Η άσκηση ποινικής δίωξης κατά εν ενεργεία ή πρώην μελών της κυβέρνησης διενεργείται αποκλειστικά από τη Βουλή. Η διαδικασία ακολουθεί δύο σαφώς διακεκριμένα στάδια:

  1. Σύσταση Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Προκαταρκτικής Εξέτασης, η οποία διερευνά εάν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης αξιόποινων πράξεων.
  2. Άσκηση ποινικής δίωξης, κατόπιν πορίσματος της επιτροπής, το οποίο τίθεται προς ψήφιση στην Ολομέλεια της Βουλής με αυξημένη πλειοψηφία.

Αυτή η ειδική διαδικασία κατοχυρώνεται από το άρθρο 86 του Συντάγματος και αποσκοπεί αφενός στην προστασία της πολιτικής σταθερότητας, αφετέρου στη διασφάλιση της λογοδοσίας. Εντούτοις, στην πράξη, το θεσμικό αυτό εργαλείο έχει καταστεί όχημα κομματικών στοχεύσεων και στρατηγικών αντιπαραθέσεων.

Η μεγαλύτερη παθογένεια του θεσμικού πλαισίου είναι η χρόνια πολιτικοποίηση της διαδικασίας, που πλήττει τη θεσμική της αξιοπιστία. Οι πολιτικοί συσχετισμοί στη Βουλή συχνά καθορίζουν την τύχη μιας δίωξης, περισσότερο από τα ίδια τα αποδεικτικά στοιχεία.

  • Η αντιπολίτευση προωθεί συχνά υπερβολικές ή νομικά αβάσιμες κατηγορίες, οι οποίες λειτουργούν επικοινωνιακά, αλλά όχι δικανικά.
  • Η κυβερνητική πλειοψηφία, αντιστρόφως, δύναται να υποβαθμίσει τα κατηγορητήρια, προτείνοντας αδικήματα που είναι είτε εκτός υπουργικής αρμοδιότητας, είτε δεν πληρούν το υποκειμενικό στοιχείο το οποίο είναι δυσχερώς αποδείξιμο.

Αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι η κλονισμένη εμπιστοσύνη των πολιτών στη διαδικασία, καθώς δεν υπηρετεί την ουσιαστική απόδοση δικαιοσύνης, αλλά την επικοινωνιακή κυριαρχία στον δημόσιο διάλογο.

 

Ορθός Νομικός Χαρακτηρισμός: Πυλώνας Θεσμικής Ακεραιότητας

Η ακριβής νομική θεμελίωση των κατηγοριών αποτελεί προϋπόθεση για την εγκυρότητα της διαδικασίας. Κρίσιμες είναι δύο βασικές πτυχές:

  1. Το δικαστικό συμβούλιο, στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση, δεν έχει την αρμοδιότητα να διευρύνει ή να τροποποιήσει τις κατηγορίες. Δεν μπορεί να εξετάσει άλλα αδικήματα πέραν αυτών που προβλέφθηκαν από τη Βουλή.
  2. Μόνο η Βουλή έχει την εξουσία δίωξης· επομένως, η πλημμελής περιγραφή ή η επιλογή ακατάλληλων αδικημάτων, ακόμη κι αν υπάρχουν πραγματικά περιστατικά, οδηγεί σε αποτυχία της διαδικασίας.

Επιπλέον, το άρθρο 86 παρ. 3 του Συντάγματος προβλέπει πως η απόρριψη πρότασης δίωξης θεωρείται πως ήταν «προδήλως αβάσιμη», γεγονός που αποκλείει την επαναφορά της υπόθεσης, εκτός αν προκύψουν νέα αποδεικτικά στοιχεία ή περιστατικά.

 

Θεσμικές Δικλείδες Ασφαλείας: Από τη Θεωρία στην Πλήρη Αδρανοποίηση

Αν και η νομοθεσία προβλέπει ορισμένες ασφαλιστικές δικλείδες για την ενίσχυση της θεσμικής νομιμότητας, αυτές είτε δεν ενεργοποιούνται, είτε έχουν περιπέσει σε ουσιαστική αχρηστία:

  1. Νομική Γνωμοδότηση Εισαγγελικών Λειτουργών

Η δυνατότητα προσφυγής σε τριμελές συμβούλιο εισαγγελικών λειτουργών, ώστε να εκδώσει νομική έκθεση πριν από την απόφαση της Βουλής, παραμένει προαιρετική και δεν έχει ποτέ εφαρμοστεί. Η απουσία αυτής της κρίσιμης γνωμοδότησης καθιστά τη διαδικασία ευάλωτη σε πολιτικούς χειρισμούς.

Πρόταση: Καθιέρωση της υποχρεωτικής έκδοσης ανεξάρτητης νομικής γνωμοδότησης πριν από κάθε κοινοβουλευτική απόφαση δίωξης.

 

  1. Ουσιαστική Προκαταρκτική Εξέταση

Η προκαταρκτική εξέταση από την αρμόδια επιτροπή της Βουλής θα έπρεπε να λειτουργεί ως μηχανισμός εξακρίβωσης γεγονότων και στοιχείων, και όχι ως τυπικό στάδιο διεκπεραίωσης. Παρά τη δυνατότητα ανάθεσης ανακριτικών πράξεων σε εντεταλμένο εφέτη, η επιλογή αυτή παραμένει ανενεργή.

Πρόταση: Κατοχύρωση υποχρεωτικής διερεύνησης με δυνατότητα συνδρομής εφέτη, όπου απαιτείται τεχνογνωσία και αμεροληψία.

 

  1. Δυνατότητα Επανυποβολής με Νέα Στοιχεία

Σε περιπτώσεις όπου το δικαστικό συμβούλιο εντοπίζει συναφή αδικήματα τα οποία δεν περιλήφθηκαν στην αρχική δίωξη, έχει υποχρέωση να διαβιβάσει τα στοιχεία εκ νέου στη Βουλή. Αυτό ισχύει ακόμη και αν η Βουλή είχε απορρίψει σχετική πρόταση, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν νέα τεκμήρια.

Πρόταση: Νομοθετική αποσαφήνιση της έννοιας των «νέων στοιχείων», ώστε να αποφευχθεί η αυθαιρεσία και η πολιτική χειραγώγηση.

 

Συμπεράσματα: Προς μια Δικαιοκρατική Αναμόρφωση

Η διαδικασία δίωξης υπουργών στην Ελλάδα αποτυγχάνει να ισορροπήσει μεταξύ της θεσμικής λογοδοσίας και της πολιτικής ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Η πολιτική εκμετάλλευση, η έλλειψη ανεξάρτητων εγγυήσεων και η απουσία ουσιαστικών μηχανισμών ελέγχου υπονομεύουν τη νομιμότητα και την κοινωνική εμπιστοσύνη.

Η αναθεώρηση του άρθρου 86, η υποχρεωτική συμμετοχή εισαγγελικών λειτουργών και η ενίσχυση της προκαταρκτικής διαδικασίας με τεκμηριωμένα στάδια μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά σε ένα πιο διαφανές, και λειτουργικό σύστημα δικαιοσύνης απέναντι στα μέλη της κυβέρνησης.