Η σχέση ανάμεσα στη δημόσια δαπάνη και στη δημοσιονομική βιωσιμότητα παρουσιάζεται συχνά ως σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ασύμβατες λογικές: από τη μία πλευρά βρίσκεται το κράτος που δαπανά για να στηρίξει την οικονομική δραστηριότητα και από την άλλη ο δημοσιονομικός κανόνας που επιβάλλει περιορισμό, πειθαρχία και σταδιακή μείωση του χρέους. Η εικόνα αυτή είναι θεωρητικά ανεπαρκής, επειδή μεταχειρίζεται τη δημόσια δαπάνη ως ένα ομοιογενές μέγεθος και τη δημοσιονομική προσαρμογή ως απλή αριθμητική συρρίκνωσή του. Στην πραγματικότητα, η δημοσιονομική πολιτική αποτελεί διαδικασία διαχρονικής κατανομής πόρων, κινδύνων και παραγωγικών δυνατοτήτων. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν το κράτος πρέπει γενικώς να δαπανά περισσότερο ή λιγότερο, αλλά αν η σημερινή χρήση των δημόσιων πόρων αυξάνει ή περιορίζει τη μελλοντική ικανότητα της οικονομίας να παράγει εισόδημα, του κράτους να συλλέγει έσοδα και της κοινωνίας να αντέχει οικονομικούς, γεωπολιτικούς και περιβαλλοντικούς κραδασμούς.

Η κρατική ζήτηση μπορεί να στηρίζει την ανάπτυξη χωρίς να αντιστρατεύεται τη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά η συμβατότητα αυτή δεν είναι αυτόματη. Εξαρτάται από την κατάσταση του οικονομικού κύκλου, τη σύνθεση της δαπάνης, τη θεσμική ποιότητα της διοίκησης, τον τρόπο χρηματοδότησης, τη νομισματική συγκυρία και την επίδραση της παρέμβασης στην παραγωγική πλευρά της οικονομίας. Μια οριζόντια μεταφορά εισοδήματος που χρηματοδοτείται επ’ αόριστον με δανεισμό, χωρίς να αντιμετωπίζει συγκεκριμένη κοινωνική ανάγκη ή μακροοικονομική κάμψη, δημιουργεί διαφορετικές συνέπειες από την κατασκευή ενεργειακών δικτύων, την πρόληψη φυσικών καταστροφών, την αναβάθμιση της εκπαίδευσης ή τη χρηματοδότηση της βασικής έρευνας. Η πρώτη μπορεί να διατηρεί πρόσκαιρα την κατανάλωση, αλλά να παγιώνει μια μόνιμη δημοσιονομική υποχρέωση. Η δεύτερη επιβαρύνει επίσης τον προϋπολογισμό, μπορεί όμως να μειώνει το μελλοντικό κόστος παραγωγής, να κινητοποιεί ιδιωτικές επενδύσεις, να αυξάνει το δυνητικό προϊόν και να περιορίζει μελλοντικές δημόσιες δαπάνες.

Η τρέχουσα ευρωπαϊκή οικονομική συγκυρία επιβεβαιώνει ότι η κρατική ζήτηση δεν αποτελεί περιφερειακό στοιχείο της ανάπτυξης. Η προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat για το δεύτερο τρίμηνο του 2026 καταγράφει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 0,4% στην Ευρωζώνη και κατά 0,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά τη στασιμότητα της Ευρωζώνης και την οριακή αύξηση κατά 0,1% της Ένωσης στο πρώτο τρίμηνο. Σε ετήσια βάση, η αύξηση ανήλθε σε 1% και 1,2% αντιστοίχως. Τα στοιχεία είναι προκαταρκτικά και δεν αποδεικνύουν ισχυρή διατηρήσιμη μεγέθυνση· αποτυπώνουν περισσότερο μια οικονομία που αντιστέκεται σε δυσμενείς εξωτερικές συνθήκες παρά μια ένωση που έχει υπερβεί το πρόβλημα της χαμηλής ανάπτυξης.

Η εαρινή πρόβλεψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκτιμά ότι η δημοσιονομική στάση θα παραμείνει ήπια επεκτατική το 2026, με σημαντική συμβολή της επιτάχυνσης των δαπανών που χρηματοδοτούνται από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, και θα γίνει περίπου ουδέτερη το 2027, όταν ο έκτακτος αυτός μηχανισμός θα έχει ολοκληρωθεί. Η ίδια πρόβλεψη επισημαίνει ότι οι δημόσιες επενδύσεις παραμένουν σε σχετικά υψηλό επίπεδο, ενώ το δημόσιο χρέος της Ένωσης αναμένεται να αυξηθεί ως ποσοστό του ΑΕΠ λόγω υψηλότερων πρωτογενών ελλειμμάτων και δυσμενέστερης σχέσης μεταξύ επιτοκίων και ανάπτυξης. Το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή οικονομία στηρίζεται το 2026 σε σημαντικό βαθμό σε κοινά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις, την ίδια στιγμή που τα εθνικά δημοσιονομικά περιθώρια παραμένουν άνισα, αναδεικνύει το πραγματικό πρόβλημα: όχι την παρουσία του κράτους στην οικονομία, αλλά την απουσία σταθερής ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής που να χρηματοδοτεί διαρκώς τα κοινά επενδυτικά αγαθά.

Η αναπτυξιακή λειτουργία της δημόσιας δαπάνης αρχίζει από τη βραχυχρόνια επίδρασή της στην ενεργό ζήτηση. Όταν η ιδιωτική κατανάλωση και η επένδυση υποχωρούν, το κράτος μπορεί να αποτρέψει την αδρανοποίηση παραγωγικού κεφαλαίου, την αύξηση της ανεργίας και την απώλεια δεξιοτήτων. Η δημοσιονομική κάμψη δεν έχει μόνο προσωρινές συνέπειες. Μια βαθιά ή παρατεταμένη ύφεση μπορεί να μειώσει μόνιμα το δυνητικό προϊόν: επιχειρήσεις κλείνουν, επενδυτικά σχέδια εγκαταλείπονται, νέοι εργαζόμενοι εισέρχονται καθυστερημένα στην αγορά, ανθρώπινο κεφάλαιο απαξιώνεται και η μετανάστευση ειδικευμένου προσωπικού επιταχύνεται. Η δημοσιονομική παρέμβαση μπορεί, επομένως, να προστατεύει όχι μόνο το σημερινό εισόδημα, αλλά και την αυριανή παραγωγική βάση. Η αποφυγή μιας τέτοιας μόνιμης βλάβης αποτελεί μορφή δημοσιονομικής υπευθυνότητας, ακόμη και όταν αυξάνει προσωρινά το έλλειμμα.

Ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής, ωστόσο, δεν είναι σταθερός ούτε πολιτικά ουδέτερος. Η επίδραση της δαπάνης είναι ισχυρότερη όταν υπάρχουν αδρανείς πόροι, περιορισμένη πρόσβαση των νοικοκυριών σε πίστωση, χαμηλή ιδιωτική ζήτηση και νομισματική πολιτική που δεν αντιδρά με αύξηση των επιτοκίων. Είναι ασθενέστερη όταν η οικονομία λειτουργεί κοντά στα όριά της, όταν η πρόσθετη ζήτηση κατευθύνεται κυρίως σε εισαγωγές ή όταν η παραγωγή περιορίζεται από ελλείψεις ενέργειας, εργασίας και υποδομών. Η δημοσιονομική επέκταση σε περιβάλλον προσφοράς περιορισμένης από γεωπολιτικούς ή ενεργειακούς κραδασμούς μπορεί να αυξήσει τις τιμές χωρίς ανάλογη αύξηση της πραγματικής παραγωγής. Η ορθή πολιτική δεν είναι συνεπώς η μόνιμη επέκταση, αλλά η προσαρμογή της έντασης και του περιεχομένου της κρατικής ζήτησης στις πραγματικές συνθήκες της οικονομίας.

Η διάκριση ανάμεσα στην τρέχουσα δαπάνη και στη δημόσια επένδυση είναι απαραίτητη, αλλά δεν επαρκεί. Οι εθνικοί λογαριασμοί καταγράφουν ως επένδυση την κατασκευή ενός κτιρίου ή ενός δρόμου, όχι όμως κατ’ ανάγκην την εκπαίδευση των ανθρώπων που θα στελεχώσουν μια δημόσια υπηρεσία, την προληπτική ιατρική ή τη συντήρηση μιας ήδη υφιστάμενης υποδομής. Οικονομικά, όμως, οι τελευταίες αυτές δαπάνες μπορεί να έχουν υψηλή μακροχρόνια απόδοση. Ένα νοσοκομειακό κτίριο χωρίς προσωπικό και λειτουργική οργάνωση δεν αποτελεί παραγωγική κοινωνική επένδυση. Ένας νέος δρόμος που δεν συντηρείται απομειώνει γρήγορα το δημόσιο κεφάλαιο. Η δαπάνη για παιδική φροντίδα μπορεί να αυξήσει την απασχόληση των γονέων, ενώ η χρηματοδότηση της πρωτοβάθμιας υγείας μπορεί να μειώσει ακριβότερες νοσοκομειακές παρεμβάσεις στο μέλλον. Η δημοσιονομική ταξινόμηση δεν πρέπει να υποκαθιστά την οικονομική αξιολόγηση.

Η έννοια της «κοινωνικής επένδυσης» πρέπει, εντούτοις, να χρησιμοποιείται με ακρίβεια. Δεν μπορεί κάθε κοινωνική παροχή να βαπτίζεται επένδυση προκειμένου να εξαιρείται από τους περιορισμούς. Η κοινωνική πολιτική διαθέτει αυτοτελή δικαιολογητική βάση στην αξιοπρέπεια, στην ισότητα και στην προστασία από την επισφάλεια, ακόμη και όταν δεν παράγει άμεσα μετρήσιμη οικονομική απόδοση. Όταν όμως μια πολιτική βελτιώνει τις δεξιότητες, την υγεία, την εργασιακή συμμετοχή και την κοινωνική σταθερότητα, η αποτίμησή της αποκλειστικά ως καταναλωτικής επιβάρυνσης είναι οικονομικά παραπλανητική. Το κοινωνικό κράτος δεν αποτελεί απλώς μηχανισμό αναδιανομής του προϊόντος μετά την παραγωγή του. Επηρεάζει την ίδια την ικανότητα των πολιτών να εργάζονται, να αναλαμβάνουν κινδύνους, να μετακινούνται μεταξύ επαγγελμάτων και να συμμετέχουν στην τεχνολογική μετάβαση. Η θέση αυτή συνδέεται άμεσα με την αντίληψη του κοινωνικού κράτους ως θεμελίου της πραγματικής ελευθερίας και της δημοκρατικής σταθερότητας.

Η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το σημερινό ύψος του. Εξαρτάται από τον ρυθμό ανάπτυξης, το μέσο επιτόκιο, τη διάρκεια των τίτλων, τη σύνθεση των πιστωτών, την ικανότητα συλλογής εσόδων, το ύψος των πρωτογενών ισοζυγίων και την αξιοπιστία των θεσμών. Η σχέση ανάμεσα στο επιτόκιο και στον ονομαστικό ρυθμό μεγέθυνσης είναι ιδιαίτερα κρίσιμη: όταν η οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από το μέσο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, η σταθεροποίησή του απαιτεί μικρότερο πρωτογενές πλεόνασμα. Όταν το επιτόκιο υπερβαίνει επίμονα τον ρυθμό μεγέθυνσης, η ίδια αναλογία χρέους γίνεται δυσκολότερη στη διαχείριση. Μια δημόσια επένδυση που αυξάνει σταθερά το δυνητικό προϊόν μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να βελτιώσει τη δυναμική του χρέους, ακόμη και αν το αυξάνει αρχικά σε απόλυτους όρους. Αντίθετα, μια βίαιη περικοπή παραγωγικών δαπανών μπορεί να μειώσει βραχυπρόθεσμα το έλλειμμα και να επιδεινώσει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ μέσω χαμηλότερης ανάπτυξης.

Η διαπίστωση αυτή δεν νομιμοποιεί απεριόριστο δανεισμό με την υπόσχεση μελλοντικής ανάπτυξης. Η αναμενόμενη απόδοση των δημόσιων έργων είναι αβέβαιη, οι πολιτικοί φορείς έχουν κίνητρο να υπερεκτιμούν τα οφέλη και να υποτιμούν το κόστος, ενώ οι μεγάλες επενδύσεις συχνά υπόκεινται σε καθυστερήσεις και υπερβάσεις. Η βιώσιμη αναπτυξιακή δημοσιονομική πολιτική χρειάζεται αυστηρή επιλογή έργων, ανεξάρτητη αξιολόγηση, πλήρη καταγραφή του κόστους κύκλου ζωής και εκ των υστέρων έλεγχο. Το κράτος δεν πρέπει μόνο να εξασφαλίζει τη χρηματοδότηση της κατασκευής, αλλά και να γνωρίζει ποιος θα συντηρεί την υποδομή, ποιο προσωπικό θα απαιτείται, ποια λειτουργικά έξοδα θα δημιουργηθούν και ποια εναλλακτική χρήση των πόρων εγκαταλείπεται.

Το αναθεωρημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης επιχειρεί να απομακρυνθεί από την προηγούμενη υπερβολική εξάρτηση από ετησίους στόχους διαρθρωτικού ισοζυγίου και να οργανώσει την εποπτεία γύρω από πολυετείς εθνικές δημοσιονομικές και διαρθρωτικές διαδρομές. Ο βασικός επιχειρησιακός δείκτης είναι η εξέλιξη των καθαρών δαπανών, από τις οποίες αφαιρούνται, μεταξύ άλλων, οι τόκοι, οι κυκλικές δαπάνες ανεργίας, οι δαπάνες που χρηματοδοτούνται πλήρως από ευρωπαϊκούς πόρους και η εθνική συγχρηματοδότηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Τα κράτη υποβάλλουν μεσοπρόθεσμα σχέδια που συνδυάζουν τη δημοσιονομική διαδρομή με επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις, ενώ το Συμβούλιο, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής, καθορίζει την αποδεκτή πορεία των καθαρών δαπανών.

Η μετάβαση στον δείκτη των καθαρών δαπανών έχει σημαντικά πλεονεκτήματα. Η δημόσια δαπάνη βρίσκεται περισσότερο υπό τον άμεσο έλεγχο των εθνικών αρχών από ό,τι το συνολικό έλλειμμα, το οποίο επηρεάζεται από τον οικονομικό κύκλο. Οι πολυετείς διαδρομές μπορούν να περιορίσουν τις απότομες ετήσιες προσαρμογές και να επιτρέψουν πιο προβλέψιμο σχεδιασμό. Η εξαίρεση της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης και της εθνικής συγχρηματοδότησης προστατεύει μέρος των επενδύσεων από την άμεση πίεση της προσαρμογής. Η δυνατότητα παράτασης της περιόδου έως επτά έτη, όταν ένα κράτος αναλαμβάνει συγκεκριμένο σύνολο επενδυτικών και μεταρρυθμιστικών δεσμεύσεων, αναγνωρίζει ότι ο παραγωγικός μετασχηματισμός απαιτεί χρόνο και ότι η υπερβολικά ταχεία προσαρμογή μπορεί να είναι αυτοϋπονομευόμενη.

Το ίδιο σύστημα δημιουργεί, ωστόσο, νέες μορφές αβεβαιότητας και πολιτικής ισχύος. Η πορεία προσαρμογής στηρίζεται σε αναλύσεις βιωσιμότητας του χρέους, προβλέψεις ανάπτυξης, επιτοκίων και δημογραφικών μεταβολών, καθώς και σε εκτιμήσεις της επίδρασης των μεταρρυθμίσεων. Οι τεχνικές αυτές εκτιμήσεις είναι αναγκαίες, αλλά δεν είναι ουδέτερες ούτε απολύτως ασφαλείς. Μια μικρή μεταβολή στις παραδοχές για την ανάπτυξη, την παραγωγικότητα ή το επιτόκιο μπορεί να αλλάξει σημαντικά τον επιτρεπόμενο ρυθμό αύξησης των δαπανών. Η φαινομενικά τεχνική διαπραγμάτευση ανάμεσα σε ένα κράτος και στην Επιτροπή περιέχει, επομένως, πραγματικές πολιτικές επιλογές σχετικά με τον ρυθμό της προσαρμογής, την αποτίμηση του κινδύνου και την αξία των προτεινόμενων επενδύσεων.

Η εξατομίκευση των εθνικών διαδρομών είναι ορθολογικότερη από έναν ενιαίο αριθμητικό κανόνα, αλλά μειώνει τη διαφάνεια και τη δυνατότητα εύκολης πολιτικής σύγκρισης. Στο προηγούμενο σύστημα, οι κοινοί αριθμητικοί στόχοι ήταν συχνά οικονομικά ακατάλληλοι, αλλά πολιτικά αναγνωρίσιμοι. Στο νέο, η πορεία κάθε κράτους εξαρτάται από σύνθετες προβολές και από διαπραγμάτευση. Η ευελιξία μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερη οικονομική προσαρμογή, μπορεί όμως να ενισχύσει την τεχνοκρατική αδιαφάνεια και την άνιση διαπραγματευτική ισχύ μεταξύ κρατών με διαφορετική διοικητική τεχνογνωσία, πολιτική επιρροή και αξιοπιστία.

Η δημοσιονομική ιδιοκτησία των εθνικών σχεδίων δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη μόνο επειδή τα σχέδια υποβάλλονται από τις εθνικές αρχές. Εάν το ουσιώδες περιεχόμενο διαμορφώνεται σε τεχνικές συνομιλίες μεταξύ εκτελεστικών και ευρωπαϊκών οργάνων πριν από την ουσιαστική κοινοβουλευτική συζήτηση, το κοινοβούλιο μπορεί να καλείται να εγκρίνει μια ήδη κλειδωμένη πορεία. Η μεσοπρόθεσμη διάρκεια των σχεδίων σημαίνει ότι οι δεσμεύσεις τους ενδέχεται να υπερβαίνουν τη διάρκεια μιας κυβερνητικής εντολής και να περιορίζουν την επόμενη πλειοψηφία. Η δυνατότητα αναθεώρησης του σχεδίου μετά από αλλαγή κυβέρνησης δεν εξαλείφει πλήρως το πρόβλημα, διότι η νέα πολιτική κατεύθυνση εξακολουθεί να πρέπει να χωρέσει μέσα στις απαιτήσεις βιωσιμότητας και στις συμφωνημένες ευρωπαϊκές διαδικασίες.

Η ευρωπαϊκή δημοσιονομική διακυβέρνηση χρειάζεται, επομένως, ισχυρότερη κοινοβουλευτική διάσταση. Τα εθνικά σχέδια πρέπει να συζητούνται πριν από την οριστική υποβολή τους, να συνοδεύονται από εναλλακτικά μακροοικονομικά σενάρια και να προσδιορίζουν ρητώς τις κοινωνικές, αναπτυξιακές και περιφερειακές συνέπειες της προτεινόμενης πορείας. Το κοινοβούλιο δεν μπορεί να περιορίζεται στη συζήτηση του ετήσιου προϋπολογισμού, όταν οι πραγματικές δυνατότητές του έχουν ήδη καθοριστεί από ένα πολυετές σχέδιο. Αντίστοιχα, οι ανεξάρτητοι δημοσιονομικοί θεσμοί πρέπει να αξιολογούν τις προβλέψεις και τη συμμόρφωση, χωρίς να αποκτούν δικαίωμα πολιτικού βέτο επί της σύνθεσης των εσόδων και των δαπανών.

Ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους κάθε διαδικασίας προσαρμογής είναι η περικοπή των δημόσιων επενδύσεων. Η μείωσή τους είναι συχνά πολιτικά ευκολότερη από τη μεταβολή μόνιμων λειτουργικών δαπανών, συντάξεων, φορολογικών προνομίων ή διοικητικών δομών. Η ζημία δεν γίνεται αμέσως ορατή: η κοινωνία δεν βλέπει πάντοτε το έργο που δεν κατασκευάστηκε, τη συντήρηση που αναβλήθηκε ή την καταστροφή που θα μπορούσε να είχε προληφθεί. Η δημοσιονομική εξοικονόμηση εμφανίζεται σήμερα, ενώ το κόστος της υποεπένδυσης μεταφέρεται σε επόμενες περιόδους. Έτσι, η προσαρμογή μπορεί να βελτιώνει προσωρινά το λογιστικό ισοζύγιο και να επιδεινώνει τον πραγματικό ισολογισμό του κράτους.

Η προστασία της δημόσιας επένδυσης δεν απαιτεί μια ανεξέλεγκτη γενική «χρυσή ρήτρα». Μια τέτοια ρύθμιση θα δημιουργούσε ισχυρό κίνητρο επαναταξινόμησης δαπανών και χρηματοδότησης έργων αμφίβολης αξίας. Χρειάζεται, αντιθέτως, ένα σύστημα ποιοτικής προστασίας. Κάθε εθνικό σχέδιο θα πρέπει να περιλαμβάνει ελάχιστη πολυετή δέσμευση καθαρής δημόσιας επένδυσης, αλλά η επιλεξιμότητα των έργων θα εξαρτάται από ανεξάρτητη αποτίμηση, διαφανή κριτήρια και τεκμηρίωση της συμβολής τους στην παραγωγικότητα, στην ανθεκτικότητα ή στη μείωση μελλοντικών υποχρεώσεων. Η συντήρηση του υφιστάμενου δημόσιου κεφαλαίου πρέπει επίσης να προστατεύεται, επειδή η εγκατάλειψη μιας υποδομής μπορεί να είναι δημοσιονομικά ακριβότερη από τη συστηματική συντήρησή της.

Το τέλος του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας δημιουργεί ένα βαθύτερο πολιτικό και οικονομικό πρόβλημα. Ο μηχανισμός επέτρεψε στην Ένωση να δανειστεί από κοινού και να χρηματοδοτήσει επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις σε χώρες με πολύ διαφορετικό εθνικό δημοσιονομικό χώρο. Δεν αποτέλεσε ολοκληρωμένη δημοσιονομική ένωση, αλλά απέδειξε ότι η κοινή χρηματοδότηση μπορεί να μειώσει την αντίφαση ανάμεσα στην ανάγκη επενδύσεων και στον περιορισμό των εθνικών προϋπολογισμών. Η λήξη του χωρίς μόνιμο διάδοχο εργαλείο κινδυνεύει να δημιουργήσει επενδυτικό κενό ακριβώς τη στιγμή που η Ευρώπη χρειάζεται εκτεταμένους πόρους για ενέργεια, άμυνα, τεχνολογία, κλιματική προσαρμογή και δημογραφική ανθεκτικότητα.

Το κενό δεν μπορεί να καλυφθεί απλώς με την προσδοκία ότι οι εθνικοί προϋπολογισμοί θα συνεχίσουν τις ίδιες δαπάνες. Τα κράτη με υψηλότερο χρέος θα αντιμετωπίσουν αυστηρότερες διαδρομές προσαρμογής και μεγαλύτερο κόστος χρηματοδότησης. Τα δημοσιονομικά ισχυρότερα θα μπορούν να επενδύουν περισσότερο, να επιδοτούν τη βιομηχανία τους και να προσελκύουν κεφάλαιο. Η απουσία κοινής δημοσιονομικής ικανότητας δεν σημαίνει ουδέτερη αγορά· σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή αναπτυξιακή πολιτική θα καθορίζεται από την άνιση εθνική ικανότητα χρηματοδότησης. Αυτό μπορεί να ενισχύσει τις αποκλίσεις και να υπονομεύσει τόσο τη συνοχή όσο και την ίδια την αποτελεσματικότητα της ενιαίας αγοράς.

Η ανάγκη μόνιμης ευρωπαϊκής επενδυτικής ικανότητας δεν αποτελεί γενική επίκληση για μεγαλύτερο προϋπολογισμό χωρίς όρους. Αφορά κυρίως αγαθά των οποίων τα οφέλη και οι εξωτερικότητες υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα: ενεργειακές διασυνδέσεις, κοινή άμυνα, έρευνα, ψηφιακές υποδομές, προστασία εξωτερικών συνόρων, κλιματική προσαρμογή και κρίσιμες αλυσίδες αξίας. Όταν ένα κράτος χρηματοδοτεί μόνο του μια υποδομή που εξυπηρετεί ολόκληρη την Ένωση, έχει κίνητρο να επενδύσει λιγότερο από το κοινωνικά βέλτιστο επίπεδο. Η κοινή χρηματοδότηση δεν αποτελεί μόνο πράξη αλληλεγγύης, αλλά λύση σε πρόβλημα συλλογικής δράσης.

Η μορφή αυτής της ικανότητας πρέπει να συνοδεύεται από σαφή δημοκρατική λογοδοσία. Η κοινή έκδοση χρέους χωρίς κοινούς σταθερούς πόρους, χωρίς κοινοβουλευτική εξουσία επί των εσόδων και χωρίς διαφανή διαδικασία επιλογής έργων μπορεί να μεταφέρει το πρόβλημα σε άλλο επίπεδο. Χρειάζονται ευρωπαϊκοί ίδιοι πόροι, πλήρης δημοσιοποίηση των δεσμεύσεων, ουσιαστικός ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και γεωγραφικά δίκαιη κατανομή. Η δημοσιονομική εμβάθυνση χωρίς πολιτική ευθύνη θα ενίσχυε την τεχνοκρατική συγκέντρωση που ήδη χαρακτηρίζει ορισμένες πλευρές της οικονομικής διακυβέρνησης. Η θέση αυτή παραμένει συνεπής με την ανάγκη να αντιστοιχηθεί η αυξανόμενη ευρωπαϊκή εξουσία με αναγνωρίσιμη ευρωπαϊκή δημοκρατική ευθύνη.

Η δημοσιονομική προσαρμογή μπορεί να είναι αναπτυξιακή όταν πραγματοποιείται κυρίως μέσω ποιοτικής ανασύνθεσης του προϋπολογισμού. Η κατάργηση αναποτελεσματικών φορολογικών εξαιρέσεων, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης, η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, η αξιολόγηση παγιωμένων επιδοτήσεων και η μείωση διοικητικών δαπανών χαμηλής κοινωνικής αξίας μπορούν να δημιουργήσουν χώρο για επενδύσεις χωρίς αύξηση του συνολικού ελλείμματος. Η διαδικασία είναι πολιτικά δυσκολότερη από τις οριζόντιες περικοπές, επειδή θίγει συγκεκριμένα οργανωμένα συμφέροντα. Είναι όμως οικονομικά και κοινωνικά ανώτερη, διότι δεν αντιμετωπίζει κάθε ευρώ δαπάνης ως ισοδύναμο.

Η αύξηση των δημόσιων εσόδων δεν είναι επίσης ουδέτερη ως προς την ανάπτυξη. Η χρηματοδότηση της επένδυσης μέσω φορολόγησης οικονομικών προσόδων, περιβαλλοντικών εξωτερικοτήτων ή φορολογικών βάσεων με περιορισμένη κινητικότητα έχει διαφορετικές συνέπειες από την αύξηση της φορολογίας της εργασίας και της παραγωγικής επένδυσης. Η δημοσιονομική συζήτηση που περιορίζεται στη δαπάνη παραβλέπει ότι η βιωσιμότητα αποτελεί σχέση εσόδων, δαπανών και παραγωγικής βάσης. Ένα κράτος με αποτελεσματική διοίκηση εσόδων και υψηλή φορολογική συμμόρφωση διαθέτει περισσότερο δημοσιονομικό χώρο από ένα κράτος με ίδιο χρέος αλλά ασθενή ικανότητα είσπραξης.

Η κρατική ικανότητα αποτελεί, τελικά, τον κρυφό συντελεστή που συνδέει τη δαπάνη με την ανάπτυξη. Η ίδια χρηματοδότηση μπορεί σε ένα διοικητικά ικανό κράτος να παράξει έγκαιρα και ποιοτικά έργα και σε ένα ασθενές κράτος να οδηγήσει σε καθυστερήσεις, αποσπασματικές συμβάσεις και χαμηλή αξιοποίηση. Η δημοσιονομική πολιτική δεν είναι μόνο ζήτημα ποσών. Είναι ζήτημα ικανότητας σχεδιασμού, προτεραιοποίησης, υλοποίησης και μάθησης. Η επένδυση στη δημόσια διοίκηση, στη δικαιοσύνη, στην ψηφιακή υποδομή και στην αξιολόγηση πολιτικών αποτελεί η ίδια αναπτυξιακή δαπάνη, επειδή αυξάνει την απόδοση των υπολοίπων δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων.

Η σχέση κρατικής ζήτησης και ιδιωτικής επένδυσης δεν είναι κατ’ ανάγκην ανταγωνιστική. Η δημόσια δαπάνη μπορεί να εκτοπίζει ιδιωτική δραστηριότητα όταν απορροφά περιορισμένη χρηματοδότηση ή εργασία σε οικονομία πλήρους απασχόλησης. Μπορεί όμως να την κινητοποιεί όταν μειώνει την αβεβαιότητα, δημιουργεί αγορές, κατασκευάζει δίκτυα και αναλαμβάνει αρχικούς τεχνολογικούς κινδύνους που ο ιδιωτικός τομέας δεν μπορεί να επωμιστεί μόνος του. Η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: οι επιχειρήσεις δεν θα επενδύσουν μαζικά σε καθαρές παραγωγικές διαδικασίες χωρίς αξιόπιστα δίκτυα, προβλέψιμο ρυθμιστικό πλαίσιο, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και σαφή δημόσια δέσμευση για τη μελλοντική κατεύθυνση της αγοράς.

Η αναπτυξιακή κρατική ζήτηση απαιτεί, συνεπώς, στρατηγική συνοχή. Η διασπορά μικρών επιχορηγήσεων σε πολλούς ασύνδετους στόχους μπορεί να αυξάνει τη βραχυχρόνια απορρόφηση χωρίς να μετασχηματίζει την παραγωγική δομή. Οι δημόσιοι πόροι πρέπει να συνδέουν υποδομές, δεξιότητες, έρευνα, επιχειρηματική αναβάθμιση και κοινωνική προστασία της μετάβασης. Η επιδότηση μιας τεχνολογίας χωρίς κατάρτιση εργαζομένων, εγχώριους προμηθευτές και ενεργειακή υποδομή παράγει περιορισμένη τοπική αξία. Αντίστοιχα, η κατάρτιση χωρίς ζήτηση για νέες δεξιότητες δημιουργεί πιστοποιητικά χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα. Η παραγωγικότητα χρειάζεται συστημική και όχι αποσπασματική πολιτική, όπως ήδη υποστηρίζεται στη σχετική κατεύθυνση του PoliticalThoughts.gr.

Η ευρωπαϊκή δημοσιονομική πολιτική πρέπει επίσης να αξιολογείται σε επίπεδο συνολικής Ευρωζώνης και όχι μόνο ανά κράτος. Αν όλα τα κράτη περιορίσουν ταυτόχρονα τη ζήτηση για να βελτιώσουν τα εθνικά τους ισοζύγια, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι χαμηλότερες εξαγωγές για όλους, ασθενέστερη ανάπτυξη και μικρότερη τελική μείωση του χρέους. Η δαπάνη μιας χώρας αποτελεί μέρος της ζήτησης για τα προϊόντα μιας άλλης. Αντίστροφα, τα κράτη με ισχυρότερη δημοσιονομική θέση και εξωτερικά πλεονάσματα μπορούν να στηρίζουν τη συνολική δραστηριότητα, διευκολύνοντας την προσαρμογή των περισσότερο υπερχρεωμένων. Η αποκλειστική εθνική οπτική παραβλέπει τη μακροοικονομική αλληλεξάρτηση που δημιουργεί το κοινό νόμισμα.

Η νέα οικονομική διακυβέρνηση διορθώνει μέρος της ακαμψίας των προηγούμενων κανόνων, δεν επιλύει όμως την ασυμμετρία ανάμεσα στην ενιαία νομισματική πολιτική και στην κατακερματισμένη δημοσιονομική εξουσία. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφασίζει για το σύνολο της Ευρωζώνης, ενώ η δημοσιονομική σταθεροποίηση παραμένει κυρίως εθνική. Σε έναν κοινό αρνητικό κλυδωνισμό, τα κράτη με μεγαλύτερο χώρο μπορούν να αντιδράσουν ισχυρότερα, ενώ εκείνα με μεγαλύτερη ανάγκη στήριξης ενδέχεται να διαθέτουν μικρότερη δυνατότητα. Η προσωρινή ενεργοποίηση ρητρών διαφυγής περιορίζει το πρόβλημα, δεν υποκαθιστά έναν μόνιμο κοινό σταθεροποιητικό μηχανισμό.

Η συμβατότητα ανάμεσα στην κρατική ζήτηση και στη δημοσιονομική προσαρμογή προϋποθέτει, επομένως, ένα διαφορετικό κριτήριο δημοσιονομικής ποιότητας. Η πολιτική πρέπει να αξιολογείται όχι μόνο από τη μεταβολή του ελλείμματος σε ένα έτος, αλλά από την επίδρασή της στο καθαρό δημόσιο κεφάλαιο, στο δυνητικό προϊόν, στη φορολογική βάση, στις μελλοντικές υποχρεώσεις και στην κοινωνική ανθεκτικότητα. Μια περικοπή που μειώνει τη δυνατότητα πρόληψης καταστροφών μπορεί να μεταφέρει πολύ μεγαλύτερο κόστος στο μέλλον. Μια επένδυση που μειώνει μόνιμα την ενεργειακή εξάρτηση μπορεί να προστατεύει τόσο την ανάπτυξη όσο και τον προϋπολογισμό από μελλοντικές κρίσεις τιμών.

Απαιτείται επίσης σαφής διάκριση ανάμεσα στη νόμιμη αντικυκλική στήριξη και στη μόνιμη πολιτική αναβολή της προσαρμογής. Η προσωρινή επέκταση πρέπει να συνοδεύεται από αξιόπιστη μεσοπρόθεσμη στρατηγική, χωρίς η στρατηγική αυτή να μετατρέπεται σε αυτόματες περικοπές όταν η οικονομία παραμένει ασθενής. Η αξιοπιστία δεν παράγεται μόνο από την αυστηρότητα των αριθμητικών δεσμεύσεων. Παράγεται από την ποιότητα των θεσμών, τη διαφάνεια των στοιχείων, τη συνέπεια της φορολογικής πολιτικής και την ικανότητα εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων. Μια μη ρεαλιστική πορεία που επανειλημμένα αναθεωρείται δεν είναι περισσότερο αξιόπιστη από μια ηπιότερη αλλά εφαρμόσιμη προσαρμογή.

Η τελική απάντηση στο αρχικό ερώτημα είναι, συνεπώς, θετική αλλά αυστηρά υπό όρους. Η κρατική ζήτηση μπορεί να στηρίζει την ανάπτυξη χωρίς να υπονομεύει τη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική βιωσιμότητα όταν λειτουργεί αντικυκλικά, όταν προστατεύει και δημιουργεί παραγωγικό και κοινωνικό κεφάλαιο, όταν συνοδεύεται από αναδιάταξη χαμηλής αξίας δαπανών και δίκαιη ενίσχυση των εσόδων, όταν στηρίζεται σε ικανή διοίκηση και όταν εντάσσεται σε αξιόπιστο πολυετή σχεδιασμό. Δεν μπορεί να το επιτύχει όταν χρησιμοποιείται ως μόνιμος μηχανισμός συγκυριακής διανομής, όταν χρηματοδοτείται χωρίς διαφάνεια, όταν στηρίζεται σε υπεραισιόδοξες προβλέψεις ή όταν η επενδυτική ιδιότητα αποδίδεται ρητορικά σε κάθε πολιτικά επιθυμητή δαπάνη.

Το βασικό ευρωπαϊκό πρόβλημα δεν είναι η υπερβολική παρουσία ενός αφηρημένου κράτους, αλλά η ανισότητα και ο κατακερματισμός της δημόσιας ικανότητας. Η Ένωση ζητεί ταυτόχρονα επενδύσεις στην άμυνα, στην πράσινη μετάβαση, στην τεχνολογία, στις υποδομές και στην κοινωνική ανθεκτικότητα, χωρίς να έχει ακόμη δημιουργήσει δημοσιονομικό επίπεδο ανάλογο προς αυτές τις κοινές φιλοδοξίες. Όσο η χρηματοδότηση εξαρτάται κυρίως από τα άνισα εθνικά περιθώρια, η δημοσιονομική πειθαρχία και η αναπτυξιακή πολιτική θα παραμένουν άνισα συμβατές μεταξύ των κρατών.

Η ώριμη δημοσιονομική πειθαρχία δεν επιβάλλει στο κράτος να απέχει από την οικονομική ανάπτυξη. Του επιβάλλει να γνωρίζει τι αγοράζει με κάθε δημόσιο ευρώ, ποιο κόστος μεταφέρει στο μέλλον και ποια μελλοντική δυνατότητα δημιουργεί. Η ώριμη αναπτυξιακή πολιτική, αντίστοιχα, δεν συγχέει την αύξηση της δαπάνης με την αύξηση της ευημερίας. Απαιτεί η δημόσια παρέμβαση να μετατρέπεται σε παραγωγική ικανότητα, κοινωνική ασφάλεια και θεσμική ανθεκτικότητα. Η πραγματική αντίθεση δεν βρίσκεται ανάμεσα στη δαπάνη και στην προσαρμογή, αλλά ανάμεσα στη δημοσιονομική πολιτική που αναβάλλει τα προβλήματα και σε εκείνη που χρησιμοποιεί το παρόν για να μειώσει τις ευαλωτότητες του μέλλοντος.