Η μετάβαση από τη διαχείριση μιας μεμονωμένης πυρκαγιάς στη διακυβέρνηση συστημικής κρίσης δεν είναι ποσοτική διεύρυνση του ίδιου έργου. Είναι αλλαγή του αντικειμένου της κρατικής απόφασης. Στη μεμονωμένη πυρκαγιά, το κέντρο βάρους βρίσκεται στο συγκεκριμένο συμβάν: στο σημείο έναρξης, στην περίμετρο, στην κατεύθυνση του ανέμου, στην ανάπτυξη δυνάμεων, στην προστασία των οικισμών και στην τελική οριοθέτηση. Στη συστημική κρίση, το κράτος δεν διαχειρίζεται μόνο πολλές φωτιές. Διαχειρίζεται ένα δίκτυο αλληλεξαρτώμενων πιέσεων, όπου η εξέλιξη κάθε συμβάντος επηρεάζει τους πόρους, τις επιλογές και την ασφάλεια όλων των υπολοίπων.

Η μονάδα ανάλυσης μεταβάλλεται. Δεν είναι πλέον η πυρκαγιά, αλλά το σύνολο του εθνικού συστήματος που εκτίθεται σε κίνδυνο. Σε αυτό περιλαμβάνονται οι ενεργές εστίες, οι περιοχές πολύ υψηλού κινδύνου στις οποίες δεν έχει ακόμη ξεσπάσει φωτιά, η διαθεσιμότητα προσωπικού και μέσων, η αντοχή των δικτύων ενέργειας και επικοινωνιών, η χωρητικότητα του συστήματος υγείας, οι οδικές συνδέσεις, οι δυνατότητες εκκένωσης, οι χώροι προσωρινής φιλοξενίας και η συνέχεια της καθημερινής δημόσιας λειτουργίας. Η απόφαση που είναι βέλτιστη για ένα τοπικό μέτωπο μπορεί να είναι επιζήμια για το συνολικό σύστημα, αν δεσμεύει υπερβολικούς πόρους, εξαντλεί τα πληρώματα ή δημιουργεί κρίσιμο κενό προστασίας αλλού.

Αυτό είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του συστημικού κινδύνου: οι επιπτώσεις δεν παραμένουν στο σημείο όπου εκδηλώθηκε η αρχική απειλή. Διαδίδονται μέσω θεσμικών, τεχνικών, οικονομικών και κοινωνικών συνδέσεων. Μια πυρκαγιά που προκαλεί διακοπή ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να επηρεάσει αντλιοστάσια, τηλεπικοινωνίες, ιατρικό εξοπλισμό, φωτεινή σηματοδότηση και εγκαταστάσεις ύδρευσης. Η απώλεια μιας οδικής αρτηρίας μπορεί να παρεμποδίσει την εκκένωση, την πρόσβαση ασθενοφόρων και τη μεταφορά ενισχύσεων. Μια μαζική απομάκρυνση πληθυσμού δεσμεύει αστυνομία, λεωφορεία, υγειονομικό προσωπικό, καταλύματα και κοινωνικές υπηρεσίες. Το αρχικό συμβάν μπορεί, επομένως, να προκαλέσει αλυσιδωτές απαιτήσεις πολύ ευρύτερες από την ίδια την κατάσβεση.

Οι διεθνείς προσεγγίσεις για τη μείωση του κινδύνου καταστροφών αναγνωρίζουν πλέον ότι οι κίνδυνοι είναι ολοένα περισσότερο αλληλοσυνδεόμενοι και επιδεινούμενοι από την κλιματική αλλαγή. Η διακυβέρνηση του κινδύνου δεν περιορίζεται, συνεπώς, στον συντονισμό υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης. Περιλαμβάνει θεσμούς, κανόνες, αρμοδιότητες και μηχανισμούς μέσω των οποίων το σύνολο του κράτους και της κοινωνίας κατανοεί, κατανέμει και μειώνει τον κίνδυνο.

Η παραδοσιακή διοίκηση συμβάντος παραμένει αναγκαία. Κάθε μεγάλο μέτωπο χρειάζεται σαφή επικεφαλής, τομεοποίηση, κοινά πρωτόκολλα, ασφαλή επικοινωνία, πρόβλεψη συμπεριφοράς της φωτιάς και σύνδεση με την αστυνομία, το ΕΚΑΒ, την αυτοδιοίκηση και τους διαχειριστές υποδομών. Η θεσμοθέτηση του Συστήματος Διοίκησης Συμβάντων, των Κανόνων Εμπλοκής και των στοιχείων τακτικής διοίκησης αποτελεί ουσιαστική πρόοδο, διότι επιχειρεί να αντικαταστήσει τον άτυπο συντονισμό με προκαθορισμένες σχέσεις εντολής, ανταλλαγής πληροφοριών και κοινής δράσης. Ο νόμος προβλέπει ότι στα στοιχεία διοίκησης συμμετέχουν ο επικεφαλής του Πυροσβεστικού Σώματος, σύνδεσμοι συναρμόδιων φορέων, εξειδικευμένοι επιστήμονες και, όπου χρειάζεται, εκπρόσωποι των υπηρεσιών δημόσιας υγείας.

Το Σύστημα Διοίκησης Συμβάντων, όμως, έχει ως φυσικό κέντρο ένα συγκεκριμένο συμβάν. Δεν λύνει από μόνο του το πρόβλημα πολλών ταυτόχρονων διοικήσεων που ανταγωνίζονται για το ίδιο εθνικό απόθεμα. Χρειάζεται ανώτερο επίπεδο συντονισμού πολλαπλών συμβάντων, του οποίου η λειτουργία δεν θα είναι να παρεμβαίνει στην τακτική διάταξη κάθε μετώπου, αλλά να διαχειρίζεται τις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ τους. Το στρατηγικό αυτό επίπεδο πρέπει να αποφασίζει για τη διαπεριφερειακή μετακίνηση δυνάμεων, να προστατεύει την εθνική εφεδρεία, να προβλέπει τις ανάγκες των επόμενων ωρών και ημερών, να διασφαλίζει τη συνέχεια των κρίσιμων υπηρεσιών και να αντιμετωπίζει συγκρούσεις μεταξύ ισότιμων τοπικών αιτημάτων.

Η θεσμική πρόκληση δεν είναι, επομένως, η δημιουργία ενός ακόμη κέντρου επιχειρήσεων. Η προσθήκη δομών μπορεί να αυξήσει τη σύγχυση, αν δεν καθοριστούν με ακρίβεια τα δικαιώματα απόφασης. Το ουσιώδες είναι να διαχωριστούν καθαρά τα επίπεδα. Η τακτική διοίκηση πρέπει να παραμένει κοντά στο μέτωπο και να προσαρμόζεται στις πραγματικές συνθήκες. Το εθνικό στρατηγικό επίπεδο πρέπει να καθορίζει κατανομή πόρων, διατήρηση εφεδρειών, διατομεακές προτεραιότητες και σχέδιο για τα πιθανά επόμενα συμβάντα. Η πολιτική ηγεσία πρέπει να ορίζει τις γενικές αξιακές και δημοσιονομικές κατευθύνσεις, να επιλύει διυπουργικές συγκρούσεις και να λογοδοτεί για την επάρκεια του συστήματος, χωρίς να παρεμβαίνει στις επιμέρους κινήσεις οχημάτων και εναέριων μέσων.

Η διακυβέρνηση της συστημικής κρίσης απαιτεί, πριν από όλα, ενιαία αντίληψη της πραγματικότητας. Η κοινή επιχειρησιακή εικόνα δεν μπορεί να περιορίζεται σε έναν χάρτη με κόκκινες γραμμές και θέσεις οχημάτων. Πρέπει να συνδυάζει την εξέλιξη των μετώπων, τις πυρομετεωρολογικές προβλέψεις, την κατάσταση των εναέριων και επίγειων δυνάμεων, την κόπωση του προσωπικού, τις οδικές διακοπές, την ηλεκτροδότηση, τη χωρητικότητα των δομών υγείας και φιλοξενίας, τις εκκενώσεις, τις κρίσιμες εγκαταστάσεις και την πιθανότητα νέων εκδηλώσεων σε περιοχές υψηλού κινδύνου. Ο νόμος του 2026 θέτει ως ρητό στόχο την ενιαία και αξιόπιστη επιχειρησιακή εικόνα και τη διαλειτουργικότητα των επικοινωνιών, αναγνωρίζοντας ότι χωρίς κοινή πληροφοριακή βάση δεν μπορεί να υπάρξει συνεκτική διοίκηση.

Η εικόνα πρέπει να είναι όχι μόνο κοινή αλλά και χρονικά αξιόπιστη. Στις πυρκαγιές υψηλής έντασης, μια πληροφορία που είναι ακριβής τη στιγμή που συλλέγεται μπορεί να είναι παρωχημένη όταν φτάνει στο κέντρο λήψης αποφάσεων. Η κατεύθυνση του μετώπου, η βατότητα ενός δρόμου ή η ασφαλής πορεία εκκένωσης μπορεί να μεταβληθούν μέσα σε λίγα λεπτά. Γι’ αυτό κάθε κρίσιμο δεδομένο χρειάζεται χρονική σήμανση, εκτίμηση αξιοπιστίας και σαφή διάκριση μεταξύ επιβεβαιωμένης πληροφορίας, πρόβλεψης και ανεπιβεβαίωτης αναφοράς. Η πληροφοριακή υπερφόρτωση είναι εξίσου επικίνδυνη με την έλλειψη πληροφορίας, εάν το κέντρο δεν διαθέτει αναλυτική ικανότητα να ιεραρχεί τα δεδομένα.

Η συστημική διακυβέρνηση δεν μπορεί να βασίζεται σε μία μοναδική πρόβλεψη για την εξέλιξη της ημέρας. Πρέπει να λειτουργεί με παράλληλα σενάρια. Τι θα συμβεί αν ενισχυθούν οι άνεμοι; Αν τεθεί εκτός λειτουργίας κρίσιμο εναέριο μέσο; Αν κλείσει η κύρια οδός εκκένωσης; Αν ξεσπάσει νέα πυρκαγιά σε πυκνοκατοικημένη περιοχή; Αν η διακοπή ρεύματος επηρεάσει αντλιοστάσια ή νοσοκομειακές λειτουργίες; Η προετοιμασία δεν σημαίνει πρόβλεψη με βεβαιότητα. Σημαίνει ότι έχουν προκαθοριστεί εναλλακτικές επιλογές και όρια ενεργοποίησης, ώστε η διοίκηση να μη σχεδιάζει από την αρχή όταν το δυσμενές σενάριο αρχίσει να πραγματοποιείται.

Χρειάζεται, συνεπώς, κυλιόμενος χρονικός σχεδιασμός. Οι επικεφαλής των συμβάντων εστιάζουν δικαιολογημένα στις επόμενες κρίσιμες ώρες. Το εθνικό επίπεδο πρέπει συγχρόνως να εξετάζει τον ορίζοντα των έξι, δώδεκα, είκοσι τεσσάρων και εβδομήντα δύο ωρών: την αναμενόμενη μεταβολή του καιρού, την ανάγκη αλλαγής πληρωμάτων, τη συντήρηση των μέσων, τη διαθεσιμότητα ευρωπαϊκής συνδρομής, την προετοιμασία χώρων φιλοξενίας και την πιθανότητα εμφάνισης νέου κύματος πυρκαγιών. Χωρίς αυτή τη χρονική διαφοροποίηση, η διοίκηση εγκλωβίζεται στη διαρκή αντιμετώπιση του επείγοντος και θυσιάζει τη δυνατότητα να αποτρέψει την επόμενη κρίση.

Η κατανομή των περιορισμένων πόρων αποτελεί τον πυρήνα της συστημικής διακυβέρνησης. Δεν αρκεί κάθε τοπικός επικεφαλής να υποβάλλει τεκμηριωμένο αίτημα ενίσχυσης. Όλα τα αιτήματα μπορεί να είναι εύλογα και, παρ’ όλα αυτά, να μην μπορούν να ικανοποιηθούν ταυτόχρονα. Το εθνικό κέντρο πρέπει να εφαρμόζει συνεπή κριτήρια προτεραιότητας. Η ανθρώπινη ζωή έχει προφανώς πρωτεύον βάρος, αλλά ακόμη και αυτό δεν οδηγεί μηχανικά σε μία επιλογή. Πρέπει να εξεταστούν η δυνατότητα ασφαλούς εκκένωσης, ο αριθμός των μη αυτοεξυπηρετούμενων ανθρώπων, η ταχύτητα του μετώπου, η αντοχή των κτιρίων, οι διαθέσιμες επίγειες δυνάμεις και η πιθανότητα να μετατραπεί μια τοπική πυρκαγιά σε ευρύτερη καταστροφή.

Η προτεραιοποίηση δεν πρέπει να εκχωρηθεί πλήρως σε έναν αλγόριθμο. Τα υπολογιστικά συστήματα μπορούν να συνδυάζουν δεδομένα, να παράγουν προβλέψεις και να συγκρίνουν σενάρια. Δεν μπορούν να αποφασίσουν ποια κατανομή κινδύνου είναι κοινωνικά και πολιτικά αποδεκτή. Η προστασία ενός γηροκομείου, μιας βιομηχανικής εγκατάστασης, μιας κρίσιμης γραμμής μεταφοράς και ενός δάσους μεγάλης οικολογικής αξίας περιλαμβάνει διαφορετικά είδη αγαθών και διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες. Η τελική απόφαση χρειάζεται ανθρώπινη ευθύνη, αιτιολόγηση και δυνατότητα μεταγενέστερου ελέγχου.

Η διαφάνεια δεν σημαίνει ότι όλες οι επιχειρησιακές λεπτομέρειες πρέπει να δημοσιοποιούνται σε πραγματικό χρόνο. Σημαίνει ότι οι βασικές αρχές προτεραιοποίησης είναι εκ των προτέρων γνωστές, ότι οι κρίσιμες αποφάσεις καταγράφονται και ότι μπορούν να αξιολογηθούν μετά το συμβάν. Η καταγραφή πρέπει να περιλαμβάνει ποια πληροφορία ήταν διαθέσιμη, ποια αιτήματα υποβλήθηκαν, ποια μέσα διατέθηκαν ή διατηρήθηκαν ως εφεδρεία και ποια εκτίμηση κινδύνου στήριξε την επιλογή. Χωρίς τέτοιο ίχνος απόφασης, η λογοδοσία καταλήγει σε αντιπαράθεση αφηγήσεων, όπου κάθε πλευρά επικαλείται διαφορετική εικόνα των γεγονότων.

Η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση δεν πρέπει να συγχέεται με τη διάχυση της ευθύνης. Στην Ελλάδα, η Πυροσβεστική, η Ελληνική Αστυνομία, το ΕΚΑΒ, οι περιφέρειες, οι δήμοι, οι δασικές υπηρεσίες, οι Ένοπλες Δυνάμεις και οι διαχειριστές υποδομών διαθέτουν διαφορετικές και αλληλοσυμπληρούμενες αρμοδιότητες. Η συμμετοχή πολλών φορέων είναι αναπόφευκτη, επειδή καμία υπηρεσία δεν μπορεί να διαχειριστεί μόνη της το σύνολο των συνεπειών. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η συνύπαρξη μετατρέπεται σε ασάφεια ως προς το ποιος αποφασίζει, ποιος εκτελεί και ποιος οφείλει να εξασφαλίσει ότι μια αναγκαία ενέργεια δεν έμεινε ακάλυπτη.

Η ορθή αρχιτεκτονική δεν είναι ούτε η πλήρης συγκέντρωση όλων των αποφάσεων στην κεντρική κυβέρνηση ούτε η αποσπασματική τοπική αυτονομία. Χρειάζεται κεντρική συγκέντρωση της στρατηγικής εικόνας, της κατανομής των σπάνιων εθνικών πόρων και της διυπουργικής επίλυσης προβλημάτων, σε συνδυασμό με αποκεντρωμένη τακτική πρωτοβουλία. Οι άνθρωποι που βρίσκονται κοντά στο μέτωπο διαθέτουν πληροφορίες τις οποίες το κέντρο δεν μπορεί να αποκτήσει με την ίδια ταχύτητα και ακρίβεια. Το κέντρο, από την άλλη, βλέπει ταυτόχρονες απαιτήσεις τις οποίες ο τοπικός διοικητής δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει πλήρως. Η διακυβέρνηση πρέπει να συνδέει αυτές τις δύο οπτικές χωρίς να υποτάσσει μηχανικά τη μία στην άλλη.

Η νέα νομοθεσία εισάγει την αρχή της πολυεπίπεδης συνεργασίας, αναμορφώνει τα περιφερειακά και τοπικά συντονιστικά όργανα, προβλέπει περιφερειακά και τοπικά κέντρα διαχείρισης κινδύνων και ενισχύει τη δυνατότητα διαδημοτικών σχεδίων. Η προσέγγιση αυτή αναγνωρίζει ότι οι φυσικοί κίνδυνοι δεν ακολουθούν τα διοικητικά σύνορα. Ένα μέτωπο μπορεί να κινηθεί μεταξύ δήμων και περιφερειών, ενώ οι κάτοικοι μπορεί να χρειαστεί να απομακρυνθούν προς γειτονική διοικητική περιοχή. Η κοινή προετοιμασία πρέπει, επομένως, να προηγείται του συμβάντος και να μην εξαρτάται από αυτοσχέδιες συνεννοήσεις όταν η φωτιά έχει ήδη διασχίσει τα όρια.

Η άνιση διοικητική ικανότητα των ΟΤΑ αποτελεί, ωστόσο, κεντρικό περιορισμό. Ένα σύστημα που αναθέτει ουσιαστικές ευθύνες εκκένωσης, τοπικής προετοιμασίας και φιλοξενίας σε δήμους με εξαιρετικά διαφορετικό προσωπικό και οικονομική βάση παράγει άνιση προστασία. Η τυπική σαφήνεια των αρμοδιοτήτων δεν αρκεί όταν ο αρμόδιος φορέας δεν διαθέτει μηχανικό, οδηγούς, γεωχωρικά δεδομένα ή δυνατότητα εικοσιτετράωρης λειτουργίας. Η συστημική διακυβέρνηση προϋποθέτει μηχανισμό εξισορρόπησης της τοπικής ικανότητας, ώστε η ασφάλεια του πολίτη να μην εξαρτάται υπέρμετρα από τη δημοσιονομική και διοικητική τύχη του δήμου στον οποίο κατοικεί.

Οι εκκενώσεις αποκαλύπτουν με ιδιαίτερη καθαρότητα τη διαφορά ανάμεσα στη διαχείριση συμβάντος και στη συστημική διακυβέρνηση. Η αποστολή ενός μηνύματος του 112 είναι η έναρξη, όχι η ολοκλήρωση της επιχείρησης. Στην πρόσφατη μεγάλη πυρκαγιά χρειάστηκαν συνολικά δεκαεπτά μηνύματα για απομάκρυνση πληθυσμών από διαφορετικές περιοχές, ενώ λεωφορεία, Ένοπλες Δυνάμεις, ΕΚΑΒ και ΕΛ.ΑΣ. συμμετείχαν στις μετακινήσεις και στις κυκλοφοριακές ρυθμίσεις. Το γεγονός καταδεικνύει ότι η εκκένωση αποτελεί σύνθετη λειτουργία μεταφορών, υγείας, ασφάλειας και κοινωνικής φροντίδας, όχι απλή επικοινωνιακή ειδοποίηση.

Όταν εκκενώνονται ταυτόχρονα περισσότεροι οικισμοί, τα τοπικά σχέδια αλληλεπιδρούν. Δύο ροές οχημάτων μπορεί να κατευθύνονται προς τον ίδιο δρόμο ή χώρο υποδοχής. Ένα νοσοκομείο ή γηροκομείο απαιτεί ειδικά μέσα που μπορεί να χρειάζονται σε άλλο μέτωπο. Οι τουρίστες αγνοούν τη γεωγραφία και ενδέχεται να μην κατανοούν ελληνόγλωσσες οδηγίες. Οι κάτοικοι που αρνούνται να φύγουν λόγω ζώων ή φόβου λεηλασίας αυξάνουν την ανάγκη μεταγενέστερης διάσωσης. Η εθνική διακυβέρνηση πρέπει να διαθέτει εικόνα της συνολικής χωρητικότητας μεταφοράς και φιλοξενίας, όχι μόνο των τοπικών διαδρομών.

Η συστημική κρίση επιβάλλει, ακόμη, την παράλληλη διαχείριση διαφορετικών φάσεων. Ενώ σε μία περιοχή βρίσκεται σε εξέλιξη η κατάσβεση, σε άλλη αρχίζει η επιστροφή κατοίκων, σε τρίτη απαιτείται αποκατάσταση ηλεκτροδότησης και σε τέταρτη πρέπει να γίνουν επείγοντα αντιδιαβρωτικά έργα. Το κλασικό σχήμα πρόληψη–ετοιμότητα–απόκριση–αποκατάσταση παραμένει αναλυτικά χρήσιμο, αλλά οι φάσεις δεν είναι πλέον χρονικά διαδοχικές σε εθνικό επίπεδο. Διαφορετικές περιοχές βρίσκονται συγχρόνως σε διαφορετικά στάδια, αντλώντας χρηματοδότηση, τεχνικό προσωπικό και διοικητική προσοχή από τους ίδιους φορείς.

Αυτό απαιτεί διακριτές λειτουργικές ομάδες. Η τακτική πυρόσβεση δεν πρέπει να απορροφά πλήρως την προσοχή από την υγειονομική προστασία, την αποκατάσταση δικτύων, την κοινωνική στέγαση ή την πρόληψη πλημμυρών. Ένα εθνικό στρατηγικό σχήμα χρειάζεται χωριστές αλλά συνδεδεμένες λειτουργίες για επιχειρήσεις, πληροφορίες και προβλέψεις, επιμελητεία, δημόσια υγεία, κρίσιμες υποδομές, κοινωνική προστασία, οικονομική αποκατάσταση και δημόσια επικοινωνία. Δεν απαιτείται υποχρεωτικά η ίδρυση νέων μόνιμων υπηρεσιών· απαιτείται προκαθορισμένος τρόπος με τον οποίο οι υπάρχουσες υπηρεσίες σχηματίζουν ενιαία δομή όταν ενεργοποιείται κατάσταση πολλαπλής κρίσης.

Η ενεργοποίηση αυτής της ανώτερης μορφής διακυβέρνησης δεν πρέπει να εξαρτάται μόνο από πολιτική διαίσθηση. Χρειάζονται αντικειμενικά κατώφλια, όπως ο αριθμός και η ένταση ταυτόχρονων μεγάλων συμβάντων, το ποσοστό δέσμευσης εθνικών εναέριων μέσων, η μείωση της εφεδρείας κάτω από συγκεκριμένο επίπεδο, η ταυτόχρονη εκκένωση πολλών οικισμών, η απειλή κρίσιμων υποδομών ή η εκδήλωση συμβάντων σε περισσότερες περιφέρειες. Τα κατώφλια δεν θα καταργούν την κρίση των αρμοδίων, αλλά θα εμποδίζουν την καθυστερημένη αναγνώριση ότι το σύστημα έχει ήδη περάσει από το τοπικό στο εθνικό επίπεδο.

Η συνέχεια των βασικών κρατικών λειτουργιών πρέπει να αποτελεί αυτοτελή στρατηγικό στόχο. Η διαχείριση των πυρκαγιών δεν μπορεί να απορροφά απεριόριστα αστυνομικούς, ασθενοφόρα, στρατιωτικά μέσα και τεχνικές υπηρεσίες χωρίς εκτίμηση των υπολοίπων αναγκών. Κάθε κρίσιμος φορέας χρειάζεται σχέδιο ελάχιστης λειτουργικής επάρκειας: ποιο προσωπικό δεν μπορεί να μετακινηθεί, ποια συστήματα πρέπει να παραμείνουν ενεργά, ποια εναλλακτικά κέντρα μπορούν να αναλάβουν αν το κύριο κέντρο πληγεί και πώς διατηρούνται επικοινωνίες όταν οι εμπορικές τηλεπικοινωνίες διακόπτονται.

Οι κρίσιμες υποδομές δεν αποτελούν μόνο αντικείμενα που πρέπει να προστατευθούν από τη φωτιά. Αποτελούν ενεργούς παράγοντες της κρίσης. Η βλάβη ενός δικτύου μπορεί να περιορίσει την ικανότητα πυρόσβεσης ή εκκένωσης, ενώ ανεπαρκώς συντηρημένη υποδομή μπορεί να λειτουργήσει ως πηγή έναρξης πυρκαγιάς. Η διακυβέρνηση πρέπει να ενσωματώνει τους ιδιωτικούς διαχειριστές σε κοινά σχέδια, χωρίς να επιτρέπει η εμπορική εμπιστευτικότητα να αποκρύπτει κρίσιμες πληροφορίες ασφάλειας. Χρειάζονται σύνδεσμοι στα κέντρα, πραγματικός χρόνος ενημέρωσης, υποχρέωση προληπτικών διακοπών όπου δικαιολογούνται και σαφής κατανομή ευθύνης για την αποκατάσταση.

Η δημόσια υγεία είναι επίσης οριζόντια λειτουργία. Ο καπνός δεν σταματά στα διοικητικά όρια και μπορεί να επηρεάζει πληθυσμούς που βρίσκονται μακριά από το μέτωπο. Οι διακοπές ηλεκτροδότησης απειλούν ανθρώπους που εξαρτώνται από ιατρικό εξοπλισμό, ενώ οι εκκενώσεις διακόπτουν φαρμακευτικές αγωγές και φροντίδα. Η συμμετοχή των αρμόδιων υπηρεσιών υγείας στα σχέδια κοινής δράσης, η οποία προβλέπεται πλέον ρητά, είναι κρίσιμη ακριβώς επειδή η πυρκαγιά δεν είναι μόνο επιχειρησιακό αλλά και υγειονομικό συμβάν.

Η δημόσια επικοινωνία πρέπει να μεταβληθεί αναλόγως. Στη συστημική κρίση δεν υπάρχει ένα ενιαίο μήνυμα για όλη τη χώρα. Κάποιοι πολίτες πρέπει να εκκενώσουν αμέσως, άλλοι να αποφεύγουν συγκεκριμένους δρόμους, άλλοι να παραμείνουν σε ετοιμότητα και άλλοι να μην μετακινηθούν άσκοπα. Η επικοινωνία πρέπει να διακρίνει σαφώς τα επιβεβαιωμένα γεγονότα από τα πιθανά σενάρια, να αναφέρει την ώρα κάθε πληροφορίας και να εξηγεί τις μεταβολές των οδηγιών. Η παραδοχή αβεβαιότητας δεν αποδυναμώνει κατ’ ανάγκην την εμπιστοσύνη. Την αποδυναμώνει περισσότερο η παρουσίαση μιας αβέβαιης εκτίμησης ως βεβαιότητας, η οποία διαψεύδεται λίγο αργότερα.

Η πολιτική επικοινωνία οφείλει επίσης να αποφεύγει την αριθμητική αυτοδικαίωση. Ο αριθμός των κινητοποιημένων δυνάμεων δείχνει την κλίμακα της απόκρισης, όχι αναγκαστικά την ποιότητά της. Το ποσοστό των πυρκαγιών που κατασβέστηκαν στην αρχική φάση είναι χρήσιμο, αλλά δεν εξηγεί αν τα λίγα συμβάντα που διέφυγαν θα μπορούσαν να είχαν περιοριστεί νωρίτερα. Η επίκληση πρωτοφανών συνθηκών μπορεί να είναι πραγματολογικά ορθή, αλλά δεν απαντά αν το σύστημα είχε προσαρμοστεί στη γνωστή τάση αύξησης του κινδύνου. Η λογοδοσία χρειάζεται συσχέτιση των αριθμών με στόχους, χρόνους, εναλλακτικές και περιορισμούς.

Η κλιματική προσαρμογή μεταβάλλει το θεσμικό υπόβαθρο της συστημικής διακυβέρνησης. Όταν οι ημέρες υψηλού κινδύνου γίνονται συχνότερες και οι πυρκαγιές μπορούν να συμπίπτουν με καύσωνες, ξηρασία, πίεση στα δίκτυα και αυξημένο τουριστικό πληθυσμό, η κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως σπάνια διακοπή της κανονικής διοίκησης. Η κανονική διοίκηση πρέπει να οργανώνεται γύρω από την αναμενόμενη επανάληψη σύνθετων κινδύνων. Οι ευρωπαϊκές αξιολογήσεις κλιματικού κινδύνου επισημαίνουν ακριβώς τη διασύνδεση επιπτώσεων σε οικοσυστήματα, υποδομές, νερό, ενέργεια, οικονομική σταθερότητα και ανθρώπινη υγεία.

Αυτό σημαίνει ότι η πρόληψη, η απόκριση και η αποκατάσταση δεν μπορούν να χρηματοδοτούνται ως ανταγωνιστικοί τομείς. Η ανεπαρκής πρόληψη αυξάνει το κόστος της απόκρισης· η κακή αποκατάσταση αυξάνει τον κίνδυνο πλημμυρών, εδαφικής διάβρωσης και επαναλαμβανόμενης κοινωνικής κατάρρευσης· η ανοικοδόμηση χωρίς νέα πρότυπα αναπαράγει την προηγούμενη τρωτότητα. Η διακυβέρνηση πρέπει να υπολογίζει το συνολικό κόστος κύκλου ζωής του κινδύνου και να μην αξιολογεί κάθε υπουργικό προϋπολογισμό απομονωμένα.

Η αποκατάσταση πρέπει να αρχίζει στον σχεδιασμό προτού ολοκληρωθεί η κατάσβεση. Οι δασικές και τεχνικές υπηρεσίες χρειάζονται έγκαιρη πρόσβαση σε χαρτογράφηση των καμένων λεκανών, οι κοινωνικές υπηρεσίες πρέπει να γνωρίζουν πόσα νοικοκυριά δεν μπορούν να επιστρέψουν και οι διαχειριστές υποδομών να προγραμματίζουν όχι μόνο προσωρινές επισκευές αλλά ανθεκτικότερη ανακατασκευή. Η αρχή της καλύτερης αποκατάστασης του Πλαισίου Sendai δεν σημαίνει γενικό σύνθημα. Σημαίνει ότι η δημόσια χρηματοδότηση δεν πρέπει να επαναφέρει μηχανικά την ίδια χωρική και τεχνική διάταξη που απέτυχε.

Η διακυβέρνηση συστημικής κρίσης απαιτεί και διαφορετική σχέση με την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Το αίτημα συνδρομής πρέπει να ενεργοποιείται πριν εξαντληθεί το εθνικό σύστημα, λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο μεταφοράς και ενσωμάτωσης των ξένων μέσων. Ταυτόχρονα, η στρατηγική δεν μπορεί να στηρίζεται στην υπόθεση ότι η ευρωπαϊκή βοήθεια θα είναι πάντοτε διαθέσιμη, επειδή τα ίδια πυρομετεωρολογικά μοτίβα μπορεί να επιβαρύνουν συγχρόνως πολλά κράτη. Η ευρωπαϊκή διάσταση είναι μηχανισμός κοινής ασφάλισης απέναντι σε ακραία γεγονότα, όχι αντικατάσταση της εγχώριας προετοιμασίας.

Η μεγαλύτερη θεσμική δυσκολία βρίσκεται στην οργανωσιακή μάθηση. Κάθε μεγάλο συμβάν παράγει τεράστιο όγκο εμπειρίας, αλλά η εμπειρία δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε γνώση. Οι υπηρεσίες χρειάζονται κοινή ανασύνθεση του χρονικού, ώστε να εξετάζονται όχι μόνο οι τοπικές αποφάσεις αλλά και η αλληλεπίδραση των συμβάντων. Για να αξιολογηθεί η άρνηση αποστολής ενός αεροσκάφους, πρέπει να είναι γνωστό πού βρισκόταν, ποια άλλα αιτήματα υπήρχαν και ποιο επίπεδο εθνικής εφεδρείας έπρεπε να διατηρηθεί. Για να αξιολογηθεί μια καθυστερημένη εκκένωση, πρέπει να εξεταστούν η ποιότητα των πληροφοριών, η χωρητικότητα των δρόμων και η ταυτόχρονη δέσμευση της αστυνομίας αλλού.

Η επιστημονική αξιολόγηση που προβλέπει ο νέος νόμος πρέπει, επομένως, να είναι πολυσυμβαντική και διατομεακή. Δεν αρκεί η τεχνική ανάλυση της διάδοσης της φωτιάς. Χρειάζεται μελέτη της κατανομής πόρων, των επικοινωνιών, των επιπτώσεων στα δίκτυα, της λειτουργίας των εκκενώσεων, της υγειονομικής διαχείρισης και της πολιτικής επικοινωνίας. Πρέπει επίσης να εξετάζεται τι δεν συνέβη: ποιες νέες πυρκαγιές περιορίστηκαν επειδή διατηρήθηκε εφεδρεία και ποιες κρίσιμες υπηρεσίες συνέχισαν να λειτουργούν παρά τη μεταφορά προσωπικού. Διαφορετικά, η αξιολόγηση θα τιμωρεί μόνο τις ορατές αποτυχίες και θα αγνοεί την αξία της προνοητικής προστασίας.

Η δημοκρατική λογοδοσία δεν πρέπει να παρεμβαίνει στη ζωντανή τακτική διοίκηση, αλλά πρέπει να είναι ισχυρή μετά την άμεση φάση. Η κυβέρνηση οφείλει να δημοσιεύει συγκροτημένο απολογισμό, το Κοινοβούλιο να εξετάζει την επάρκεια των θεσμών και των προϋπολογισμών και οι ανεξάρτητοι αξιολογητές να έχουν πρόσβαση στα πλήρη δεδομένα. Η προστασία επιχειρησιακά ευαίσθητων πληροφοριών είναι θεμιτή, όχι όμως ως γενικό πρόσχημα αποφυγής ελέγχου. Η εμπιστοσύνη δεν δημιουργείται από την αξίωση ότι όλα λειτούργησαν άριστα· δημιουργείται όταν το κράτος μπορεί να εξηγήσει τι γνώριζε, τι επέλεξε, ποιοι περιορισμοί υπήρχαν και τι αλλάζει μετά τη διαπίστωση μιας ανεπάρκειας.

Η πολιτική ευθύνη πρέπει να διαχωρίζεται από την ποινική. Μπορεί να μην υπάρχει προσωπικό ποινικό αδίκημα και, ταυτόχρονα, να υφίσταται σοβαρή αποτυχία σχεδιασμού, στελέχωσης ή χρηματοδότησης. Αντιστρόφως, η απόδοση ποινικής ευθύνης σε έναν εμπρηστή ή τεχνικό δεν απαντά αν το κράτος είχε οργανωθεί ώστε ένα προβλέψιμο συμβάν να μην εξελιχθεί σε καταστροφή. Η υπερβολική ποινικοποίηση της δημόσιας συζήτησης στενεύει το ερώτημα από το «πώς απέτυχε το σύστημα» στο «ποιο άτομο θα τιμωρηθεί», επιτρέποντας στις οργανωτικές αιτίες να παραμείνουν άθικτες.

Η μετάβαση στη συστημική διακυβέρνηση δεν σημαίνει, τελικά, περισσότερο συγκεντρωτισμό. Σημαίνει ισχυρότερη ικανότητα ενορχήστρωσης. Το κεντρικό κράτος πρέπει να συγκεντρώνει όσα μόνο αυτό μπορεί να γνωρίζει και να κατανέμει: την εθνική εικόνα, τα σπάνια μέσα, τη διεθνή συνδρομή, τη διατήρηση εφεδρειών και τη διυπουργική κινητοποίηση. Πρέπει όμως να αφήνει την τακτική κρίση εκεί όπου υπάρχει η καλύτερη πληροφορία, να ενισχύει τις τοπικές αρχές και να αξιοποιεί τη γνώση των δασικών υπηρεσιών, των κατοίκων και των διαχειριστών υποδομών. Ούτε η κεντρική μικροδιαχείριση ούτε η αποκεντρωμένη αποσπασματικότητα μπορούν να αντιμετωπίσουν ένα αλληλεξαρτώμενο σύστημα κινδύνου.

Η ουσία της θεσμικής μετάβασης είναι ότι η Πολιτεία πρέπει να εξακολουθεί να λειτουργεί ως σύνολο ενώ διαφορετικά τμήματά της βρίσκονται σε διαφορετικές μορφές έκτακτης ανάγκης. Να καταστέλλει τη φωτιά χωρίς να εξαντλεί την αυριανή της ετοιμότητα. Να εκκενώνει χωρίς να δημιουργεί νέους κινδύνους μετακίνησης. Να προστατεύει κρίσιμες υποδομές χωρίς να υποτιμά την ανθρώπινη ζωή και τα οικοσυστήματα. Να χρησιμοποιεί τα δεδομένα χωρίς να αποκρύπτει τις αξιακές επιλογές πίσω από τεχνικούς δείκτες. Να αποκεντρώνει την τακτική δράση χωρίς να διαλύει την εθνική ευθύνη.

Η μεμονωμένη πυρκαγιά ζητεί από το κράτος να οργανώσει μια αποτελεσματική επιχείρηση. Η συστημική κρίση ζητεί κάτι πολύ απαιτητικότερο: να διαφυλάξει τη συνοχή της δημόσιας προστασίας όταν όλες οι επιμέρους λειτουργίες της αρχίζουν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Σε αυτό το επίπεδο, επιτυχία δεν είναι μόνο η οριοθέτηση των μετώπων. Είναι η αποτροπή της μετατροπής των ταυτόχρονων πυρκαγιών σε γενικευμένη κρίση διοίκησης, υποδομών, κοινωνικής εμπιστοσύνης και εδαφικής ισότητας.