Το ισπανικό Σύνταγμα δεν παρέδωσε ένα ολοκληρωμένο, κλειστό και αμέσως εφαρμόσιμο πρότυπο εδαφικού κράτους. Δεν προσδιόρισε εξαντλητικά ποιες αυτόνομες κοινότητες θα δημιουργούνταν, ποια θα ήταν η ακριβής εδαφική τους σύνθεση, ποιο ενιαίο επίπεδο εξουσιών θα διέθεταν, αν ολόκληρη η Ισπανία θα περιφερειοποιούνταν ούτε αν η τελική μορφή του κράτους θα έπρεπε να χαρακτηριστεί περιφερειακή, ομοσπονδιακή ή ιδιότυπα αποκεντρωμένη.Το Σύνταγμα δεν αποσύρθηκε από τη διαμόρφωση της εδαφικής εξουσίας. Επέλεξε να οργανώσει μια διαδικασία σταδιακής πολιτειακής συγκρότησης, θέτοντας τις θεμελιώδεις αρχές, τις επιτρεπόμενες διαδικασίες, τους αρνητικούς περιορισμούς, τις κατηγορίες αρμοδιοτήτων και τους μηχανισμούς ελέγχου, χωρίς να προεξοφλήσει πλήρως το τελικό αποτέλεσμα. Ο ακριβέστερος χαρακτηρισμός δεν είναι, επομένως, η απουσία συνταγματοποίησης, αλλά η συνταγματικά οργανωμένη ατελικότητα της εδαφικής μορφής.
Η επιλογή αυτή μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέσα στη μακρά ιστορία της ισπανικής κρατικής συγκρότησης. Η Ισπανία του 19ου αιώνα οικοδομήθηκε κυρίως πάνω σε ένα συγκεντρωτικό διοικητικό παράδειγμα, στο οποίο η επαρχιακή διαίρεση λειτουργούσε ως εργαλείο ομοιόμορφης κρατικής παρουσίας και όχι ως βάση περιφερειακής πολιτικής αυτονομίας. Η Δεύτερη Δημοκρατία επιχείρησε να διαρρήξει αυτή την παράδοση με την έννοια του «ενιαίου» ή «ολοκληρωμένου κράτους» που ήταν συμβατό με την αυτονομία δήμων και περιφερειών, επιτρέποντας τη θέσπιση περιφερειακών Καταστατικών μέσω σύνθετης διαδικασίας τοπικής πρωτοβουλίας, δημοψηφισματικής έγκρισης και κύρωσης από τις Cortes. Το μοντέλο του 1931 απέφευγε επίσης τον τυπικό ομοσπονδιακό χαρακτηρισμό, αλλά αναγνώριζε ότι η κρατική ενότητα μπορούσε να συνυπάρχει με ισχυρή πολιτική αυτοκυβέρνηση. Η εμπειρία εκείνη υπήρξε σύντομη, άνιση και βίαια διακοπείσα από τον εμφύλιο πόλεμο και τη δικτατορία. Υπό το καθεστώς του Φράνκο, η ενότητα ταυτίστηκε με διοικητική, γλωσσική και πολιτική ομογενοποίηση, ενώ οι καταλανικές, βασκικές και γαλικιανές μορφές πολιτικής ιδιαιτερότητας αντιμετωπίστηκαν ως απειλές κατά της κρατικής συνοχής. Το 1978, συνεπώς, η εδαφική αυτονομία δεν αποτελούσε ουδέτερη μεταρρύθμιση δημόσιας διοίκησης· αποτελούσε ταυτόχρονα δημοκρατική αποκατάσταση, αναγνώριση ιστορικών ταυτοτήτων και μέσο ειρηνικής ενσωμάτωσης συγκρουσιακών εθνικών αιτημάτων.
Η συντακτική συνέλευση δεν είχε απέναντί της ένα απλό δίλημμα μεταξύ συγκεντρωτισμού και ομοσπονδίας. Έπρεπε να συμβιβάσει τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικές λογικές. Η πρώτη απαιτούσε τη διατήρηση ενιαίου φορέα εθνικής κυριαρχίας και αντιμετώπιζε την ομοσπονδιακή ορολογία ως πιθανή νομιμοποίηση αποσχιστικών αξιώσεων. Η δεύτερη ζητούσε αποκατάσταση της αυτοκυβέρνησης των ιστορικών κοινοτήτων, όχι ως ανακλητής διοικητικής παραχώρησης αλλά ως συνταγματικά προστατευμένου πολιτικού δικαιώματος. Η τρίτη προερχόταν από περιοχές στις οποίες η περιφερειακή αυτοσυνείδηση ήταν ασθενέστερη ή διαφορετικής φύσεως και δεν επέβαλλε εξαρχής συγκεκριμένο επίπεδο αποκέντρωσης. Η τέταρτη αφορούσε την ίδια τη σταθερότητα της Μετάβασης, σε ένα περιβάλλον όπου οι κρατικοί μηχανισμοί, οι ένοπλες δυνάμεις, οι παλαιές διοικητικές ελίτ και μεγάλο μέρος της συντηρητικής κοινής γνώμης εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν με καχυποψία τη βαθιά εδαφική ανακατανομή της εξουσίας. Η ρητή ομοσπονδιοποίηση θα μπορούσε να διαρρήξει τη συντακτική συναίνεση· η αποκατάσταση του συγκεντρωτισμού θα καθιστούσε την ίδια τη δημοκρατική συνταγματική τάξη μη αποδεκτή για κρίσιμα τμήματα της Καταλονίας και της Χώρας των Βάσκων.
Η λύση του 1978 δεν ήταν να επιλυθεί θεωρητικά η αντίθεση, αλλά να μετασχηματιστεί σε θεσμικά διαχειρίσιμη διαδικασία. Το άρθρο 2 καθόρισε την τριπλή κανονιστική βάση της εδαφικής τάξης: αδιάλυτη ενότητα του ισπανικού έθνους, δικαίωμα αυτονομίας των εθνοτήτων και περιφερειών και αλληλεγγύη μεταξύ τους. Το άρθρο 137 όρισε ότι το κράτος οργανώνεται εδαφικά σε δήμους, επαρχίες και τις αυτόνομες κοινότητες που θα συγκροτούνταν, αναγνωρίζοντας σε όλα αυτά τα επίπεδα αυτονομία για τη διαχείριση των συμφερόντων τους. Τα άρθρα 143 και 151 θέσπισαν διαφορετικές οδούς πρόσβασης, τα άρθρα 148 και 149 οργάνωσαν ένα σύστημα δυνητικών περιφερειακών και αποκλειστικών κρατικών αρμοδιοτήτων, το άρθρο 147 ανέθεσε στα Καταστατικά τη συγκρότηση κάθε κοινότητας και τα άρθρα 150, 153 και 155 προέβλεψαν μηχανισμούς μεταβίβασης, ελέγχου, εναρμόνισης και εξαιρετικής κρατικής αντίδρασης. Δεν υπήρχε, άρα, απουσία συνταγματικού κανόνα. Υπήρχε σύνταγμα που ρύθμιζε τη γένεση του σύνθετου κράτους περισσότερο αναλυτικά από την τελική και ώριμη λειτουργία του.
Η θεμελιώδης τεχνική αυτού του σχεδιασμού ήταν η αποκαλούμενη αρχή της αυτονομικής διάθεσης ή της προαιρετικότητας. Το Σύνταγμα αναγνώριζε δικαίωμα αυτονομίας, αλλά δεν δημιουργούσε αυτομάτως όλες τις αυτόνομες κοινότητες. Οι επαρχιακές και τοπικές αρχές έπρεπε να κινήσουν τις προβλεπόμενες διαδικασίες, να αποφασίσουν με ποια γειτονικά εδάφη θα συγκροτούσαν κοινότητα και να συμβάλουν στην κατάρτιση του Καταστατικού. Η κεντρική συντακτική εξουσία δεν επέβαλε ένα προκατασκευασμένο εδαφικό πλέγμα, αλλά άνοιξε νόμιμες οδούς μέσα από τις οποίες οι τοπικές και περιφερειακές πολιτικές βουλήσεις μπορούσαν να αποκτήσουν θεσμική μορφή. Η αυτονομία δεν ήταν, ωστόσο, μορφή πρωτογενούς περιφερειακής αυτοδιάθεσης. Η δυνατότητα συγκρότησης, τα διαδικαστικά κατώφλια, τα ανώτατα όρια εξουσίας και η τελική έγκριση των Καταστατικών παρέμεναν συνταγματικά και κρατικά οργανωμένα. Το Συνταγματικό Δικαστήριο ήδη από την πρώιμη νομολογία του υπογράμμισε ότι η αυτονομία συνιστά εξουσία πολιτική αλλά περιορισμένη, δεν ισοδυναμεί με κυριαρχία και αποκτά νομική υπόσταση μέσω του Συντάγματος και του οικείου Καταστατικού.
Τα Καταστατικά Αυτονομίας βρέθηκαν έτσι σε μια ιδιότυπη θέση. Δεν είναι περιφερειακά συντάγματα που αντλούν την ισχύ τους από αυτοτελή συντακτική εξουσία των αντίστοιχων λαών. Δεν είναι όμως ούτε συνηθισμένοι οργανικοί νόμοι του κεντρικού νομοθέτη. Αποτελούν βασικούς θεσμικούς κανόνες κάθε αυτόνομης κοινότητας, καθορίζουν την ονομασία, τα όρια, τα όργανα και τις αρμοδιότητές της και εντάσσονται στο λεγόμενο bloque de constitucionalidad, δηλαδή στο σύνολο των κανόνων με βάση τους οποίους το Συνταγματικό Δικαστήριο ελέγχει την κατανομή των εξουσιών. Η παραγωγή τους συνδέει διαφορετικές μορφές νομιμοποίησης: περιφερειακή πρωτοβουλία, επεξεργασία από τους εκπροσώπους του εδάφους, παρέμβαση των Cortes Generales και, στην ενισχυμένη διαδικασία, δημοψήφισμα του πληθυσμού της κοινότητας. Αυτή η σύνθετη φύση εξηγεί γιατί το ώριμο Estado autonómico δεν μπορεί να αναχθεί ούτε σε απλή κρατική αποκέντρωση ούτε σε συμβατική ένωση προϋπαρχόντων κυρίαρχων μερών. Το κράτος και οι αυτόνομες κοινότητες δεν προϋπάρχουν ως ισότιμοι συντακτικοί εταίροι· συνδιαμορφώνονται όμως μέσα από συνταγματικά οργανωμένες διαδικασίες που δεν επιτρέπουν στην κεντρική πλειοψηφία να μεταχειρίζεται την περιφερειακή αυτονομία ως ανακλητή διοικητική αρμοδιότητα.
Η συνταγματικά ανοικτή μορφή επέτρεψε επίσης διαφορετικές ταχύτητες και διαφορετικές αρχικές εντάσεις αυτοκυβέρνησης. Οι ιστορικές κοινότητες που καλύπτονταν από τη δεύτερη μεταβατική διάταξη μπορούσαν να προσέλθουν απευθείας στην ενισχυμένη οδό, ενώ η Ανδαλουσία κατέκτησε πολιτικά την ίδια δυνατότητα μέσω της ιδιαίτερα απαιτητικής διαδικασίας του άρθρου 151. Οι περισσότερες υπόλοιπες περιοχές ακολούθησαν το άρθρο 143, αναλαμβάνοντας αρχικά περιορισμένο κατάλογο αρμοδιοτήτων και διατηρώντας δυνατότητα μεταγενέστερης διεύρυνσης. Τα foral δικαιώματα της Χώρας των Βάσκων και της Ναβάρας προστατεύθηκαν μέσω της πρώτης πρόσθετης διάταξης, ενώ ειδικές λύσεις προβλέφθηκαν για νησιωτικές, μονοεπαρχιακές και άλλες ιδιόμορφες περιπτώσεις. Η αρχική εδαφική τάξη δεν ήταν επομένως απλώς ανοικτή· ήταν δυνητικά και βαθιά ασύμμετρη. Το Σύνταγμα δεν εγγυόταν ότι όλες οι κοινότητες θα κατέληγαν στο ίδιο επίπεδο, ούτε ότι κάθε περιοχή θα επιθυμούσε την ίδια μορφή πολιτικής αυτοκυβέρνησης.
Η ιστορική εξέλιξη ακολούθησε διαφορετική κατεύθυνση. Η ισχυρή ανδαλουσιανή απαίτηση πλήρους αυτονομίας, η πολιτική πίεση για ισότητα μεταξύ των περιφερειών και οι Συμφωνίες Αυτονομίας του 1981 οδήγησαν στη γενίκευση του συστήματος σχεδόν σε όλη την επικράτεια και στη σταδιακή ομοιοποίηση των θεσμών. Οι Συμφωνίες του 1992 και η Οργανική Πράξη 9/1992 επέκτειναν σημαντικά τις αρμοδιότητες των κοινοτήτων που είχαν ακολουθήσει το άρθρο 143, ενώ οι καταστατικές μεταρρυθμίσεις του 1994 ενσωμάτωσαν τις νέες εξουσίες στους βασικούς θεσμικούς τους κανόνες. Η εδαφική μορφή της Ισπανίας δεν προέκυψε επομένως από μία ενιαία συντακτική απόφαση, αλλά από διαδοχική αλληλεπίδραση του συνταγματικού κειμένου με την περιφερειακή κινητοποίηση, τη διακομματική συμφωνία, τη νομοθετική μεταβίβαση και την καταστατική αναθεώρηση.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι η ανοικτότητα υπήρξε ιστορικά παραγωγική. Το Σύνταγμα κατόρθωσε να ενσωματώσει ανομοιογενείς περιφερειακές επιδιώξεις χωρίς να απαιτήσει κοινή θεωρητική απάντηση στο ερώτημα αν η Ισπανία είναι έθνος εθνών, περιφερειακό κράτος ή μη κατονομαζόμενη ομοσπονδία. Η πολιτική συναίνεση μπορούσε να συγκροτηθεί γύρω από διαδικασίες και όρια, ακόμη και όταν οι συμμετέχοντες απέδιδαν διαφορετικό νόημα στο τελικό εγχείρημα. Η εσκεμμένη αυτή αμφισημία δεν ήταν ένδειξη κακής τεχνικής. Ήταν μέσο συντακτικής ένταξης σε ένα περιβάλλον όπου η επιβολή μιας πλήρως θεωρητικοποιημένης λύσης θα μπορούσε να καταστήσει αδύνατη τη δημοκρατική μετάβαση.
Το ίδιο χαρακτηριστικό παρήγαγε όμως εκτεταμένη δικαστικοποίηση. Επειδή οι αρμοδιότητες δεν κατανεμήθηκαν μέσω δύο απλών, αποκλειστικών και πλήρως κλειστών καταλόγων, η οριοθέτησή τους εξαρτήθηκε από τη συνδυασμένη ερμηνεία Συντάγματος, Καταστατικών, κρατικής βασικής νομοθεσίας, νόμων μεταβίβασης και ειδικών τομεακών κανόνων. Οι σύγχρονες δημόσιες πολιτικές σπανίως εντάσσονται σε ένα απομονωμένο πεδίο: η εκπαίδευση αφορά ταυτόχρονα θεμελιώδες δικαίωμα, κρατικές βάσεις και περιφερειακή εκτέλεση· η υγεία συνδέει εθνικό συντονισμό, βασικές προδιαγραφές και αποκεντρωμένες υπηρεσίες· η οικονομική πολιτική τέμνει τον γενικό κρατικό σχεδιασμό με την περιφερειακή ανάπτυξη· η μετανάστευση ανήκει στον κεντρικό πυρήνα της κρατικής αρμοδιότητας, ενώ οι κοινωνικές της συνέπειες επιβαρύνουν τις περιφερειακές και τοπικές δομές. Το Συνταγματικό Δικαστήριο κατέστη αναγκαστικά συνδιαμορφωτής της εδαφικής τάξης, παράγοντας μέσα από εκατοντάδες αποφάσεις το λειτουργικό λεξιλόγιο των «βάσεων», της «εκτέλεσης», του «συντονισμού», της «επικράτειας», της «θεσμικής πίστης» και του «γενικού συμφέροντος».
Η STC 76/1983 για τη LOAPA κατέστησε σαφές ότι η ανοιχτή μορφή δεν επέτρεπε στον κοινό κρατικό νομοθέτη να ανακηρυχθεί σε μόνιμο συντακτικό αρχιτέκτονα. Οι Cortes δεν μπορούσαν, μέσω οργανικού νόμου, να επιβάλουν αυθεντική ερμηνεία της κατανομής εξουσίας, να αναδιαμορφώσουν γενικά τη σχέση Συντάγματος και Καταστατικών ή να πραγματοποιήσουν συγκαλυμμένη αναθεώρηση του Τίτλου VIII. Ο κρατικός νομοθέτης μπορεί να ασκεί τις αρμοδιότητές του, να θεσπίζει βασικές ρυθμίσεις όπου το Σύνταγμα το επιτρέπει και να χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς των άρθρων 150 και 157. Δεν μπορεί να δημιουργεί μόνος του ένα ενδιάμεσο, υπερνομοθετικό στρώμα που να δεσμεύει εκ των προτέρων την ερμηνεία του Συντάγματος από το Δικαστήριο και την άσκηση των καταστατικών αρμοδιοτήτων. Η απόφαση προστάτευσε, επομένως, τη συνταγματική ανοικτότητα τόσο από την αποσχιστική ιδιοποίηση όσο και από τη μονομερή κεντρική επανασυγκέντρωση.
Η συνταγματική ατελικότητα είχε και δημοκρατικό κόστος. Σε πολλές δημόσιες πολιτικές η νομοθετική αρμοδιότητα, η χρηματοδότηση, η διοικητική εκτέλεση και η πολιτική λογοδοσία κατανέμονται σε διαφορετικά επίπεδα. Η κεντρική κυβέρνηση μπορεί να θεσπίζει το βασικό πλαίσιο, η αυτόνομη κοινότητα να οργανώνει τις υπηρεσίες, το κράτος να ελέγχει τη δημοσιονομική σταθερότητα και η τοπική διοίκηση να αντιμετωπίζει την άμεση κοινωνική συνέπεια. Η σύνθετη αυτή διάρθρωση μπορεί να αυξάνει την προσαρμοστικότητα, αλλά επιτρέπει επίσης τη στρατηγική μετάθεση ευθυνών. Το κέντρο αποδίδει την αποτυχία στην κακή περιφερειακή εφαρμογή· η περιφερειακή κυβέρνηση επικαλείται περιοριστικές κρατικές βάσεις, ανεπαρκή χρηματοδότηση ή καθυστερημένες μεταβιβάσεις. Η αβεβαιότητα δεν είναι, άρα, μόνο νομική. Είναι αβεβαιότητα για το ποιος αποφασίζει, ποιος χρηματοδοτεί, ποιος εφαρμόζει και ποιος πρέπει να λογοδοτήσει.
Σήμερα η εδαφική μορφή δεν είναι ανοικτή με τον ίδιο τρόπο που ήταν το 1978. Οι δεκαεπτά αυτόνομες κοινότητες έχουν παγιωθεί, τα κοινοβούλια και οι κυβερνήσεις τους αποτελούν αναντικατάστατα στοιχεία της δημοκρατικής τάξης, οι αρμοδιότητες έχουν αποκτήσει τεράστιο θεσμικό και κοινωνικό βάθος και η επιστροφή σε συγκεντρωτικό κράτος χωρίς τυπική συνταγματική ρήξη είναι πρακτικά αδιανόητη. Η συνταγματική πρακτική, η νομολογία, η χρηματοδοτική οργάνωση και η ευρωπαϊκή πολυεπίπεδη διακυβέρνηση έχουν δημιουργήσει μια σταθερή εδαφική συνταγματική πραγματικότητα. Ωστόσο, ο Τίτλος VIII εξακολουθεί να φέρει έντονα τα χαρακτηριστικά ενός μεταβατικού κεφαλαίου: ρυθμίζει λεπτομερώς οδούς πρόσβασης που έχουν προ πολλού εξαντλήσει την ιστορική τους λειτουργία, ενώ ρυθμίζει ελλιπώς τα προβλήματα της ώριμης φάσης, όπως τη διακυβερνητική συνεργασία, την περιφερειακή συμμετοχή στην κεντρική νομοθέτηση, τη δημοσιονομική ευθύνη και τη διαχείριση διαπεριφερειακών κρίσεων.
Η αναντιστοιχία είναι ιδιαίτερα εμφανής στη Γερουσία. Το Σύνταγμα τη χαρακτηρίζει επιμελητήριο εδαφικής εκπροσώπησης, αλλά η σύνθεση και η λειτουργία της παραμένουν κατά βάση επαρχιακές και κομματικές. Οι αυτόνομες κυβερνήσεις δεν συμμετέχουν μέσω αυτής με τρόπο συγκρίσιμο προς τα ομόσπονδα κρατίδια σε ώριμες ομοσπονδίες. Η πραγματική διακυβερνητική συνεργασία αναπτύσσεται σε τομεακές διασκέψεις, διμερείς επιτροπές, διασκέψεις προέδρων και άτυπες κομματικές διαπραγματεύσεις, δηλαδή σε θεσμούς που δεν συγκροτούν ενιαίο, ισχυρά συνταγματοποιημένο σύστημα κοινής λήψης αποφάσεων. Το κράτος έχει αποκτήσει ομοσπονδιακής πυκνότητας κατανομή εξουσίας χωρίς αντίστοιχα ανεπτυγμένη ομοσπονδιακή υποδομή συνεργασίας.
Η αδυναμία τυπικής αναθεώρησης δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της δυσκαμψίας των άρθρων 167 και 168. Αντανακλά την απουσία κοινής αντίληψης για το επιθυμητό τέλος της μεταρρύθμισης. Για ορισμένους, η λύση είναι η σαφέστερη κατοχύρωση μιας συμμετρικής ομοσπονδιακής δομής. Για άλλους, απαιτείται ασύμμετρη αναγνώριση της Καταλονίας, της Χώρας των Βάσκων και ενδεχομένως της Γαλικίας ως ιδιαίτερων εθνικών κοινοτήτων. Άλλοι επιδιώκουν ενίσχυση των κεντρικών αρμοδιοτήτων, θεωρώντας ότι η συνταγματική ανοικτότητα έχει οδηγήσει σε κατακερματισμό, άνιση παροχή υπηρεσιών και πολιτική αμφισβήτηση της κοινής κυριαρχίας. Η αρχική συντακτική αμφισημία δεν εξαφανίστηκε· μεταφέρθηκε στην αδυναμία συμφωνίας για την τυπική αποτύπωση του κράτους που έχει ήδη δημιουργηθεί.
Η κρίσιμη διάκριση είναι, επομένως, μεταξύ της ιστορικής αναγκαιότητας της ανοικτότητας και της σημερινής επάρκειάς της. Το 1978, η συνταγματικά οργανωμένη ατελικότητα ήταν πιθανότατα προϋπόθεση της ίδιας της συντακτικής συναίνεσης. Επέτρεψε την ειρηνική μετάβαση από ένα από τα πιο συγκεντρωτικά κράτη της δυτικής Ευρώπης σε μια εξαιρετικά αποκεντρωμένη πολιτεία, χωρίς να απαιτήσει από όλες τις δυνάμεις να συμμεριστούν ενιαία θεωρία περί έθνους, ομοσπονδίας και αυτοκυβέρνησης. Στη σημερινή φάση, όμως, η διατήρηση ενός κατά βάση διαδικαστικού και ιστορικά μεταβατικού Τίτλου VIII επιτείνει την ασάφεια ευθύνης, τη δικαστικοποίηση και την εξάρτηση από περιστασιακές πολιτικές συμφωνίες.
Η γενεσιουργός αιτία των σημερινών δυσλειτουργιών δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην επιλογή του 1978. Βρίσκεται στην αποτυχία των μεταγενέστερων γενεών να μετατρέψουν την επιτυχημένη διαδικασία συγκρότησης σε ώριμη συνταγματική δομή. Η ανοικτότητα δεν προοριζόταν κατ’ ανάγκην να παραμείνει αιώνια ατελικότητα. Μπορούσε να οδηγήσει, αφού σταθεροποιούνταν το σύστημα, σε σαφέστερη κατανομή αρμοδιοτήτων, αναδιοργάνωση της Γερουσίας, θεσμοποίηση της πολυμερούς συνεργασίας, διαφανέστερη δημοσιονομική ευθύνη και κατοχύρωση των μορφών θεμιτής ασυμμετρίας. Η μη πραγματοποίηση αυτής της δεύτερης συντακτικής φάσης έχει μετατρέψει ένα ιστορικά επιτυχημένο συμβιβαστικό εργαλείο σε πηγή διαρκούς θεσμικής ανασφάλειας.
Η αποσυνταγματοποίηση ήταν, επομένως, ούτε απλό λάθος ούτε ολοκληρωμένη λύση. Υπήρξε συνειδητή μέθοδος δημοκρατικής θεσμογένεσης. Η επιτυχία της αποδεικνύεται από τη βαθιά και ειρηνική εδαφική ανακατανομή εξουσίας που παρήγαγε. Το όριό της αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η Ισπανία εξακολουθεί να δυσκολεύεται να ονομάσει, να οργανώσει και να μεταρρυθμίσει το σύνθετο κράτος που αυτή η διαδικασία δημιούργησε. Το σημερινό πρόβλημα δεν είναι πλέον η απουσία εδαφικής συνταγματικής πραγματικότητας. Είναι η απόσταση ανάμεσα σε μια ώριμη πραγματικότητα και σε ένα συνταγματικό κείμενο που εξακολουθεί να αφηγείται κυρίως τη γέννησή της.
Πρόσφατα σχόλια