Η κυβέρνησή Σαντσεθ απέτυχε να αποτρέψει την αρχική κατάρρευση του ελέγχου στη Θάουτα , κατόρθωσε όμως να αποκαταστήσει την επιχειρησιακή τάξη σε εξαιρετικά μικρό χρονικό διάστημα. Μπόρεσε να κινητοποιήσει το κράτος, αλλά δεν μπόρεσε να διατηρήσει τον έλεγχο της πολιτικής ερμηνείας ούτε στο εσωτερικό της Ισπανίας ούτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το πρώτο έλλειμμα ήταν προληπτικό. Η μαζική διάβαση δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων δεν μπορούσε εύκολα να προβλεφθεί ως προς τον ακριβή αριθμό και την ταχύτητα. Δεν προέκυψε, όμως, από απόλυτο πληροφοριακό κενό. Ήδη πριν από την κορύφωση, ο πρόεδρος της Θέουτα είχε προειδοποιήσει ότι περίπου 1.500 άνθρωποι είχαν φθάσει μέσα σε μία εβδομάδα, οι δομές φιλοξενίας ήταν κορεσμένες και οι εγκαταστάσεις για ασυνόδευτους ανηλίκους λειτουργούσαν σε επίπεδο που περιγραφόταν ως 2.400% της χωρητικότητάς τους. Είχε ζητήσει ενιαία εθνική αντίδραση και είχε χαρακτηρίσει την κατάσταση επείγουσα. Οι αυξημένες απόπειρες, η συγκέντρωση ανθρώπων στη μαροκινή πλευρά και η κυκλοφορία παραπλανητικών μηνυμάτων στα κοινωνικά δίκτυα συνιστούσαν προειδοποιητικές ενδείξεις, έστω και αν δεν αποκάλυπταν το πλήρες μέγεθος της επικείμενης έκρηξης.
Η δήλωση του υπουργού Εσωτερικών ότι δεν υπήρχαν πληροφορίες που να προαναγγέλλουν μαζική είσοδο είναι κρίσιμη αλλά ανεπαρκής ως θεσμική εξήγηση. Η έγκαιρη προειδοποίηση δεν εξαρτάται μόνο από την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης μυστικής αναφοράς που ανακοινώνει τι πρόκειται να συμβεί. Εξαρτάται από την ικανότητα σύνθεσης ασθενών σημάτων: ασυνήθιστη αύξηση αφίξεων, κορεσμό υποδομών, ψηφιακή κινητοποίηση, μεταβολή της συμπεριφοράς των γειτονικών αρχών, ευνοϊκές θαλάσσιες συνθήκες και ενδείξεις συγκέντρωσης πληθυσμού. Η κρατική αποτυχία μπορεί να μην είναι αποτυχία συλλογής δεδομένων, αλλά αποτυχία νοηματοδότησής τους.
Η πολιτική ευθύνη του Σάντσεθ δεν σημαίνει ότι ο ίδιος όφειλε προσωπικά να παρακολουθεί τα κοινωνικά δίκτυα ή τις καθημερινές αναφορές της Guardia Civil. Σημαίνει ότι ο πρωθυπουργός φέρει την τελική ευθύνη για το αν η κυβέρνηση είχε θεσμοποιήσει, μετά την κρίση του 2021, έναν μηχανισμό που να συνδέει την τοπική διοίκηση, τις υπηρεσίες πληροφοριών, την αστυνομία, τη διπλωματική παρακολούθηση, τις κοινωνικές υπηρεσίες και την ανάλυση διαδικτυακής κινητοποίησης. Η προηγούμενη κρίση είχε ήδη δείξει ότι η Θέουτα μπορούσε να μετατραπεί γρήγορα σε μοχλό ανθρωπιστικής, διπλωματικής και εσωτερικής πολιτικής πίεσης. Το 2026, η κυβέρνηση δεν μπορούσε να επικαλεστεί ότι το γενικό είδος του κινδύνου ήταν ιστορικά άγνωστο.
Η δεύτερη διάσταση αφορά την ταχύτητα αντίδρασης μετά την εκδήλωση της κρίσης. Εδώ η κυβερνητική επίδοση ήταν σαφώς ισχυρότερη. Αναπτύχθηκαν πρόσθετες αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις, ενισχύθηκε η συνοριακή περίμετρος, πραγματοποιήθηκε συντονισμός με τη μαροκινή πλευρά και οργανώθηκε η επιστροφή της μεγάλης πλειονότητας όσων είχαν εισέλθει. Ο Σάντσεθ ταξίδεψε στη Θέουτα στις 31 Ιουλίου μαζί με τον υπουργό Εσωτερικών και προήδρευσε σε σύσκεψη με τον πρόεδρο της πόλης, τον κυβερνητικό αντιπρόσωπο, την Policía Nacional, τη Guardia Civil, το κέντρο υποδοχής και τον Ερυθρό Σταυρό. Μέχρι την 1η Αυγούστου, οι μαζικές διελεύσεις είχαν σχεδόν μηδενιστεί τη νύχτα και πάνω από 48.000 άνθρωποι είχαν επιστρέψει στο Μαρόκο.
Η ταχύτητα αυτή αποτελεί πραγματική επιχειρησιακή επιτυχία. Δεν ήταν δεδομένο ότι μια είσοδος συγκρίσιμη με μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού της πόλης θα περιοριζόταν σε λιγότερο από δύο ημέρες. Το κράτος απέδειξε ότι διέθετε ακόμη ικανότητα ταχείας ενίσχυσης, φυσικής ανάκτησης της συνοριακής περιμέτρου και διπλωματικής συνεργασίας. Η εγκατάσταση νέου πλωτού φραγμού 500 μέτρων στο Ταραχάλ και η διατήρηση των δυνάμεων μετά την αποκλιμάκωση έδειχναν πρόθεση να μη θεωρηθεί η πρώτη ήρεμη νύχτα ως οριστική λήξη.
Η επιχειρησιακή ανάκαμψη, όμως, δεν ακυρώνει την ποιότητα της αρχικής κατάρρευσης. Η πολιτική ηγεσία δεν αξιολογείται μόνο από το πόσο γρήγορα επαναφέρει τον έλεγχο, αλλά και από το κόστος με το οποίο τον επαναφέρει. Τουλάχιστον 67 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, πολλοί από πνιγμό ή σύνθλιψη, χιλιάδες περιπλανήθηκαν χωρίς επαρκή τροφή, νερό και στέγαση και η τοπική διοίκηση βρέθηκε σε κατάσταση ακραίας υπερφόρτωσης. Η επιστροφή δεν ήταν σε όλες τις περιπτώσεις αποτέλεσμα απλής διοικητικής αποτελεσματικότητας. Δημοσιογραφικές μαρτυρίες ανέφεραν ότι πολλοί επέστρεψαν εξαντλημένοι, πεινασμένοι, απογοητευμένοι από την αδυναμία μετάβασης στην ηπειρωτική Ισπανία και αντιμέτωποι με εχθρικό ή ανεπαρκές περιβάλλον. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να καταγράφει ως καθαρή επιτυχία κάθε αποχώρηση χωρίς να εξετάζει αν η «εθελούσια επιστροφή» διαμορφώθηκε υπό συνθήκες ακραίας υλικής αποστέρησης.
Το τρίτο πεδίο κρίσης ήταν ο συντονισμός και η πολιτική ενότητα της κυβερνητικής αφήγησης. Ο Σάντσεθ χαρακτήρισε τη μαζική διάβαση «παραβίαση και επίθεση κατά της εδαφικής ακεραιότητας» της Ισπανίας. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση απέφυγε να κατηγορήσει το Μαρόκο, ευχαρίστησε τις αρχές του για τη συνεργασία στις επιστροφές και, την επόμενη ημέρα, ο υπουργός Εσωτερικών το χαρακτήρισε «πλήρως αξιόπιστο εταίρο» και όχι απειλή για τη Θέουτα ή την Ισπανία. Η κυβέρνηση απέδιδε την κινητοποίηση κυρίως σε δίκτυα διακίνησης, οικονομική απόγνωση και παραπλανητική παρουσίαση απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Οι θέσεις αυτές δεν είναι αναγκαστικά ασύμβατες. Ένα γεγονός μπορεί να προσβάλλει την πραγματική άσκηση της κρατικής κυριαρχίας χωρίς να έχει οργανωθεί από ξένο κράτος. Η κυβέρνηση μπορούσε θεμιτά να αποφεύγει μια ατεκμηρίωτη κατηγορία κατά του Μαρόκου, ιδίως όταν χρειαζόταν τη συνεργασία του για την αποκλιμάκωση. Το ηγετικό πρόβλημα ήταν ότι δεν διατύπωσε εγκαίρως και καθαρά αυτή τη διάκριση. Η γλώσσα της «επίθεσης κατά της εδαφικής ακεραιότητας» παραπέμπει πολιτικά σε εχθρικό δρώντα και σε οργανωμένη πρόθεση. Όταν συνοδεύεται από διαβεβαίωση ότι ο γειτονικός κρατικός δρών είναι αξιόπιστος εταίρος, δημιουργείται ερμηνευτικό κενό: ποιος επιτέθηκε, με ποιον σκοπό και με ποια μορφή;
Το κενό αυτό επέτρεψε στην αντιπολίτευση και σε ευρωπαϊκές δεξιές κυβερνήσεις να επιβάλουν δικό τους αιτιώδες σχήμα. Η κρίση παρουσιάστηκε ως αποτέλεσμα της «χαλαρής» ισπανικής μεταναστευτικής πολιτικής, της πρόσφατης τακτοποίησης μεταναστών και της υποτιθέμενης αδυναμίας του Σάντσεθ να προστατεύσει τα ευρωπαϊκά σύνορα. Οι ισχυρισμοί δεν επιβεβαιώθηκαν ως τεκμηριωμένες αιτίες. Η τακτοποίηση αφορούσε όσους είχαν ήδη αποδεδειγμένη παρουσία στην Ισπανία πριν από συγκεκριμένη ημερομηνία, ενώ οι περισσότεροι εισελθόντες στη Θέουτα ήταν νεαροί Μαροκινοί που κινητοποιήθηκαν από κοινωνικοοικονομική απελπισία και ψηφιακές φήμες. Η κυβέρνηση, ωστόσο, δεν είχε προλάβει να διαμορφώσει πειστικό δικό της αφήγημα πριν από την κυριαρχία των αντιπάλων της.
Η πολιτική ηγεσία απαιτεί «νοηματοδότηση» της κρίσης: να προσδιορίζει τι ακριβώς συνέβη, ποια στοιχεία είναι βέβαια, ποια παραμένουν υπό διερεύνηση, τι ευθύνεται για την αποτυχία και ποιο είναι το κανονιστικό πλαίσιο της αντίδρασης. Η κυβέρνηση όφειλε να διακρίνει τέσσερα επίπεδα: τη μαζική παράτυπη είσοδο ως αντικειμενικό γεγονός, την πιθανή εγκληματική εκμετάλλευση της δικαστικής απόφασης, τις βαθύτερες κοινωνικές αιτίες στο Μαρόκο και την υπό διερεύνηση συμπεριφορά των μαροκινών αρχών. Αντί για αυτή την πολυεπίπεδη εξήγηση, η κυβερνητική επικοινωνία πέρασε γρήγορα από τη γλώσσα της κυριαρχικής επίθεσης στη γλώσσα των διακινητών και της αξιόπιστης μαροκινής συνεργασίας.
Η τέταρτη δοκιμασία ήταν ευρωπαϊκή. Η μαζική είσοδος παρέμεινε τοπικά συγκεντρωμένη, αλλά το πολιτικό γεγονός εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ιταλία ανακοίνωσε ελέγχους, άλλα κράτη ζήτησαν επανεξέταση της θέσης της Ισπανίας στη Σένγκεν και 22 κυβερνήσεις απαίτησαν έκτακτη σύνοδο υπουργών Εσωτερικών, ζητώντας ενίσχυση του εξωτερικού συνόρου, πιθανή συνδρομή της Frontex και επανεξέταση της συνεργασίας με το Μαρόκο. Ο Σάντσεθ απάντησε με επιστολή προς την Πρόεδρο της Επιτροπής, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και την ιρλανδική προεδρία, καταγγέλλοντας τις αντιδράσεις ορισμένων εταίρων και ζητώντας ο ίδιος έκτακτη συνεδρίαση.
Η επιστολή ήταν ισχυρή πράξη πολιτικής αντεπίθεσης. Υπογράμμιζε ότι η Ισπανία είχε επαναφέρει τον έλεγχο σε λιγότερο από σαράντα οκτώ ώρες, ότι σχεδόν όλοι οι εισελθόντες είχαν επιστρέψει και ότι δεν είχε καταγραφεί μετακίνηση προς την υπόλοιπη Ευρώπη. Θύμιζε επίσης ότι η Ισπανία είχε δείξει αλληλεγγύη σε προηγούμενες κρίσεις στην Ανατολική Ευρώπη και στη Λαμπεντούζα. Με αυτόν τον τρόπο, ο Σάντσεθ επιχείρησε να μετατρέψει τη συζήτηση από την ισπανική ανεπάρκεια στην ευρωπαϊκή ασυμμετρία της αλληλεγγύης.
Η κίνηση, όμως, είχε και αμυντικό χαρακτήρα. Ο πρωθυπουργός αναγκάστηκε να επιχειρηματολογήσει απέναντι σε εταίρους οι οποίοι είχαν ήδη μετατρέψει την Ισπανία από αποδέκτη εξωτερικής πίεσης σε αντικείμενο ευρωπαϊκής επιτήρησης. Η απώλεια της αρχικής ευρωπαϊκής πολιτικής πρωτοβουλίας ήταν σημαντική. Μια κυβέρνηση που επιδιώκει να ηγηθεί ευρωπαϊκά πρέπει όχι μόνο να απορρίπτει την υπερβολική κριτική, αλλά να προσφέρει στους εταίρους κοινή, επαληθεύσιμη εικόνα της κατάστασης, πρόσβαση σε δεδομένα, σαφή σχέδια αποτροπής δευτερογενών μετακινήσεων και συγκεκριμένο αίτημα επιχειρησιακής συνδρομής. Η ισπανική αντίδραση εμφανίστηκε αρχικά περισσότερο ως υπεράσπιση της εθνικής επίδοσης παρά ως σχεδιασμός κοινής ευρωπαϊκής απόκρισης.
Η πέμπτη διάσταση αφορά τη σχέση της κυβέρνησης με την τοπική κοινωνία. Η κεντρική διοίκηση μπορεί να αξιολογεί την κρίση βάσει του αριθμού των επιστροφών και της αποκατάστασης του φράκτη. Οι κάτοικοι της Θέουτα την αξιολογούν βάσει της καθημερινής εμπειρίας: της παράλυσης των δρόμων, της επιβάρυνσης των υπηρεσιών, του φόβου, των κλειστών επιχειρήσεων και της αίσθησης ότι το κράτος εμφανίστηκε με πλήρη ισχύ μόνο αφού η τοπική διοίκηση είχε ήδη υπερβεί τα όριά της. Η φυσική παρουσία του Σάντσεθ είχε υψηλή συμβολική αξία, επειδή δήλωνε ότι η πόλη δεν είναι απομακρυσμένο και εγκαταλελειμμένο άκρο. Η παρουσία, όμως, δεν αρκεί όταν δεν συνοδεύεται από πειστική εξήγηση γιατί οι προηγούμενες προειδοποιήσεις δεν ενεργοποίησαν νωρίτερα την κρατική μηχανή.
Η πολιτική αξιοπιστία της κυβέρνησης εξαρτάται και από την ακρίβεια των αριθμών. Στις πρώτες ώρες υπήρξαν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των εκτιμήσεων του υπουργείου, της τοπικής διοίκησης και των δημοσιογραφικών πηγών. Ο αριθμός των νεκρών αυξανόταν καθώς εντοπίζονταν νέα θύματα. Η αβεβαιότητα ήταν εν μέρει αναπόφευκτη, δεδομένης της χαοτικής κατάστασης. Η κυβέρνηση, όμως, όφειλε να διαχωρίζει καθαρά τους προσωρινούς αριθμούς από τους επιβεβαιωμένους και να μην χρησιμοποιεί την αβεβαιότητα επιλεκτικά: με συντηρητικές εκτιμήσεις όταν αποτιμούσε το μέγεθος της αποτυχίας και με υψηλούς αριθμούς όταν ήθελε να αναδείξει την ταχύτητα της επιστροφής.
Η κρίση δεν πρέπει επίσης να προσωποποιηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να εξαφανιστούν οι θεσμικές ευθύνες. Η ηγεσία του Σάντσεθ δεν είναι ανεξάρτητη από το υπουργείο Εσωτερικών, τη Guardia Civil, τις υπηρεσίες πληροφοριών, την κυβερνητική αντιπροσωπεία, την τοπική κυβέρνηση και το σύστημα συνεργασίας με το Μαρόκο. Μια σοβαρή αξιολόγηση δεν αποδίδει στον πρωθυπουργό κάθε επιμέρους επιχειρησιακή αποτυχία ούτε του πιστώνει κάθε πράξη των κρατικών υπηρεσιών. Εξετάζει αν η πολιτική κορυφή είχε δημιουργήσει θεσμούς που μπορούσαν να συντονιστούν, αν ζήτησε εγκαίρως δυσμενή σενάρια, αν επέβαλε κοινή πληροφόρηση και αν ήταν πρόθυμη να διερευνήσει τις δικές της παραλείψεις.
Από αυτή την άποψη, το αποφασιστικό κριτήριο θα είναι η μετακρισιακή συμπεριφορά. Αν η κυβέρνηση θεωρήσει ότι η επιστροφή 48.000 ανθρώπων και η πτώση των διελεύσεων αποδεικνύουν πλήρη επιτυχία, θα υποβαθμίσει την αποτυχία πρόβλεψης και τους 67 νεκρούς σε παροδικό κόστος. Αν αντιθέτως προχωρήσει σε ανεξάρτητη διοικητική διερεύνηση, δημοσιοποιήσει το χρονικό των πληροφοριών, εξηγήσει ποιος έλαβε ποια προειδοποίηση, αναδιοργανώσει τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών και δημιουργήσει προκαθορισμένη κλιμακωτή αντίδραση για Θέουτα και Μελίγια, η κρίση μπορεί να μετατραπεί σε θεσμική μάθηση.
Η ηγεσία θα κριθεί επίσης από τη διαχείριση της σχέσης με το Μαρόκο. Η άμεση συνεργασία ήταν αναγκαία και αποτελεσματική. Δεν πρέπει όμως να εμποδίσει τη διερεύνηση του γιατί οι μαροκινές δυνάμεις εμφανίστηκαν αρχικά ανεπαρκείς ή παθητικές και γιατί η κινητοποίηση μπόρεσε να πάρει τέτοια έκταση. Μέχρι την 1η Αυγούστου δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν εσκεμμένη κρατική εργαλειοποίηση. Υπήρχαν όμως εύλογα ερωτήματα, τα οποία δεν μπορούν να κλείσουν με τη γενική διαβεβαίωση ότι το Μαρόκο είναι αξιόπιστος εταίρος. Η υπεύθυνη διπλωματία αποφεύγει τις ατεκμηρίωτες κατηγορίες, αλλά δεν αντικαθιστά την έρευνα με την ανάγκη διατήρησης καλών σχέσεων.
Η συνολική αποτίμηση είναι, συνεπώς, σύνθετη. Ο Σάντσεθ δεν απέτυχε να κυβερνήσει μετά την κρίση. Απέδειξε υψηλή ικανότητα αντιδραστικής κινητοποίησης: κράτος, διπλωματία και δυνάμεις ασφαλείας επανέφεραν σε μικρό χρόνο ένα σημαντικό επίπεδο ελέγχου. Απέτυχε, όμως, στην προληπτική διάγνωση, στη συνεκτική αρχική ερμηνεία και στην έγκαιρη διαμόρφωση ευρωπαϊκού συνασπισμού. Η κυβέρνησή του ήταν αποτελεσματικότερη στην ανάκτηση του φυσικού συνόρου από ό,τι στην προστασία της πολιτικής της αξιοπιστίας.
Η βαθύτερη κρίση ηγεσίας δεν βρίσκεται στο ότι το κράτος αιφνιδιάστηκε από ένα εξαιρετικό γεγονός. Ακόμη και τα ισχυρότερα κράτη αιφνιδιάζονται. Βρίσκεται στο κατά πόσον η κυβέρνηση είναι ικανή να παραδεχθεί τον αιφνιδιασμό, να τον εξηγήσει χωρίς υπεκφυγές, να αναλάβει την ευθύνη χωρίς να καταφύγει σε αποδιοπομπαίους παράγοντες και να μεταβάλει τη θεσμική της λειτουργία. Ο Σάντσεθ ανέκτησε το επιχειρησιακό έδαφος. Δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι ανέκτησε την πολιτική πρωτοβουλία ούτε ότι η κυβέρνησή του κατανόησε γιατί το ισπανικό κράτος βρέθηκε τόσο γρήγορα εκτός ισορροπίας.
Πρόσφατα σχόλια