Η αύξηση του συνολικού ευρωπαϊκού ΑΕΠ δεν συνεπάγεται ότι οι οικονομίες, οι περιφέρειες και οι κοινωνίες της Ευρώπης πλησιάζουν μεταξύ τους. Η ανάπτυξη και η σύγκλιση απαντούν σε διαφορετικά ερωτήματα. Η πρώτη μετρά αν το συνολικό προϊόν αυξάνεται. Η δεύτερη εξετάζει αν μειώνονται οι αποστάσεις ως προς την παραγωγικότητα, το εισόδημα, την ποιότητα της εργασίας, την πρόσβαση στις υπηρεσίες, τη θεσμική ικανότητα και τις πραγματικές δυνατότητες κοινωνικής συμμετοχής. Μια ένωση μπορεί να αναπτύσσεται επειδή οι ισχυρότερες οικονομίες ή ορισμένοι δυναμικοί κλάδοι επεκτείνονται, ενώ οι ασθενέστερες χώρες, οι περιφερειακές περιοχές και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα παραμένουν στάσιμα. Ο θετικός μέσος όρος μπορεί να είναι στατιστικά ακριβής και πολιτικά παραπλανητικός, όταν παρουσιάζεται ως απόδειξη κοινής οικονομικής προόδου.
Τα προκαταρκτικά στοιχεία του δεύτερου τριμήνου του 2026 αποτελούν χαρακτηριστική αφετηρία. Η Ευρωζώνη αναπτύχθηκε κατά 0,4% και η Ευρωπαϊκή Ένωση κατά 0,5% σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο. Πίσω από τον συνολικό ρυθμό υπήρχαν πολύ διαφορετικές εθνικές τροχιές: η Ιρλανδία κατέγραψε αύξηση 3,9%, η Λιθουανία 1,7% και η Σουηδία 1,4%, ενώ το Βέλγιο και η Αυστρία παρέμειναν στάσιμα. Η ίδια η Eurostat υπογραμμίζει ότι τα στοιχεία είναι προκαταρκτικά και θα αναθεωρηθούν. Η διαφοροποίηση, ωστόσο, δεν αποτελεί στατιστικό ατύχημα. Υπενθυμίζει ότι ο ευρωπαϊκός ρυθμός είναι άθροισμα ετερογενών οικονομιών και όχι μέτρο της εμπειρίας μιας ενιαίας ευρωπαϊκής κοινωνίας.
Η θεωρία της οικονομικής σύγκλισης διακρίνει συνήθως δύο βασικές έννοιες. Η λεγόμενη βήτα σύγκλιση εμφανίζεται όταν οι αρχικά φτωχότερες οικονομίες αναπτύσσονται ταχύτερα από τις πλουσιότερες. Η σίγμα σύγκλιση αφορά την πραγματική μείωση της διασποράς των εισοδημάτων ή της παραγωγικότητας μεταξύ των οικονομιών. Η πρώτη δεν εγγυάται αυτομάτως τη δεύτερη. Μια φτωχότερη χώρα μπορεί να αναπτύσσεται ταχύτερα για ορισμένα χρόνια, αλλά η απόλυτη απόσταση από μια πολύ πλουσιότερη οικονομία να παραμένει μεγάλη ή ακόμη και να αυξάνεται. Επιπλέον, η προσέγγιση του εθνικού μέσου όρου μπορεί να συνοδεύεται από διεύρυνση των εσωτερικών περιφερειακών και κοινωνικών αποκλίσεων.
Η έννοια της υπό όρους σύγκλισης προσθέτει ότι οι οικονομίες δεν κατευθύνονται αναγκαστικά προς το ίδιο επίπεδο εισοδήματος. Συγκλίνουν προς διαφορετικές μακροχρόνιες καταστάσεις, ανάλογα με τους θεσμούς, την εκπαίδευση, τη δημογραφία, την τεχνολογία, την παραγωγική διάρθρωση και την πρόσβαση σε κεφάλαιο. Αν οι αρχικές διαφορές στους παράγοντες αυτούς παραμένουν, η απλή ελευθερία κίνησης αγαθών, κεφαλαίων και εργαζομένων δεν εξασφαλίζει κοινό τελικό αποτέλεσμα. Μπορεί να δημιουργηθούν «όμιλοι σύγκλισης»: ομάδες κρατών και περιφερειών που πλησιάζουν μεταξύ τους, αλλά διατηρούν μόνιμη απόσταση από άλλες ομάδες.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζει ταυτόχρονα πραγματικές ιστορικές επιτυχίες σύγκλισης και επίμονους μηχανισμούς απόκλισης. Η ένταξη πολλών κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στην ενιαία αγορά συνοδεύτηκε από αύξηση των επενδύσεων, της παραγωγικότητας και του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Η Ένατη Έκθεση Συνοχής καταγράφει σημαντική μακροχρόνια προσέγγιση πολλών νεότερων κρατών-μελών προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Συγχρόνως, επισημαίνει τη στασιμότητα αρκετών λιγότερο ανεπτυγμένων και μεταβατικών περιφερειών, την εμφάνιση αναπτυξιακών παγίδων και την εντεινόμενη δημογραφική πίεση σε περιοχές που χάνουν νέους και ειδικευμένους εργαζομένους.
Η διπλή αυτή πραγματικότητα αποκλείει τόσο την εύκολη αφήγηση της αυτόματης ευρωπαϊκής σύγκλισης όσο και την ισοπεδωτική θέση ότι η ολοκλήρωση παράγει μόνο απόκλιση. Η ενιαία αγορά μπορεί να προσφέρει στις λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες πρόσβαση σε κεφάλαιο, τεχνολογία, μεγαλύτερη ζήτηση και παραγωγικά δίκτυα. Μπορεί όμως να επιταχύνει τη συγκέντρωση της δραστηριότητας στα ήδη ισχυρότερα κέντρα. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από την τοπική ικανότητα απορρόφησης της τεχνολογίας, τη σύνδεση των ξένων επενδύσεων με εγχώριες επιχειρήσεις, τη δυνατότητα διατήρησης ανθρώπινου κεφαλαίου και την ποιότητα της δημόσιας πολιτικής.
Η οικονομική γεωγραφία εξηγεί γιατί η ανάπτυξη συχνά συγκεντρώνεται αντί να διαχέεται ομοιόμορφα. Οι επιχειρήσεις επιλέγουν περιοχές στις οποίες υπάρχουν ήδη μεγάλοι προμηθευτές, ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, ερευνητικά ιδρύματα, υποδομές και πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Η συγκέντρωση μειώνει το κόστος αναζήτησης εργαζομένων και συνεργατών, διευκολύνει τη διάχυση γνώσης και δημιουργεί μεγαλύτερη αγορά για εξειδικευμένες υπηρεσίες. Η αρχική επιτυχία μιας περιφέρειας γίνεται αιτία περαιτέρω επιτυχίας. Αντίστροφα, η απώλεια μιας μεγάλης βιομηχανίας ή η έξοδος ειδικευμένων νέων μειώνει την τοπική ζήτηση, τη φορολογική βάση και την ποιότητα των υπηρεσιών, καθιστώντας την περιοχή ακόμη λιγότερο ελκυστική.
Η σωρευτική αυτή αιτιότητα εξηγεί γιατί ορισμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και μητροπολιτικές περιοχές μπορούν να συγκλίνουν ή να υπερβαίνουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ η περιφέρεια της ίδιας χώρας παραμένει στάσιμη. Η εθνική οικονομία βελτιώνει τον μέσο όρο της, αλλά η εσωτερική της γεωγραφία πολώνεται. Τα τελευταία διαθέσιμα περιφερειακά στοιχεία δείχνουν μεγάλες αποκλίσεις στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ μεταξύ των ευρωπαϊκών περιφερειών, ενώ ακόμη και γειτονικές περιοχές μπορούν να εμφανίζουν ριζικά διαφορετικά επίπεδα προϊόντος λόγω της συγκέντρωσης κεντρικών διοικητικών λειτουργιών, βιομηχανικών εγκαταστάσεων ή εταιρικών εδρών.
Το περιφερειακό ΑΕΠ χρειάζεται, πάντως, προσεκτική ερμηνεία. Οι εργαζόμενοι μπορεί να παράγουν αξία σε μια μητροπολιτική περιφέρεια και να κατοικούν σε άλλη. Τα κέρδη μιας εταιρείας μπορεί να καταγράφονται στην περιοχή της έδρας της χωρίς να διαχέονται αντίστοιχα στους κατοίκους. Η υψηλή παραγωγή μιας περιοχής δεν συνεπάγεται ότι το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών της είναι αναλόγως υψηλό, ούτε ότι η πρόσβαση στη στέγη και στις υπηρεσίες είναι ευχερής. Η σύγκλιση δεν πρέπει να μετριέται αποκλειστικά από τον τόπο στον οποίο καταγράφεται η παραγωγή, αλλά και από τον τόπο στον οποίο διανέμεται, φορολογείται και μετατρέπεται σε πραγματική ευημερία.
Η απόκλιση μεταξύ παραγωγής και κοινωνικής εμπειρίας είναι ιδιαίτερα έντονη σε οικονομίες όπου οι δραστηριότητες πολυεθνικών επιχειρήσεων διογκώνουν το ΑΕΠ. Η μεταφορά δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, οι ενδοομιλικές συναλλαγές και η καταγραφή κερδών μπορούν να μεταβάλλουν σημαντικά τους εθνικούς λογαριασμούς χωρίς ανάλογη επίδραση στην απασχόληση και στο διαθέσιμο εισόδημα. Η Ιρλανδία αποτελεί χαρακτηριστική αλλά όχι μοναδική περίπτωση. Το πρόβλημα δεν είναι ότι το ΑΕΠ είναι άχρηστο· είναι ότι αποτυπώνει την παραγωγή και όχι κατ’ ανάγκην το εισόδημα που παραμένει και διανέμεται στην εγχώρια κοινωνία.
Η πραγματική ατομική κατανάλωση, το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα και το εισόδημα των νοικοκυριών μπορούν να προσφέρουν πληρέστερη εικόνα του υλικού βιοτικού επιπέδου. Ακόμη και αυτά, όμως, δεν επαρκούν χωρίς συνεκτίμηση του κόστους κατοικίας, των δημόσιων υπηρεσιών και της οικονομικής ασφάλειας. Δύο νοικοκυριά με ίδιο πραγματικό εισόδημα μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικές δυνατότητες εάν το ένα διαθέτει πρόσβαση σε δημόσια υγεία, παιδική φροντίδα και προσιτή στέγη, ενώ το άλλο πρέπει να αγοράζει τις ίδιες υπηρεσίες από την αγορά. Η κοινωνική σύγκλιση αφορά το σύνολο των πραγματικών δυνατοτήτων και όχι μόνο το χρηματικό εισόδημα.
Η λειτουργική διανομή του εισοδήματος είναι εξίσου κρίσιμη. Μια οικονομία μπορεί να αυξάνει την παραγωγικότητα χωρίς οι πραγματικοί μισθοί να ακολουθούν, εάν μεγαλύτερο μέρος της νέας αξίας κατευθύνεται στα κέρδη, στις προσόδους και στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων. Ο συνολικός ρυθμός ανάπτυξης δεν αποκαλύπτει αν η εργασία συμμετέχει αναλογικά στα οφέλη. Η ευρωπαϊκή σύγκλιση μεταξύ κρατών μπορεί να συνυπάρχει με απόκλιση ανάμεσα στην εργασία και στο κεφάλαιο σε κάθε κράτος. Αντίστοιχα, η αύξηση των μισθών μπορεί να μη μεταφράζεται σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όταν τα ενοίκια, η ενέργεια και οι βασικές υπηρεσίες αυξάνονται ταχύτερα.
Η κατοικία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς μέσω των οποίων η ανάπτυξη μετατρέπεται σε κοινωνική απόκλιση. Οι δυναμικές πόλεις προσελκύουν εργαζομένους, τουρισμό, επενδύσεις και διεθνές κεφάλαιο. Η αυξημένη ζήτηση ανεβάζει την αξία της γης και των ακινήτων. Οι ιδιοκτήτες αποκτούν περιουσιακό όφελος, ενώ οι ενοικιαστές, οι νέοι και όσοι μετακινούνται για εργασία επιβαρύνονται. Το τοπικό ΑΕΠ αυξάνεται, αλλά η δυνατότητα συμμετοχής στην τοπική οικονομία γίνεται ακριβότερη. Η οικονομική επιτυχία του τόπου μπορεί να αποκλείει σταδιακά τους εργαζομένους που είναι απαραίτητοι για τη λειτουργία του.
Η δημογραφία ενισχύει τις περιφερειακές αποκλίσεις. Οι περιοχές με περιορισμένες επαγγελματικές δυνατότητες χάνουν δυσανάλογα νέους και μορφωμένους ανθρώπους. Η έξοδος μειώνει τη διαθέσιμη εργασία, την επιχειρηματικότητα, τη γεννητικότητα και τη ζήτηση για τοπικές υπηρεσίες. Η μείωση του πληθυσμού οδηγεί σε κλείσιμο σχολείων, δυσκολία στελέχωσης της υγείας και αύξηση του κατά κεφαλήν κόστους των υποδομών. Η επιδείνωση των υπηρεσιών γίνεται νέο κίνητρο αποχώρησης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιγράφει ως «παγίδα ανάπτυξης ταλέντου» την κατάσταση περιοχών που συνδυάζουν συρρίκνωση του πληθυσμού εργασιακής ηλικίας, χαμηλό ή στάσιμο ποσοστό τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και εκροή νέων.
Η κινητικότητα της εργασίας έχει διττή λειτουργία. Σε ατομικό επίπεδο, επιτρέπει στους πολίτες να αναζητούν καλύτερες αμοιβές και ευκαιρίες. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, βοηθά στην προσαρμογή απέναντι σε ασύμμετρους οικονομικούς κραδασμούς. Για την περιοχή προέλευσης, όμως, μπορεί να σημαίνει απώλεια του ανθρώπινου κεφαλαίου που χρηματοδότησε μέσω του εκπαιδευτικού της συστήματος. Η μετανάστευση μειώνει προσωρινά την ανεργία και μπορεί να δημιουργεί εμβάσματα, αλλά αποδυναμώνει τη μελλοντική ικανότητα παραγωγικής αναβάθμισης. Η ελεύθερη κυκλοφορία δεν είναι, συνεπώς, επαρκής πολιτική σύγκλισης· χρειάζεται να συνοδεύεται από δημιουργία πραγματικών ευκαιριών στις περιοχές προέλευσης.
Η Νομισματική Ένωση εισάγει πρόσθετους μηχανισμούς ασυμμετρίας. Η ενιαία νομισματική πολιτική αντιστοιχεί στον μέσο όρο της Ευρωζώνης και όχι στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε εθνικής ή περιφερειακής οικονομίας. Το ίδιο επιτόκιο μπορεί να είναι περιοριστικό για μια οικονομία σε στασιμότητα και υπερβολικά ευνοϊκό για μια οικονομία σε ταχεία πιστωτική επέκταση. Η επίδρασή του διαφέρει επίσης ανάλογα με τη διάρθρωση των στεγαστικών δανείων, τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και τη σημασία των τραπεζών. Η ονομαστική ενότητα του επιτοκίου δεν παράγει ομοιόμορφη πραγματική χρηματοδοτική συνθήκη.
Η απουσία εθνικής συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταφέρει την προσαρμογή σε άλλους μηχανισμούς: μισθούς, απασχόληση, τιμές, δημοσιονομική πολιτική και μετακίνηση του πληθυσμού. Η λεγόμενη εσωτερική υποτίμηση μπορεί να αποκαθιστά μέρος της ανταγωνιστικότητας μέσω συγκράτησης του κόστους εργασίας, αλλά επιβαρύνει την εσωτερική ζήτηση και μπορεί να ενισχύει τη μετανάστευση. Αν δεν συνοδεύεται από τεχνολογική αναβάθμιση, καλύτερη διοίκηση και επενδύσεις, η ανταγωνιστικότητα παραμένει βασισμένη στο χαμηλό κόστος αντί στην υψηλότερη αξία. Η οικονομία μπορεί να βελτιώσει τις εξαγωγές χωρίς να συγκλίνει ως προς τους μισθούς, την παραγωγικότητα ή την ποιότητα της εργασίας.
Η παραγωγική εξειδίκευση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό διαρκούς απόκλισης. Οι οικονομίες που ειδικεύονται σε υψηλή τεχνολογία, προηγμένες επιχειρηματικές υπηρεσίες, φαρμακευτική παραγωγή και κεφαλαιουχικά αγαθά διαθέτουν μεγαλύτερη δυνατότητα αύξησης παραγωγικότητας, εξαγωγών και μισθών. Όσες παραμένουν εξαρτημένες από χαμηλής τεχνολογικής έντασης υπηρεσίες, κατασκευές, εποχικό τουρισμό ή συναρμολόγηση χαμηλής προστιθέμενης αξίας δυσκολεύονται να αναβαθμίσουν το εισόδημα. Η συμμετοχή σε μια ευρωπαϊκή αλυσίδα αξίας δεν είναι από μόνη της ένδειξη σύγκλισης. Σημασία έχει ποια λειτουργία αναλαμβάνει η εγχώρια οικονομία, ποιος κατέχει την τεχνολογία, πού πραγματοποιείται η έρευνα και πού καταγράφονται τα κέρδη.
Οι άμεσες ξένες επενδύσεις μπορούν να αποτελέσουν ισχυρό μηχανισμό σύγκλισης όταν δημιουργούν δεσμούς με εγχώριους προμηθευτές, μεταφέρουν τεχνογνωσία, εκπαιδεύουν προσωπικό και εντάσσονται σε μακροχρόνιο παραγωγικό οικοσύστημα. Μπορούν, όμως, να λειτουργήσουν ως απομονωμένοι θύλακες, με εισαγόμενα ενδιάμεσα προϊόντα, περιορισμένη τοπική γνώση και εκροή κερδών. Η επιτυχία δεν πρέπει να μετριέται μόνο από το αρχικό ύψος της επένδυσης και τον αριθμό των άμεσων θέσεων, αλλά από τη δημιουργία εγχώριων τεχνολογικών δυνατοτήτων και την αύξηση της παραγωγικής πολυπλοκότητας.
Η πράσινη μετάβαση δεν διανέμει αυτόματα τα οφέλη της ισότιμα. Οι περιοχές με βιομηχανίες υψηλών εκπομπών ή εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα αντιμετωπίζουν απώλεια δραστηριότητας και θέσεων πριν από τη δημιουργία νέων κλάδων. Οι περιοχές με διαθέσιμη γη και ανανεώσιμους πόρους μπορεί να φιλοξενούν ενεργειακές εγκαταστάσεις χωρίς να αποκτούν αντίστοιχη τοπική βιομηχανική βάση. Τα νοικοκυριά με κεφάλαιο μπορούν να επενδύσουν σε ενεργειακή αναβάθμιση, παραγωγή και ηλεκτροκίνηση, ενώ οι χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες επιβαρύνονται από το κόστος της μετάβασης. Η πράσινη ανάπτυξη μπορεί να αυξάνει το ευρωπαϊκό προϊόν και να διευρύνει την περιουσιακή και γεωγραφική ανισότητα.
Ανάλογος κίνδυνος εμφανίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη και στην ψηφιακή οικονομία. Οι δραστηριότητες αυτές χρειάζονται ερευνητικά πανεπιστήμια, εξειδικευμένο προσωπικό, κεφάλαιο υψηλού κινδύνου, επαρκή ενέργεια και υπολογιστική υποδομή. Τείνουν, συνεπώς, να εγκαθίστανται σε ήδη ισχυρά τεχνολογικά κέντρα. Οι λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές κινδυνεύουν να παραμείνουν καταναλωτές εισαγόμενης τεχνολογίας και να χάσουν μέρος των υφιστάμενων θέσεων τους μέσω αυτοματοποίησης, χωρίς να αποκτήσουν τις νέες δραστηριότητες υψηλής αξίας. Η συνολική ευρωπαϊκή παραγωγικότητα μπορεί να αυξάνεται, ενώ η ιδιοκτησία των συστημάτων, των δεδομένων και των κερδών συγκεντρώνεται ακόμη περισσότερο.
Η ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική μπορεί να περιορίσει την τεχνολογική υστέρηση έναντι άλλων παγκόσμιων δυνάμεων, μπορεί όμως να εντείνει τις εσωτερικές αποκλίσεις όταν στηρίζεται κυρίως σε εθνικές κρατικές ενισχύσεις. Τα κράτη με μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο μπορούν να προσφέρουν υψηλότερες επιδοτήσεις, καλύτερες φορολογικές συνθήκες και ισχυρότερες υποδομές. Η επιχείρηση επιλέγει την ευρωπαϊκή χώρα με το μεγαλύτερο εθνικό πακέτο, όχι κατ’ ανάγκην την περιοχή όπου η επένδυση θα παρήγαγε το μεγαλύτερο συνολικό όφελος συνοχής. Έτσι, η χαλάρωση των κανόνων κρατικών ενισχύσεων μπορεί να διατηρεί την επένδυση εντός Ευρώπης και συγχρόνως να μεταφέρει δραστηριότητα προς τα δημοσιονομικά ισχυρότερα κράτη.
Η απάντηση δεν είναι η εγκατάλειψη της βιομηχανικής πολιτικής, αλλά η ευρωπαϊκοποίησή της. Οι στρατηγικοί κλάδοι χρειάζονται κοινή χρηματοδότηση, διασυνοριακές αλυσίδες αξίας, γεωγραφικούς όρους και πραγματική συμμετοχή προμηθευτών και ερευνητικών φορέων από λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές. Μια επιδότηση δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο από το αν δημιουργεί ένα μεγάλο εργοστάσιο, αλλά και από το αν διαχέει γνώση, δημιουργεί συμπληρωματικές δραστηριότητες και αυξάνει την παραγωγική αυτονομία περισσότερων περιφερειών.
Η πολιτική συνοχής αποτελεί τον βασικό ευρωπαϊκό μηχανισμό αντιμετώπισης αυτών των σωρευτικών τάσεων. Η σημασία της δεν περιορίζεται στη μεταφορά πόρων προς τα φτωχότερα κράτη. Επιχειρεί να εξασφαλίσει ότι η ενιαία αγορά δεν θα λειτουργεί αποκλειστικά ως μηχανισμός συγκέντρωσης και ότι οι πολίτες θα διαθέτουν πραγματικές αναπτυξιακές δυνατότητες ανεξαρτήτως τόπου. Η συνοχή αποτελεί, συνεπώς, μέρος της πολιτικής νομιμοποίησης της ολοκλήρωσης. Η μετατόπιση ευρωπαϊκών πόρων προς άμυνα και κεντρικά προγράμματα ανταγωνιστικότητας, χωρίς προστασία της περιφερειακής διάστασης, μπορεί να αποδυναμώσει αυτή τη νομιμοποιητική βάση. Η κατεύθυνση αυτή βρίσκεται ήδη στον πυρήνα της ανάλυσης του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού στο PoliticalThoughts.gr.
Η πολιτική συνοχής αντιμετωπίζει, ωστόσο, το παράδοξο της διοικητικής ικανότητας. Οι περιφέρειες που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη πόρων είναι συχνά εκείνες που δυσκολεύονται περισσότερο να σχεδιάσουν σύνθετα έργα, να εξασφαλίσουν συγχρηματοδότηση, να πραγματοποιήσουν διαγωνισμούς και να διατηρήσουν εξειδικευμένο προσωπικό. Οι ισχυρότερες διοικήσεις απορροφούν αποτελεσματικότερα τους πόρους και δημιουργούν καλύτερα αποτελέσματα. Αν η επιτυχία μετριέται κυρίως από την απορρόφηση και τις τυπικές προθεσμίες, η πολιτική μπορεί να επιβραβεύει τις ήδη ικανότερες περιοχές και να επιβαρύνει τις ασθενέστερες με σύνθετες διαδικασίες.
Η τεχνική βοήθεια δεν πρέπει να περιορίζεται στην πρόσληψη εξωτερικών συμβούλων για την ολοκλήρωση ενός συγκεκριμένου προγράμματος. Χρειάζεται μόνιμη οικοδόμηση τοπικής διοικητικής γνώσης, σταθερό επιστημονικό προσωπικό, αξιόπιστα περιφερειακά δεδομένα και ικανότητα αξιολόγησης. Διαφορετικά, η περιφέρεια μπορεί να απορροφά πόρους χωρίς να αποκτά αυτονομία σχεδιασμού. Μετά τη λήξη του προγράμματος παραμένει εξαρτημένη από εξωτερικούς αναδόχους και δεν διαθέτει θεσμική μνήμη.
Η χωρικά προσαρμοσμένη πολιτική δεν σημαίνει ότι κάθε περιφέρεια πρέπει να διατηρεί τεχνητά κάθε υφιστάμενη δραστηριότητα. Ούτε σημαίνει ομοιόμορφη κατανομή όλων των βιομηχανιών σε όλη την Ευρώπη. Οι οικονομίες συγκέντρωσης είναι πραγματικές και η υπερβολική διασπορά μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα. Ο στόχος είναι να αποτραπεί η μετατροπή της συγκέντρωσης σε μόνιμο αποκλεισμό. Οι περιφερειακές πόλεις χρειάζονται συνδεσιμότητα, πανεπιστήμια που συνδέονται με την τοπική παραγωγή, ψηφιακές υποδομές, ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες και πρόσβαση σε κεφάλαιο, ώστε να αναπτύξουν εξειδικεύσεις με πραγματικές προοπτικές.
Η λεγόμενη έξυπνη εξειδίκευση είναι χρήσιμη όταν στηρίζεται στην ανακάλυψη νέων συγγενών δραστηριοτήτων και όχι στην παγίωση της υφιστάμενης χαμηλής παραγωγικότητας. Μια τουριστική περιοχή δεν χρειάζεται απλώς περισσότερες κλίνες και εντονότερη εποχική εκμετάλλευση. Μπορεί να συνδέσει τον τουρισμό με πολιτιστική τεχνολογία, αγροδιατροφή, περιβαλλοντική διαχείριση, ψηφιακές υπηρεσίες και έρευνα βιώσιμης κινητικότητας. Μια παλαιά βιομηχανική περιφέρεια δεν πρέπει να επιδιώκει τη μηχανική αναβίωση του παρελθόντος, αλλά να αξιοποιεί τις τεχνικές δεξιότητες, τις υποδομές και τη βιομηχανική της γνώση για νέες δραστηριότητες.
Η κοινωνική σύγκλιση δεν είναι αποτέλεσμα που έπεται αυτομάτως της παραγωγικής σύγκλισης. Οι θεσμοί της αγοράς εργασίας, η συλλογική διαπραγμάτευση, η φορολογία, η κοινωνική ασφάλιση και οι δημόσιες υπηρεσίες καθορίζουν πώς κατανέμονται τα οφέλη της ανάπτυξης. Μια παραγωγική οικονομία μπορεί να εμφανίζει μεγάλη ανισότητα, εάν η διαπραγματευτική θέση της εργασίας είναι ασθενής και η ιδιοκτησία του κεφαλαίου συγκεντρωμένη. Αντίστροφα, η αναδιανομή χωρίς παραγωγική αναβάθμιση δυσκολεύεται να χρηματοδοτήσει διατηρήσιμα υψηλό επίπεδο ευημερίας. Η συνοχή απαιτεί ταυτόχρονα δημιουργία υψηλότερης αξίας και θεσμούς δίκαιης συμμετοχής σε αυτήν.
Η θέση αυτή αποφεύγει δύο συμμετρικά σφάλματα. Το πρώτο είναι η αντίληψη ότι η αύξηση της παραγωγικότητας θα διαχυθεί αυτομάτως σε μισθούς και κοινωνική ευημερία. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η διανομή εξαρτάται από θεσμούς και σχέσεις ισχύος. Το δεύτερο είναι η υπόθεση ότι η αναδιανομή μπορεί να υποκαταστήσει τη δημιουργία παραγωγικής αξίας. Μια οικονομία που δημιουργεί κυρίως θέσεις χαμηλής τεχνολογίας και χαμηλών αμοιβών αναγκάζει το κοινωνικό κράτος να διορθώνει διαρκώς τις συνέπειες ενός ανεπαρκούς παραγωγικού μοντέλου. Η διασύνδεση παραγωγικότητας, ποιότητας εργασίας και πραγματικής ισότητας αποτελεί ήδη βασική θέση του PoliticalThoughts.gr.
Η σύγκλιση πρέπει επίσης να αξιολογείται μέσα από τη δυνατότητα πρόσβασης σε βασικά δημόσια αγαθά. Μια απομακρυσμένη περιφέρεια μπορεί να έχει βελτιώσει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και να παραμένει χωρίς επαρκή υγειονομική στελέχωση, δημόσια συγκοινωνία, ψηφιακή συνδεσιμότητα ή πρόσβαση σε τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η πραγματική οικονομική ελευθερία των κατοίκων της είναι μικρότερη από εκείνη που δείχνει το μέσο εισόδημα. Το κοινωνικό κράτος λειτουργεί εδώ ως εδαφικός μηχανισμός της ιδιότητας του πολίτη: εξασφαλίζει ότι τα δικαιώματα και οι βασικές δυνατότητες δεν εξαρτώνται ολοκληρωτικά από την αγοραία ελκυστικότητα του τόπου κατοικίας.
Η ίση παροχή υπηρεσιών δεν σημαίνει αναγκαστικά όμοια οργανωτική μορφή. Οι νησιωτικές και ορεινές περιοχές μπορεί να χρειάζονται διαφορετικούς τρόπους υγείας, εκπαίδευσης και μεταφοράς από τις μεγάλες πόλεις. Η ουσιαστική ισότητα αφορά συγκρίσιμο επίπεδο πραγματικής πρόσβασης, όχι τυπικά ίδιο αριθμό εγκαταστάσεων. Η ψηφιακή τεχνολογία μπορεί να συμπληρώνει την τοπική παρουσία, δεν πρέπει όμως να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα πλήρους απόσυρσης των ανθρώπινων υπηρεσιών.
Η δημοσιονομική αρχιτεκτονική της Ένωσης επηρεάζει βαθιά τη σύγκλιση. Τα κράτη με μεγαλύτερες αναπτυξιακές ανάγκες είναι συχνά εκείνα με υψηλότερο χρέος, μικρότερο φορολογικό χώρο και ακριβότερη χρηματοδότηση. Εάν η αναγκαία επένδυση εξαρτάται κυρίως από τα εθνικά δημοσιονομικά περιθώρια, η αρχική απόκλιση αναπαράγεται. Τα ισχυρότερα κράτη χρηματοδοτούν καλύτερες υποδομές, έρευνα και βιομηχανικές επιδοτήσεις· οι ασθενέστερες οικονομίες προσαρμόζονται και περιορίζουν την επένδυσή τους. Η πολιτική συνοχής αντισταθμίζει μέρος του μηχανισμού, αλλά ο σχετικά μικρός ευρωπαϊκός προϋπολογισμός δεν μπορεί μόνος του να εξισορροπήσει την πλήρη διαφορά εθνικής δημοσιονομικής ισχύος.
Η μόνιμη ευρωπαϊκή δημοσιονομική ικανότητα είναι, συνεπώς, και εργαλείο σύγκλισης. Δεν χρειάζεται να χρηματοδοτεί γενικώς κάθε εθνική δαπάνη. Πρέπει να επικεντρώνεται σε κοινές επενδύσεις και σε κλυδωνισμούς που διαφορετικά θα επιβάρυναν άνισα τα κράτη. Η χρηματοδότηση κοινών ενεργειακών, τεχνολογικών και αμυντικών υποδομών σε ευρωπαϊκό επίπεδο περιορίζει την ανάγκη τα λιγότερο εύρωστα κράτη να επιλέγουν μεταξύ στρατηγικών υποχρεώσεων και κοινωνικών ή παραγωγικών επενδύσεων. Η κοινή δημοσιονομική δράση πρέπει να σχεδιάζεται έτσι ώστε να ενισχύει και όχι να παρακάμπτει την περιφερειακή συνοχή.
Οι κεφαλαιαγορές μπορούν επίσης να λειτουργήσουν είτε ως μηχανισμός σύγκλισης είτε ως μηχανισμός αποστράγγισης. Η βαθύτερη ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση θα μπορούσε να προσφέρει στις επιχειρήσεις των μικρότερων οικονομιών πρόσβαση σε ευρύτερη χρηματοδότηση. Χωρίς κατάλληλα θεσμικά εργαλεία, όμως, οι αποταμιεύσεις μπορεί να κατευθύνονται προς τις μεγαλύτερες, ασφαλέστερες και ήδη ώριμες αγορές. Η ενοποίηση δεν πρέπει να σημαίνει απλώς ευκολότερη μεταφορά κεφαλαίου από την περιφέρεια προς το κέντρο. Χρειάζονται δημόσιες εγγυήσεις, αναπτυξιακές τράπεζες, τοπικά επενδυτικά οικοσυστήματα και επαρκής πληροφόρηση για επιχειρήσεις εκτός των μεγάλων χρηματοπιστωτικών κόμβων.
Η σύγκλιση έχει επίσης ιδιοκτησιακή διάσταση. Μια περιοχή μπορεί να προσελκύει σημαντικές επενδύσεις και η ιδιοκτησία των επιχειρήσεων, της γης, των ενεργειακών εγκαταστάσεων και των δεδομένων να βρίσκεται αλλού. Η παραγωγή αυξάνεται τοπικά, αλλά τα κέρδη και οι στρατηγικές αποφάσεις μεταφέρονται στο εξωτερικό. Η τοπική οικονομία παραμένει εξαρτημένη από αποφάσεις που δεν ελέγχει. Η ανάπτυξη γίνεται διατηρήσιμη όταν δημιουργεί εγχώρια επιχειρηματική ικανότητα, συμμετοχή των εργαζομένων στην αξία και φορολογικούς πόρους για τις τοπικές υπηρεσίες.
Η περιφερειακή πολιτική πρέπει, επομένως, να εξετάζει όχι μόνο πού εγκαθίσταται μια επένδυση, αλλά ποιος κατέχει τα παραγωγικά στοιχεία, ποιοι προμηθευτές συμμετέχουν, πού πραγματοποιείται η έρευνα και ποια φορολογικά έσοδα παραμένουν στην περιοχή. Η τοπική ιδιοκτησία δεν είναι πάντοτε εφικτή ή αναγκαία, αλλά η πλήρης εξωτερική εξάρτηση περιορίζει τη δυνατότητα αυτόνομης εξέλιξης. Οι συνεταιριστικές, δημοτικές και μεικτές μορφές ιδιοκτησίας μπορούν σε ορισμένους κλάδους —όπως η ενέργεια, η κοινωνική οικονομία και οι τοπικές υποδομές— να διατηρούν μεγαλύτερο μέρος της αξίας στην κοινότητα.
Η μέτρηση της ευρωπαϊκής σύγκλισης χρειάζεται ριζική διεύρυνση. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης παραμένει χρήσιμο, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα, την πραγματική ατομική κατανάλωση, την παραγωγικότητα ανά ώρα, το μερίδιο της εργασίας, την ποιότητα της απασχόλησης, το κόστος κατοικίας, την ενεργειακή φτώχεια, την πρόσβαση στις υπηρεσίες, τη δημογραφική εξέλιξη και την περιβαλλοντική ανθεκτικότητα. Τα στοιχεία πρέπει να αναλύονται όχι μόνο ανά κράτος και περιφέρεια, αλλά και ανά ηλικία, φύλο, εισόδημα, αναπηρία, μορφωτικό επίπεδο και μεταναστευτική προέλευση.
Η χρήση πολλαπλών δεικτών δεν πρέπει να οδηγήσει σε ασαφή κατάλογο στον οποίο κάθε αποτέλεσμα μπορεί να ερμηνευθεί κατά βούληση. Χρειάζεται σαφής ιεράρχηση. Η παραγωγική σύγκλιση πρέπει να εξετάζει την ικανότητα δημιουργίας αξίας. Η κοινωνική σύγκλιση πρέπει να αξιολογεί τη διανομή των πραγματικών δυνατοτήτων. Η εδαφική σύγκλιση πρέπει να μετρά αν ο τόπος κατοικίας δημιουργεί μόνιμο μειονέκτημα πρόσβασης. Η θεσμική σύγκλιση πρέπει να αποτυπώνει τη δυνατότητα εφαρμογής πολιτικών και προστασίας δικαιωμάτων. Οι τέσσερις διαστάσεις συνδέονται, δεν είναι όμως ταυτόσημες και δεν πρέπει να συγχωνεύονται σε έναν αδιαφανή συνολικό δείκτη.
Η ευρωπαϊκή ανάπτυξη μπορεί να θεωρείται συνεκτική μόνο όταν δημιουργεί δυνατότητα ανοδικής μετακίνησης των υστερούντων και όχι απλώς όταν βελτιώνει το επίπεδο όλων με διατήρηση ή αύξηση των αποστάσεων. Η απόλυτη βελτίωση είναι σημαντική: μια φτωχότερη περιφέρεια που αναπτύσσεται και μειώνει τη φτώχεια έχει επιτύχει πραγματική πρόοδο, ακόμη και αν δεν φθάνει άμεσα τον μέσο όρο. Η πολιτική σύγκλισης, όμως, δεν μπορεί να αδιαφορεί για τη σχετική θέση, επειδή η ανισότητα ισχύος, επενδυτικών δυνατοτήτων και πολιτικής επιρροής αναπαράγεται μέσω των σχετικών αποστάσεων.
Η σύγκλιση δεν σημαίνει πλήρη ομοιομορφία. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες μπορούν να διαθέτουν διαφορετικές εξειδικεύσεις, θεσμούς και κοινωνικά μοντέλα. Δεν είναι ούτε εφικτό ούτε επιθυμητό να παράγουν όλες τα ίδια αγαθά ή να οργανώνουν με τον ίδιο τρόπο τις δημόσιες υπηρεσίες. Η ουσία βρίσκεται στην αποτροπή μόνιμης ιεραρχίας πραγματικών δυνατοτήτων. Η γεωγραφία, η κοινωνική καταγωγή και το κράτος κατοικίας δεν πρέπει να καθορίζουν σχεδόν προδιαγεγραμμένα την πρόσβαση του πολίτη στην υγεία, στη γνώση, στην τεχνολογία, στην ποιοτική εργασία και στην πολιτική συμμετοχή.
Η απουσία σύγκλισης έχει άμεσες συνέπειες για την πολιτική νομιμοποίηση της Ένωσης. Οι πολίτες των περιοχών που αναπτύσσονται αντιλαμβάνονται την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ως μηχανισμό ευκαιριών, κινητικότητας και επενδύσεων. Εκείνοι που ζουν σε περιοχές αποβιομηχάνισης, δημογραφικής συρρίκνωσης και υποχώρησης υπηρεσιών μπορεί να τη βιώνουν ως δύναμη απελευθέρωσης αγορών, χωρίς αντίστοιχη προστασία από τις συνέπειες της συγκέντρωσης. Ο ίδιος ευρωπαϊκός κανόνας αποκτά διαφορετικό πολιτικό νόημα ανάλογα με την τοπική εμπειρία.
Η στατιστική απόσταση μεταξύ του θετικού ευρωπαϊκού μέσου όρου και της καθημερινής κοινωνικής εμπειρίας τροφοδοτεί τη δυσπιστία. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι πολίτες «δεν καταλαβαίνουν» τους μακροοικονομικούς δείκτες. Οι δείκτες απαντούν σε διαφορετικό ερώτημα από εκείνο που τίθεται στην καθημερινότητα. Η αύξηση του ΑΕΠ δεν απαντά αν ένας νέος μπορεί να κατοικήσει εκεί όπου εργάζεται, αν μια οικογένεια διαθέτει πρόσβαση σε φροντίδα, αν μια περιφερειακή πόλη διατηρεί ειδικευμένους κατοίκους ή αν ο εργαζόμενος συμμετέχει στα κέρδη της παραγωγικότητας. Η πολιτική επικοινωνία αποτυγχάνει όταν μετατρέπει αυτή τη διαφορά αντικειμένου σε δήθεν απόσταση μεταξύ «ορθολογικών στοιχείων» και «παράλογου αισθήματος».
Η συνοχή δεν αποτελεί κόστος που η Ευρώπη καταβάλλει για να εξαγοράσει τη συναίνεση των υστερούντων. Είναι όρος λειτουργίας της ενιαίας αγοράς και της δημοκρατικής κοινότητας. Οι υποδομές, οι δεξιότητες, η υγεία, η τοπική διοίκηση και η κοινωνική σταθερότητα αυξάνουν την παραγωγική ικανότητα ολόκληρης της Ένωσης. Η αποδυνάμωση περιφερειών δημιουργεί χαμένη παραγωγή, δημογραφική ανισορροπία, πολιτική πόλωση και μεγαλύτερη εξάρτηση από δημοσιονομικές μεταβιβάσεις. Η πολιτική συνοχής δεν αντιτίθεται στην ανταγωνιστικότητα· καθορίζει αν η ανταγωνιστικότητα θα βασίζεται σε ευρεία παραγωγική αναβάθμιση ή σε συγκέντρωση των δυνατοτήτων σε λίγους ευρωπαϊκούς κόμβους.
Μια νέα στρατηγική σύγκλισης χρειάζεται πρώτον να συνδέσει τις υποδομές με την παραγωγική αναβάθμιση. Η κατασκευή δρόμων, δικτύων ή ψηφιακών συστημάτων δεν αρκεί χωρίς επιχειρήσεις, δεξιότητες και θεσμούς που μπορούν να τα αξιοποιήσουν. Δεύτερον, πρέπει να ενισχύσει τις περιφερειακές πόλεις ως κόμβους γνώσης, υγείας, εκπαίδευσης και επιχειρηματικότητας, ώστε η ανάπτυξη να μην περιορίζεται στις πρωτεύουσες. Τρίτον, χρειάζεται να δημιουργεί κίνητρα επιστροφής και κυκλικής κινητικότητας ανθρώπινου δυναμικού, όχι με απλές επιδοτήσεις, αλλά με πραγματικές επαγγελματικές και κοινωνικές προοπτικές.
Τέταρτον, η ευρωπαϊκή βιομηχανική και τεχνολογική χρηματοδότηση πρέπει να περιλαμβάνει ρητά κριτήρια συνοχής. Τα μεγάλα ευρωπαϊκά προγράμματα οφείλουν να δημιουργούν δίκτυα προμηθευτών, ερευνητικών συνεργασιών και εκπαίδευσης πέρα από τις ήδη ισχυρές περιφέρειες. Πέμπτον, η πολιτική συνοχής πρέπει να χρηματοδοτεί συστηματικά τη θεσμική ικανότητα και όχι μόνο έργα. Έκτον, οι δημοσιονομικοί κανόνες και η κοινή χρηματοδότηση πρέπει να αποτρέπουν την κατάσταση στην οποία τα κράτη με τις μεγαλύτερες αναπτυξιακές ανάγκες έχουν τη μικρότερη δυνατότητα επένδυσης.
Έβδομον, η κοινωνική πολιτική πρέπει να συνδεθεί με τη διαρθρωτική αλλαγή. Η εισοδηματική στήριξη είναι αναγκαία για όσους πλήττονται από την πράσινη, ψηφιακή ή βιομηχανική μετάβαση, αλλά δεν επαρκεί. Χρειάζονται ποιοτική επανεκπαίδευση, υπηρεσίες φροντίδας, κινητικότητα, στέγη και τοπική δημιουργία νέων θέσεων. Η δίκαιη μετάβαση δεν είναι η αποζημίωση μιας περιοχής για την παρακμή της· είναι η δημιουργία πραγματικής εναλλακτικής παραγωγικής διαδρομής.
Η ανάπτυξη χωρίς σύγκλιση είναι, επομένως, απολύτως δυνατή και αποτελεί ίσως τη σοβαρότερη πολιτική οικονομική πρόκληση της σημερινής Ευρώπης. Μπορεί να προκύπτει επειδή οι δυναμικότερες οικονομίες αναπτύσσονται ταχύτερα, επειδή η δραστηριότητα συγκεντρώνεται σε μητροπολιτικά κέντρα, επειδή τα οφέλη κατευθύνονται στους κατόχους κεφαλαίου και ακινήτων, επειδή οι ξένες επενδύσεις δεν δημιουργούν εγχώρια τεχνολογική ικανότητα ή επειδή οι κοινές μεταβάσεις χρηματοδοτούνται από άνισους εθνικούς προϋπολογισμούς. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος μπορεί να κινείται ανοδικά ενώ η εσωτερική οικονομική απόσταση βαθαίνει.
Η πραγματική σύγκλιση δεν είναι στατική εξίσωση όλων των εισοδημάτων, αλλά διαρκής διεύρυνση των παραγωγικών, κοινωνικών και πολιτικών δυνατοτήτων των υστερούντων. Δεν επιδιώκει να εμποδίσει την επιτυχία των δυναμικών περιοχών, αλλά να δημιουργήσει περισσότερους τόπους ικανούς να παράγουν γνώση, αξία και αξιοπρεπή εργασία. Δεν αντιλαμβάνεται το κοινωνικό κράτος ως μηχανισμό παθητικής συντήρησης, αλλά ως υποδομή που επιτρέπει στους πολίτες να συμμετέχουν στην παραγωγική αλλαγή. Δεν θεωρεί την περιφερειακή πολιτική φιλανθρωπική μεταφορά, αλλά επένδυση στη συνολική ανθεκτικότητα της Ένωσης.
Μια Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να γίνει πλουσιότερη και ταυτόχρονα περισσότερο κατακερματισμένη. Μπορεί να αναπτύσσει παγκόσμια τεχνολογικά κέντρα και να χάνει ολόκληρες εσωτερικές περιφέρειες. Μπορεί να αυξάνει την απασχόληση και να διατηρεί χαμηλή ποιότητα εργασίας. Μπορεί να χρηματοδοτεί πράσινη μετάβαση και να εντείνει την ενεργειακή φτώχεια. Μπορεί να επιτυγχάνει εθνική προσέγγιση και να παράγει εσωτερική μητροπολιτική πόλωση. Η στατιστική ανάπτυξη δεν αίρει καμία από αυτές τις αντιφάσεις.
Το κριτήριο της ευρωπαϊκής επιτυχίας πρέπει, συνεπώς, να μετατοπιστεί. Δεν αρκεί να διαπιστώνεται ότι το συνολικό ΑΕΠ αυξήθηκε. Πρέπει να εξετάζεται αν μειώθηκε η απόσταση παραγωγικότητας, αν βελτιώθηκε το διάμεσο εισόδημα, αν η εργασία συμμετείχε στην παραγόμενη αξία, αν οι περιφέρειες διατήρησαν ανθρώπινο κεφάλαιο, αν οι δημόσιες υπηρεσίες έγιναν περισσότερο ισότιμες και αν οι νέες τεχνολογικές και πράσινες δραστηριότητες δημιούργησαν ευρύτερη παραγωγική βάση.
Η ευρωπαϊκή σύγκλιση δεν θα προκύψει ως φυσική κατάληξη της ενιαίας αγοράς. Αποτελεί πολιτική επιλογή που απαιτεί κοινή δημοσιονομική ικανότητα, ισχυρή πολιτική συνοχής, κοινωνικά ενσωματωμένη ανταγωνιστικότητα, δημοκρατική λογοδοσία και παραγωγική αναβάθμιση των περιοχών που υστερούν. Χωρίς αυτά, η οικονομία της Ένωσης μπορεί να εξακολουθήσει να αναπτύσσεται, αλλά η Ευρώπη ως κοινότητα αμοιβαίων δυνατοτήτων θα απομακρύνεται από την ίδια της την υπόσχεση.
.
Πρόσφατα σχόλια