Η αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα  σηματοδότησε την απαρχή μιας μακράς περιόδου επέκτασης του κοινωνικού κράτους, παρόλο που η συγκυρία δεν ήταν οικονομικά ευνοϊκή. Η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1981 καλλιέργησε την προσδοκία για κοινωνικές παροχές ευρωπαϊκού επιπέδου, νομιμοποιώντας διεκδικήσεις για αυξήσεις μισθών, συντάξεων και κοινωνικών επιδομάτων. Η εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ το ίδιο έτος εγκαινίασε μια περίοδο γενναίας κοινωνικής πολιτικής: η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 40%, η επέκταση των αγροτικών συντάξεων του ΟΓΑ και η καθιέρωση συντάξεων για τους ανασφάλιστους αποτέλεσαν τομές που βελτίωσαν τα εισοδήματα των χαμηλότερων στρωμάτων, αν και συχνά με καταχρηστικό ή μη βιώσιμο τρόπο.

Η δεκαετία του 1980 χαρακτηρίστηκε από υπέρμετρη διεύρυνση των κοινωνικών παροχών, χωρίς επαρκή πρόνοια για τη βιωσιμότητά τους. Το φιλόδοξο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ), που ιδρύθηκε το 1983, αποτέλεσε σύμβολο προοδευτικής πολιτικής, αλλά σύντομα ανέδειξε τα όρια ενός αναποτελεσματικού μοντέλου παροχής υπηρεσιών. Επίσης, η γενίκευση της συνταξιοδοτικής προστασίας –συχνά χωρίς αναλογικότητα εισφορών– διόγκωσε τις ανισότητες και άρχισε να επιβαρύνει διαρκώς τα δημόσια οικονομικά.

Τη δεκαετία του 1990, καθώς η δημοσιονομική κρίση έκανε πλέον ορατές τις συνέπειες της αλόγιστης κοινωνικής πολιτικής της προηγούμενης περιόδου, έγιναν πρώτες προσπάθειες συγκράτησης των κοινωνικών δαπανών. Οι προτάσεις των ετών 1997–2001, όπως η “Έκθεση Σπράου” και οι “Προτάσεις Γιαννίτση”, αμφισβητήθηκαν έντονα και τελικά εγκαταλείφθηκαν. Ο νόμος 3029/2002 αποτέλεσε έναν συμβιβασμό που δεν κατάφερε να αναστρέψει την πορεία του συστήματος προς τη χρεοκοπία.

Στη δεκαετία 2000–2009, το κοινωνικό κράτος αναπτύχθηκε εξαιτίας της υψηλής οικονομικής μεγέθυνσης και της ενίσχυσης της καταναλωτικής ευμάρειας. Η κοινωνική δαπάνη ξεπέρασε το 22% του ΑΕΠ, ενώ θεσμοθετήθηκαν νέες παροχές, όπως τα πολυτεκνικά επιδόματα και η ενίσχυση των χαμηλών συντάξεων. Παρά τη σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς το ύψος των δαπανών, η ποιότητα και η στόχευση παρέμεναν προβληματικές: το σύστημα χαρακτηριζόταν από σπατάλη, αναποτελεσματικότητα και αδικίες, ειδικά σε ό,τι αφορά τις συντάξεις και την υγεία.

Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το 2009 βρήκε την Ελλάδα με ένα δυσλειτουργικό σύστημα κοινωνικής προστασίας. Η αδυναμία του να ανταποκριθεί στις ανάγκες του πληθυσμού σε συνθήκες ύφεσης, υπογράμμισε την απουσία ενός αποτελεσματικού “δίχτυ ασφαλείας”. Αντιθέτως, οι ανάγκες αυξήθηκαν κατακόρυφα την ίδια στιγμή που η δημοσιονομική κατάρρευση επέβαλλε δραματικές περικοπές. Η κοινωνική δαπάνη μειώθηκε κατά 19% σε σταθερές τιμές μεταξύ 2009 και 2013.

Οι κοινωνικές μεταμορφώσεις της κρίσης υπήρξαν βαθιές. Η φτώχεια μετατοπίστηκε από τους ηλικιωμένους προς τους ανέργους, που είχαν ελάχιστη προστασία. Η περιορισμένη κάλυψη των επιδομάτων ανεργίας αποτέλεσε τη μεγαλύτερη αδυναμία του συστήματος

Η περίοδος των μνημονίων (2010–2018) σημάδεψε βαθιά το ελληνικό κοινωνικό κράτος, επιφέροντας ριζικές αναδιαρθρώσεις στη δημόσια διοίκηση και στις κοινωνικές παροχές. Οι πολιτικές λιτότητας, που επιβλήθηκαν από τους διεθνείς θεσμούς, οδήγησαν σε σημαντική μείωση των δαπανών για υγεία, παιδεία και πρόνοια, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών. Παράλληλα, η ανεργία εκτοξεύθηκε, ενώ η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός αυξήθηκαν δραματικά. Το κοινωνικό κράτος, που είχε ήδη χαρακτηριστικά ημιτελούς ανάπτυξης, κλήθηκε να διαχειριστεί αυξημένες ανάγκες με περιορισμένους πόρους, γεγονός που οδήγησε σε ενίσχυση της φιλανθρωπικής και εθελοντικής δράσης ως υποκατάστατο της κρατικής μέριμνας.

Οι κοινωνικές ανισότητες επιδεινώθηκαν, ενώ η αναδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους ακολούθησε τις επιταγές της δημοσιονομικής προσαρμογής. Η έμφαση μετατοπίστηκε από την καθολικότητα των παροχών σε στοχευμένα μέτρα κοινωνικής προστασίας, περιορίζοντας την κάλυψη των ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων. Τα κοινωνικά επιδόματα αναθεωρήθηκαν, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης (ΚΕΑ). Η δυσπιστία των πολιτών προς τους θεσμούς και η συρρίκνωση του δημόσιου χώρου ανέδειξαν την ανάγκη για ένα μοντέλο κοινωνικής πολιτικής, βασισμένο σε διαφάνεια, κοινωνική δικαιοσύνη και βιωσιμότητα.

Το μέλλον του κοινωνικού κράτους εξαρτάται από δύο βασικούς παράγοντες: την πολιτική βούληση και την κοινωνική συναίνεση γύρω από ένα νέο, δίκαιο και βιώσιμο κοινωνικό συμβόλαιο. Αν η χώρα θέλει ένα κοινωνικό κράτος αποτελεσματικό και ανθεκτικό, θα πρέπει να θεμελιώσει τη συνέχεια και τη βιωσιμότητά του στην ευρεία κοινωνική και πολιτική υποστήριξη, και όχι στην εξωτερική επιτήρηση.