Η αντίθεση ανάμεσα στον «αναγκαίο» και στον «προαιρετικό» πόλεμο είναι χρήσιμη στη δημόσια συζήτηση, αλλά ανεπαρκής για την ανάλυση μιας εξελισσόμενης σύγκρουσης. Υποθέτει ότι η αναγκαιότητα υπάρχει εξαρχής ως σταθερή ιδιότητα της διεθνούς κατάστασης και ότι η πολιτική ηγεσία καλείται απλώς να την αναγνωρίσει. Στην πραγματικότητα, οι κυβερνήσεις δεν ενεργούν μέσα σε αμετάβλητα περιβάλλοντα. Οι επιλογές τους μεταβάλλουν τη διάταξη των δυνάμεων, τις αντιλήψεις των αντιπάλων, τις συμμαχικές προσδοκίες, τη γεωγραφία της έκθεσης και το πολιτικό κόστος της υποχώρησης. Ένας πόλεμος που αρχίζει ως μία από περισσότερες διαθέσιμες επιλογές μπορεί, μετά την πρώτη κλιμάκωση, να δημιουργήσει πραγματικούς κινδύνους που καθιστούν τη διακοπή του δυσκολότερη. Η αναγκαιότητα δεν προηγείται πάντοτε της δράσης· μπορεί να παραχθεί από αυτήν.
Για να κατανοηθεί αυτή η διαδικασία χρειάζεται διάκριση ανάμεσα σε τρεις μορφές αναγκαιότητας. Η εξωγενής αναγκαιότητα προκύπτει από απειλή η οποία υπάρχει ανεξάρτητα από τις προηγούμενες επιλογές της ίδιας της δύναμης: άμεση επίθεση, επικείμενη προσβολή ή σαφώς διαπιστωμένος κίνδυνος μεγάλης βλάβης. Η ενδογενής αναγκαιότητα παράγεται όταν η αρχική αντίδραση δημιουργεί νέες υποχρεώσεις, νέους στόχους προστασίας και νέους κύκλους αντιποίνων. Η αφηγηματική αναγκαιότητα εμφανίζεται όταν η κυβέρνηση παρουσιάζει τη συνέχιση ως μονόδρομο, όχι μόνο επειδή η διακοπή είναι επικίνδυνη, αλλά επειδή η αναγνώριση εναλλακτικής θα υπονόμευε την ορθότητα της προηγούμενης επιλογής. Οι τρεις μορφές μπορούν να συνυπάρχουν, αλλά δεν πρέπει να συγχέονται.
Η δημόσια αιτιολόγηση της αμερικανικής εκστρατείας του Μαρτίου συγκέντρωσε πολλούς επιμέρους σκοπούς σε μια ενιαία γλώσσα επείγουσας ανάγκης: πυρηνική απειλή, βαλλιστικά συστήματα, ναυτικές δυνατότητες και περιφερειακά ένοπλα δίκτυα. Η επίσημη ανακοίνωση του Απριλίου υποστήριξε ότι οι στόχοι είχαν επιτευχθεί και ότι είχε ακολουθήσει κατάπαυση του πυρός, ενώ το μνημόνιο του Ιουνίου παρουσιάστηκε ως μετατροπή της στρατιωτικής πίεσης σε διπλωματική επιτυχία. Η επανέναρξη των εκτεταμένων πληγμάτων τον Ιούλιο συνδέθηκε πλέον με την προστασία εμπορικών πλοίων και την εξουδετέρωση στρατιωτικών δυνατοτήτων που απειλούσαν τη ναυσιπλοΐα. Η μεταβολή δεν αποδεικνύει ότι οι νεότερες απειλές ήταν προσχηματικές. Δείχνει όμως ότι η αιτιολογία και το αντικείμενο της αναγκαιότητας μεταβλήθηκαν κατά την εξέλιξη της ίδιας εμπλοκής.
Ο πρώτος μηχανισμός μετατροπής της επιλογής σε αναγκαιότητα είναι η δημιουργία νέας γεωγραφίας έκθεσης. Η ανάπτυξη δυνάμεων επιτρέπει την άσκηση ισχύος, αλλά δημιουργεί ταυτόχρονα περισσότερα σημεία που πρέπει να προστατευθούν. Βάσεις, πλοία, αεροσκάφη, κέντρα ανεφοδιασμού και δίκτυα διοίκησης γίνονται πιθανοί στόχοι. Η απειλή εναντίον τους είναι πραγματική, όμως δεν μπορεί να αναλυθεί σαν να υπήρχαν ανεξάρτητα από την ανάπτυξη. Η παρουσία που είχε σκοπό να αυξήσει την ασφάλεια παράγει νέες ευπάθειες· οι ευπάθειες απαιτούν ενισχυμένη προστασία· η προστασία απαιτεί νέες δυνάμεις και πιθανώς νέα προληπτικά πλήγματα. Δημιουργείται έτσι ανατροφοδοτούμενος κύκλος, στον οποίο η στρατιωτική παρουσία δικαιολογεί την επέκταση της ίδιας της παρουσίας.
Ο δεύτερος μηχανισμός είναι η δέσμευση φήμης. Η αξιοπιστία δεν αποτελεί αφηρημένο ηθικό χαρακτηριστικό, αλλά εκτίμηση άλλων δρώντων σχετικά με το αν μια κυβέρνηση θα τηρήσει συγκεκριμένη απειλή ή υπόσχεση. Η πολιτική ηγεσία, ωστόσο, έχει κίνητρο να παρουσιάζει κάθε υποχώρηση ως γενικευμένη απώλεια κύρους, επειδή έτσι αυξάνει τη δημόσια στήριξη για τη συνέχιση. Όταν ο πρόεδρος ή η κυβέρνηση δηλώσουν ότι μια σύγκρουση αποτελεί δοκιμασία της παγκόσμιας αμερικανικής αποφασιστικότητας, το κόστος συμβιβασμού αυξάνεται δραματικά. Η διαφωνία για έναν συγκεκριμένο όρο μετατρέπεται σε σύγκρουση για την εικόνα της υπερδύναμης. Η αξιοπιστία, αντί να υπηρετεί τον στρατηγικό σκοπό, κινδυνεύει να γίνει αυτάρκης σκοπός, χωρίς σαφές σημείο ικανοποίησης.
Ο τρίτος μηχανισμός είναι το κόστος των ήδη πραγματοποιημένων θυσιών. Ορθολογικά, οι προηγούμενες δαπάνες και απώλειες δεν πρέπει να καθορίζουν αν η επόμενη ενέργεια είναι συμφέρουσα, επειδή δεν μπορούν να ανακτηθούν. Πολιτικά, όμως, δημιουργούν έντονη απαίτηση νοηματοδότησης. Η διακοπή χωρίς ορατό αποτέλεσμα φαίνεται να καθιστά τις θυσίες μάταιες. Η κυβέρνηση μπορεί τότε να συνεχίζει όχι επειδή ο επόμενος γύρος επιχειρήσεων υπόσχεται αναλογικά μεγαλύτερη ασφάλεια, αλλά επειδή χρειάζεται ένα αποτέλεσμα αρκετά σαφές ώστε να δικαιολογήσει αναδρομικά το ήδη καταβληθέν τίμημα. Η προηγούμενη θυσία μετατρέπεται σε επιχείρημα υπέρ νέας θυσίας.
Ο τέταρτος μηχανισμός είναι η συμμαχική παγίδευση που δημιουργείται μετά την έναρξη. Οι συνεργαζόμενες κυβερνήσεις προσαρμόζουν τη στάση τους στην αμερικανική επιλογή, προσφέρουν διευκολύνσεις, αναλαμβάνουν κινδύνους και εκτίθενται σε αντίποινα. Η μετέπειτα αποχώρηση της Ουάσιγκτον δεν κρίνεται πλέον μόνο με βάση το αρχικό αμερικανικό συμφέρον. Κρίνεται και με βάση τις συνέπειες για εταίρους που έχουν καταστεί ευάλωτοι ακριβώς επειδή ευθυγραμμίστηκαν. Η αρχική επιλογή παράγει έτσι δευτερογενή υποχρέωση προστασίας. Όσο περισσότερα κράτη προσαρμόζονται στην αμερικανική εμπλοκή, τόσο υψηλότερο γίνεται το διπλωματικό κόστος εγκατάλειψής της.
Ο πέμπτος μηχανισμός είναι η γραφειοκρατική θεσμοποίηση της εκστρατείας. Η έναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων δημιουργεί επιτελεία, καταλόγους στόχων, ροές πληροφοριών, εφοδιαστικές αλυσίδες και καθημερινούς επιχειρησιακούς ρυθμούς. Οι οργανισμοί δεν αποφασίζουν αυτοτελώς την πολιτική, αλλά η συγκρότηση έτοιμων επιλογών επηρεάζει το εύρος όσων φαίνονται πρακτικά διαθέσιμα. Είναι ευκολότερο να συνεχιστεί ή να τροποποιηθεί μια ήδη λειτουργούσα εκστρατεία παρά να σχεδιαστεί από την αρχή μια διαφορετική πολιτική που απαιτεί διπλωματικές, οικονομικές και οργανωτικές αλλαγές. Η στρατιωτική επιλογή αποκτά έτσι πλεονέκτημα θεσμικής διαθεσιμότητας: είναι το μέσο που μπορεί να εφαρμοστεί αμέσως, ακόμη και όταν δεν αντιμετωπίζει το βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα.
Ο έκτος μηχανισμός είναι η μετατόπιση του αποδεκτού κινδύνου. Πριν από την εμπλοκή, μια κυβέρνηση μπορεί να θεωρεί ότι ορισμένες εχθρικές δυνατότητες πρέπει να περιορίζονται και να αποτρέπονται, επειδή η πλήρης εξάλειψή τους είναι ανέφικτη. Μετά την έναρξη επιχειρήσεων, η επιβίωση ακόμη και περιορισμένης δυνατότητας μπορεί να εμφανίζεται ως αποτυχία. Η επιδίωξη μετακινείται από τη διαχείριση του κινδύνου στην υπόσχεση οριστικής εξάλειψής του. Εάν όμως η γνώση, η τεχνική εξειδίκευση και η βιομηχανική δυνατότητα δεν μπορούν να καταστραφούν πλήρως χωρίς πόλεμο πολύ μεγαλύτερης κλίμακας, η πολιτική εγκλωβίζεται ανάμεσα σε περιορισμένα μέσα και απόλυτο σκοπό.
Η παραγωγή αναγκαιότητας ενισχύεται από μια γνωστική ασυμμετρία. Οι κίνδυνοι της αποχώρησης είναι άμεσοι, ορατοί και μπορούν να αποδοθούν εύκολα στην κυβέρνηση που αποφασίζει τη διακοπή. Οι κίνδυνοι της συνέχισης είναι συχνά διασκορπισμένοι στον χρόνο: φθορά αποθεμάτων, απώλεια στρατηγικής προσοχής, ενίσχυση της αντίπαλης κοινωνικής συσπείρωσης, μελλοντική διάδοση τεχνογνωσίας και διεύρυνση της διεθνούς αντιστάθμισης. Η πολιτική ηγεσία έχει ισχυρότερο κίνητρο να αποφύγει το ορατό άμεσο κόστος μιας υποχώρησης από το λιγότερο ορατό αλλά πιθανώς μεγαλύτερο κόστος ενός παρατεταμένου πολέμου. Η βραχυπρόθεσμη πολιτική ορθολογικότητα μπορεί έτσι να παράγει μακροπρόθεσμη στρατηγική ανορθολογικότητα.
Η διάκριση επιλογής και αναγκαιότητας δεν πρέπει πάντως να χρησιμοποιείται για να ακυρωθεί η πραγματικότητα των νέων κινδύνων. Από τη στιγμή που έχουν αναπτυχθεί δυνάμεις, δημιουργηθεί δεσμεύσεις και πραγματοποιηθεί ανταλλαγή πληγμάτων, η απλή επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση μπορεί να είναι αδύνατη. Η επισήμανση ότι ορισμένες απειλές είναι ενδογενείς δεν σημαίνει ότι μπορούν να αγνοηθούν. Σημαίνει ότι η πολιτική αξιολόγηση πρέπει να περιλάβει και τη δυνατότητα μεταβολής των συνθηκών που τις παράγουν: αναδιάταξη δυνάμεων, μείωση σημείων έκθεσης, συμφωνίες μη προσβολής συγκεκριμένων υποδομών, σταδιακή μεταφορά ευθύνης και διπλωματική ανταλλαγή αμοιβαίων περιορισμών.
Χρειάζεται επομένως αυστηρή ανάλυση της αλληλουχίας. Το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν μια ενέργεια ήταν δικαιολογημένη τη στιγμή που πραγματοποιήθηκε, αλλά πώς άλλαξε το σύνολο των διαθέσιμων επιλογών. Κάθε στάδιο πρέπει να αξιολογείται ως προς τέσσερις μεταβλητές: ποια απειλή υπήρχε πριν, ποια απειλή μειώθηκε, ποια νέα απειλή δημιουργήθηκε και ποιο νέο πολιτικό ή στρατιωτικό συμφέρον προέκυψε. Χωρίς αυτή την αποσύνθεση, το κράτος μπορεί να θεωρεί ως απόδειξη επιτυχίας τη διαχείριση κρίσεων που προκλήθηκαν εν μέρει από την ίδια την προηγούμενη πολιτική του.
Απαραίτητο είναι επίσης το κριτήριο της οριακής απόδοσης της επόμενης κλιμάκωσης. Δεν αρκεί να αποδεικνύεται ότι οι επιχειρήσεις έχουν επιβάλει κόστος. Πρέπει να εκτιμάται τι επιπλέον πολιτικό αποτέλεσμα θα παραγάγει ο επόμενος γύρος πληγμάτων και αν αυτό υπερβαίνει το πρόσθετο κόστος, την πιθανότητα αντιποίνων και τη φθορά άλλων στρατηγικών προτεραιοτήτων. Η σωρευτική καταστροφή δεν αποτελεί από μόνη της μέτρο προόδου. Μπορεί να αυξάνεται ενώ η πιθανότητα σταθερής συμφωνίας μειώνεται.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναστρεψιμότητα των αποφάσεων. Μια στρατηγική που επιθυμεί να διατηρεί πραγματικές επιλογές πρέπει να αποφεύγει εξαρχής μαξιμαλιστικές δημόσιες δεσμεύσεις και αναπτύξεις των οποίων η ανάκληση εμφανίζεται ως ήττα. Η ευελιξία δεν είναι μόνο επιχειρησιακή ταχύτητα· είναι πολιτική ικανότητα αλλαγής πορείας χωρίς κατάρρευση της αξιοπιστίας. Όταν η ηγεσία ταυτίζει το εθνικό κύρος με την πλήρη υποχώρηση του αντιπάλου, περιορίζει τη δυνατότητα αποδοχής ακόμη και μιας συμφωνίας που εξυπηρετεί επαρκώς τα βασικά συμφέροντα ασφαλείας.
Η πλέον επικίνδυνη στιγμή εμφανίζεται όταν η συνέχιση δεν προστατεύει πλέον το αρχικό συμφέρον αλλά την αρχική απόφαση. Η κυβέρνηση δεν ρωτά «ποια πολιτική υπηρετεί καλύτερα τη σημερινή ασφάλεια;», αλλά «ποια πολιτική αποδεικνύει ότι δεν κάναμε λάθος;». Τότε το συμφέρον επαναπροσδιορίζεται ώστε να δικαιολογεί τη δράση, αντί η δράση να αξιολογείται βάσει του συμφέροντος. Η στρατηγική μετατρέπεται σε μηχανισμό αυτοεπιβεβαίωσης.
Η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν περιλαμβάνει πραγματικές απειλές, ουσιώδη συμφέροντα και καταστάσεις στις οποίες η άμεση αποτροπή μπορεί να είναι αναγκαία. Η βαθύτερη ανάλυση, όμως, δεν κρίνει ολόκληρη την ακολουθία με μία απόλυτη ετικέτα. Διακρίνει το σημείο στο οποίο η εξωγενής απειλή συναντά την ενδογενή παραγωγή νέων κινδύνων και την αφηγηματική ανάγκη υπεράσπισης του κύρους. Η στρατηγική ωριμότητα μιας μεγάλης δύναμης μετριέται όχι μόνο από την αποφασιστικότητα με την οποία ανταποκρίνεται σε πραγματική απειλή, αλλά και από την ικανότητά της να αναγνωρίζει ποιες «αναγκαιότητες» δημιουργήθηκαν από την ίδια και μπορούν να αποσυναρμολογηθούν πολιτικά.
Πρόσφατα σχόλια