Η κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη αρνητικές συνέπειες για όλους τους περιφερειακούς δρώντες. Αντιθέτως, για την Τουρκία, μια τέτοια εξέλιξη ενδέχεται να δημιουργήσει νέα γεωπολιτικά περιθώρια ισχύος και ευκαιρίες ενίσχυσης της επιρροής της στη Μέση Ανατολή και πέραν αυτής.
Παρά τις επανειλημμένες φραστικές επιθέσεις του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατά του Ισραήλ η Τουρκία δεν αναμένεται να προβεί σε κάποια ουσιαστική ενέργεια που να πλήττει ουσιαστικά το Ισραήλ. Οι κινήσεις της Άγκυρας χαρακτηρίζονται περισσότερο από ρητορική ένταση παρά από στρατηγική σύγκρουση. Ούτε η βούληση ούτε η δυνατότητα εμπλοκής σε μια σύγκρουση με το Ισραήλ φαίνεται να υπάρχουν στην παρούσα φάση, καθώς κάτι τέτοιο θα έθετε σε κίνδυνο τον διπλωματικό και ενεργειακό σχεδιασμό της Τουρκίας, τόσο στην Ανατολική Μεσόγειο όσο και στον Καύκασο.
Αντίστοιχα, η Άγκυρα δεν δείχνει διατεθειμένη να υποστηρίξει έμπρακτα το ιρανικό καθεστώς. Η ιδεολογική και γεωπολιτική απόσταση μεταξύ των δύο χωρών είναι γνωστή, καθώς η Τουρκία ανταγωνίζεται το Ιράν τόσο σε σφαίρες επιρροής όσο και στο θρησκευτικό-δογματικό πεδίο, εκπροσωπώντας ένα αντίπαλο σουνιτικό αφήγημα απέναντι στο σιιτικό δίκτυο που προωθεί η Τεχεράνη. Στην πραγματικότητα, η Άγκυρα ενδέχεται να δει με ικανοποίηση μια σταδιακή αποδυνάμωση του Ιράν, δεδομένου ότι αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη περιφερειακή ρευστότητα, την οποία θα μπορούσε να αξιοποιήσει προς όφελός της.
Η αποδυνάμωση του Ιράν μπορεί να επιτρέψει στην Τουρκία να ενισχύσει τον ρόλο της στο βόρειο Ιράκ και στη βόρεια Συρία, να επεκτείνει την επιρροή της στο Αζερμπαϊτζάν και στο Ναγκόρνο Καραμπάχ και να εδραιώσει τη θέση της ως βασικός διαμετακομιστικός και ενεργειακός κόμβος μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Επιπλέον, ενισχύει τις φιλοδοξίες της Άγκυρας να παρουσιαστεί ως ηγετική σουνιτική δύναμη στον μουσουλμανικό κόσμο, εκτοπίζοντας σταδιακά την ιρανική επιρροή.
Ωστόσο, η πλήρης κατάρρευση του Ιράν δεν αποτελεί επιθυμητό σενάριο για την Τουρκία – ούτε για οποιονδήποτε άλλο περιφερειακό ή διεθνή παράγοντα. Ένα τέτοιο γεγονός θα προκαλούσε ένα τεράστιο κενό ισχύος στην ευρύτερη περιοχή, το οποίο είναι αμφίβολο αν μπορεί να καλυφθεί από έναν και μόνο δρώντα. Η γεωπολιτική αποσταθεροποίηση θα ήταν πολυδιάστατη: ανασφάλεια στα σύνορα, αναβίωση ριζοσπαστικών-εξτρεμιστικών ομάδων, αύξηση των προσφυγικών ροών προς την Τουρκία και την Ευρώπη, αλλά και διαταραχή στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά, ειδικά εάν πληγούν οι ροές πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο.
Η τουρκική στρατηγική, επομένως, βασίζεται σε έναν πραγματιστικό υπολογισμό. Η Άγκυρα δεν επιθυμεί τη νίκη κανενός από τους δύο βασικούς αντιπάλους της περιοχής – ούτε όμως την κατάρρευσή τους. Αντιθέτως, επιδιώκει τη διαχείριση της περιφερειακής αστάθειας προς όφελός της, ελιχθόμενη ανάμεσα στις κρίσεις. Η Τουρκία προτιμά μια Ισραηλινή–Ιρανική σύγκρουση “χαμηλής έντασης”, η οποία φθείρει το Ιράν χωρίς να αποδομεί εντελώς την αρχιτεκτονική ισχύος της περιοχής.
Συνοψίζοντας, η γεωπολιτική συγκυρία που διαμορφώνεται από έναν πιθανό πόλεμο μεταξύ Ισραήλ και Ιράν ενδέχεται να ενισχύσει τον περιφερειακό ρόλο της Τουρκίας, αρκεί να αποφευχθεί η απόλυτη αποσταθεροποίηση.
Μέσα σε αυτό το εύφλεκτο τοπίο, η Τουρκία δεν επιλέγει την άμεση εμπλοκή, αλλά τη στρατηγική αναμονή και την εκμετάλλευση των μεταβαλλόμενων ισορροπιών ισχύος. Ο πραγματισμός και η προσεκτική διαχείριση των διπλωματικών της κινήσεων επιτρέπουν στην Άγκυρα να επωφεληθεί από την αποδυνάμωση του Ιράν χωρίς να αναλάβει υπέρμετρους κινδύνους.
Μια πλήρης κατάρρευση του Ιράν θα δημιουργούσε σοβαρές απειλές για την περιφερειακή σταθερότητα, την ενεργειακή ασφάλεια και τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών – ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα και την τουρκική στρατηγική.
Η Ελλάδα οφείλει να παρακολουθεί με αυξημένη προσοχή τις κινήσεις της Τουρκίας, η οποία λειτουργεί «επιτήδειος ουδέτερος». Η Άγκυρα, εκμεταλλευόμενη τις συγκρούσεις τρίτων και αποφεύγοντας την ανάληψη ξεκάθαρης θέσης, επιδιώκει να ενισχύσει τη σφαίρα επιρροής της, να εξασφαλίσει στρατηγικά και ενεργειακά οφέλη και να αναβαθμίσει τη διεθνή της θέση με το ελάχιστο δυνατό κόστος. Για την Ελλάδα, η κατάσταση αυτή απαιτεί στρατηγική εγρήγορση, ενίσχυση των διπλωματικών και αμυντικών της εργαλείων και ενεργή συμμετοχή σε κάθε διεθνή διάλογο που επηρεάζει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο..
Πρόσφατα σχόλια