίδιας κρίσης. Εάν απουσιάζει το τρίτο στοιχείο, η στρατιωτική ισχύς λειτουργεί σαν επαναλαμβανόμενη συντήρηση ενός συστήματος που δεν θεραπεύεται ποτέ. Κάθε εκστρατεία επαναφέρει προσωρινά την ισορροπία, αλλά το γεγονός ότι απαιτείται σύντομα νέα εκστρατεία αποδεικνύει πως η προηγούμενη δεν μετέβαλε τις βαθύτερες αιτίες της αστάθειας.
Η αξιοπιστία είναι κεντρική αλλά συχνά χρησιμοποιείται με τρόπο εννοιολογικά ασαφή. Δεν υπάρχει μία ενιαία δεξαμενή διεθνούς κύρους από την οποία αφαιρείται ίση ποσότητα κάθε φορά που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν παρεμβαίνουν. Τα κράτη αξιολογούν τη βούληση της Ουάσιγκτον σε συνάρτηση με το μέγεθος του συμφέροντος, την ισχύ του αντιπάλου, τη γεωγραφία, τις συμβατικές δεσμεύσεις και τις εσωτερικές πολιτικές συνθήκες. Η μη χρήση ισχύος σε μια δευτερεύουσα κρίση δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι η Αμερική θα εγκαταλείψει μια κεντρική δέσμευση. Αντίθετα, η αδιάκριτη χρήση ισχύος μπορεί να υπονομεύει την αξιοπιστία αποκαλύπτοντας αδυναμία ιεράρχησης και εξάρτηση από τη στρατιωτική αντίδραση. Η αξιόπιστη δύναμη δεν είναι εκείνη που απαντά παντού, αλλά εκείνη της οποίας οι δηλωμένες προτεραιότητες αντιστοιχούν σταθερά στην πραγματική κατανομή των πόρων της.
Η επαναλαμβανόμενη επέμβαση δημιουργεί επιπλέον ηθικό κίνδυνο στο εσωτερικό του συμμαχικού συστήματος. Όταν οι περιφερειακοί εταίροι θεωρούν δεδομένο ότι η Ουάσιγκτον θα αναλάβει το υψηλότερο επιχειρησιακό κόστος, μπορεί να επενδύουν λιγότερο στη δική τους άμυνα, να υιοθετούν μεγαλύτερη ανοχή απέναντι στον κίνδυνο ή να αποφεύγουν δύσκολους συμβιβασμούς. Η αμερικανική προστασία ενισχύει τη συνοχή του συστήματος, αλλά μπορεί να παράγει εξάρτηση ακριβώς από τις υπηρεσίες ασφαλείας που η αμερικανική στρατηγική επιθυμεί να περιορίσει. Η ηγεμονία τότε αυτοαναπαράγεται ως ανάγκη: επειδή οι εταίροι δεν αναπτύσσουν πλήρη ικανότητα, η αμερικανική παρουσία παραμένει αναντικατάστατη· επειδή παραμένει αναντικατάστατη, οι εταίροι έχουν μικρότερο κίνητρο να αποκτήσουν αυτοτελή ικανότητα.
Η Εθνική Αμυντική Στρατηγική του 2026 επιχειρεί θεωρητικά να σπάσει αυτόν τον κύκλο. Θέτει ως κύριες γραμμές προσπάθειας την άμυνα της αμερικανικής επικράτειας, την αποτροπή της Κίνας στον Ινδοειρηνικό, την αύξηση του επιμερισμού των βαρών και την ανασυγκρότηση της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας. Προβλέπει ότι οι εταίροι σε άλλα θέατρα θα αναλαμβάνουν την πρωταρχική ευθύνη έναντι των περιφερειακών απειλών, με κρίσιμη αλλά περισσότερο περιορισμένη αμερικανική συνδρομή. Η κατεύθυνση αυτή αναγνωρίζει εμμέσως ότι η παγκόσμια αμερικανική θέση δεν μπορεί να συντηρείται με απεριόριστη υποκατάσταση των τοπικών δρώντων από τις αμερικανικές δυνάμεις.
Η εφαρμογή της στρατηγικής συναντά όμως ένα βαθύτερο πρόβλημα συλλογικής δράσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούν από τους εταίρους να αναλάβουν περισσότερα βάρη, αλλά διατηρούν την πολιτική πρωτοκαθεδρία, την προηγμένη πληροφόρηση, τις κρίσιμες στρατιωτικές δυνατότητες και την τελική αρμοδιότητα απόφασης. Οι εταίροι καλούνται να πληρώσουν περισσότερο, χωρίς να αποκτούν πάντα ανάλογο μερίδιο στον καθορισμό της στρατηγικής. Η ανισορροπία αυτή περιορίζει την πραγματική μεταφορά ευθύνης. Ο επιμερισμός βαρών δεν μπορεί να περιορίζεται στις αμυντικές δαπάνες ή στις αγορές εξοπλισμού· προϋποθέτει μεταφορά επιχειρησιακής πρωτοβουλίας, πολιτικής λογοδοσίας και ευθύνης για την αποκλιμάκωση.
Το υλικό κόστος των περιορισμένων πολέμων δεν αποτυπώνεται επαρκώς στην άμεση χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Περιλαμβάνει τη φθορά αεροσκαφών και πλοίων, την κατανάλωση πυρομαχικών ακριβείας, την επιβάρυνση των πληρωμάτων, τη μεταφορά συστημάτων αεράμυνας, την ανάγκη διατήρησης εφεδρικών δυνάμεων, τις έκτακτες προμήθειες και τη μακροχρόνια φροντίδα του στρατιωτικού προσωπικού. Το μεγαλύτερο στρατηγικό κόστος είναι, ωστόσο, το κόστος ευκαιρίας. Οι ίδιες κατηγορίες προηγμένων μέσων —πύραυλοι αναχαίτισης, αεροσκάφη ανεφοδιασμού, συστήματα επιτήρησης, ναυτικές μονάδες, κυβερνοπολεμικές και διαστημικές δυνατότητες— είναι αναγκαίες σε περισσότερα από ένα θέατρα. Η ποσοτική υπεροχή δεν αναιρεί τη σπανιότητα των πλέον εξειδικευμένων μέσων ούτε τη μεγάλη χρονική καθυστέρηση της βιομηχανικής τους αναπλήρωσης.
Η αμυντική βιομηχανική βάση αποτελεί έτσι μέρος της ηγεμονικής εξίσωσης και όχι απλό υποστηρικτικό τομέα. Η παγκόσμια στρατιωτική παρουσία είναι βιώσιμη μόνο όταν η οικονομία μπορεί να μετατρέπει γρήγορα πόρους, τεχνολογία και εργασία σε επαρκείς ποσότητες στρατιωτικού υλικού. Η στρατηγική του 2026 αναγνωρίζει ρητά την ανάγκη παραγωγής σε μεγάλη κλίμακα και υψηλή ταχύτητα. Όμως η βιομηχανική ανασυγκρότηση απαιτεί χρόνια, ενώ οι περιορισμένοι πόλεμοι καταναλώνουν αποθέματα σε πραγματικό χρόνο. Δημιουργείται επομένως χρονική ασυμμετρία: η πολιτική απόφαση για επέμβαση λαμβάνεται μέσα σε ώρες, η αποκατάσταση της παραγωγικής δυνατότητας συντελείται σε ορίζοντα ετών.
Η πολιτική φθορά είναι λιγότερο άμεσα μετρήσιμη αλλά εξίσου κρίσιμη. Οι περιορισμένοι πόλεμοι έχουν χαμηλότερο αρχικό πολιτικό κατώφλι επειδή δεν απαιτούν μαζική επιστράτευση ή συνολική κοινωνική κινητοποίηση. Η χαμηλή ορατότητα καθιστά ευκολότερη την έναρξη, αλλά δυσκολότερη τη διατήρηση μιας σαφούς σχέσης ανάμεσα στην κοινωνική συγκατάθεση και στην πραγματική έκταση της δέσμευσης. Ο πολίτης μπορεί να υποστηρίζει μια σύντομη επιχείρηση προστασίας συγκεκριμένου συμφέροντος, χωρίς να έχει εγκρίνει μια πολυετή ακολουθία πληγμάτων, αναπτύξεων και οικονομικών αντιποίνων. Όταν ο περιορισμένος πόλεμος επανέρχεται μετά από διακηρύξεις επιτυχίας, η απόσταση ανάμεσα στη ρητορική της αποφασιστικής νίκης και στην εμπειρία της διαρκούς εκκρεμότητας διαβρώνει την εμπιστοσύνη προς τη στρατηγική κρίση του κράτους.
Η διεθνής νομιμότητα επηρεάζει επίσης το καθαρό ηγεμονικό αποτέλεσμα. Η ισχύς παράγει σταθερότερη τάξη όταν εμφανίζεται ως προστασία ευρύτερων αγαθών και όχι ως απεριόριστη εφαρμογή εθνικής προτίμησης. Μια επιχείρηση με σαφή νομική βάση, περιορισμένο σκοπό, αναλογικά μέσα και αξιόπιστο μηχανισμό τερματισμού μπορεί να ενισχύσει την αμερικανική ηγεσία ακόμη και μεταξύ κρατών που δεν συμμετέχουν σε αυτήν. Αντίθετα, η συνεχής μετατόπιση των στόχων ενισχύει την αντίληψη ότι η προστασία της τάξης λειτουργεί ως γλώσσα νομιμοποίησης μιας ανοιχτής πολιτικής καταναγκασμού. Τότε οι τρίτες δυνάμεις έχουν ισχυρότερο κίνητρο να αναπτύξουν εναλλακτικά χρηματοπιστωτικά, τεχνολογικά και αμυντικά δίκτυα, όχι επειδή θεωρούν τον αντίπαλο ελκυστικό, αλλά επειδή επιδιώκουν ασφάλιση απέναντι στη μονομερή αμερικανική ισχύ.
Οι περιορισμένοι πόλεμοι, επομένως, δεν ενισχύουν ή υπονομεύουν την ηγεμονία εκ φύσεως. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από τη σχέση ανάμεσα στο προστατευόμενο συμφέρον, στο χρησιμοποιούμενο μέσο, στη διάρκεια και στη μεταπολεμική ρύθμιση. Ενισχύουν την ηγεμονία όταν είναι επιλεκτικοί, όταν αποκαθιστούν έναν σαφή κανόνα, όταν δεν απαλλάσσουν τους εταίρους από την ευθύνη τους και όταν τερματίζονται μέσω συμφωνίας που μειώνει την ανάγκη νέας αμερικανικής επέμβασης. Την υπονομεύουν όταν η αξιοπιστία μετατρέπεται σε καθολική υποχρέωση αντίδρασης, όταν η επιχειρησιακή επιτυχία υποκαθιστά την πολιτική στρατηγική και όταν κάθε παρέμβαση δημιουργεί περισσότερα αμερικανικά συμφέροντα που χρειάζονται μελλοντική προστασία.
Η βασική διάκριση δεν είναι, τελικά, ανάμεσα στην επέμβαση και στην αποχή, αλλά ανάμεσα στη χρήση ισχύος που μειώνει τη μελλοντική ανάγκη χρήσης ισχύος και στη χρήση ισχύος που την αναπαράγει. Η πρώτη αποτελεί επένδυση στην ηγεμονική τάξη. Η δεύτερη αποτελεί κατανάλωση του ηγεμονικού κεφαλαίου. Η αμερικανική πρωτοκαθεδρία θα διατηρηθεί όχι εφόσον οι Ηνωμένες Πολιτείες αποδεικνύουν συνεχώς ότι μπορούν να πολεμούν, αλλά εφόσον αποδεικνύουν ότι μπορούν να μετατρέπουν τη στρατιωτική υπεροχή σε θεσμική σταθερότητα με μικρότερο μελλοντικό κόστος.
Πρόσφατα σχόλια