Μετά τις στοχευμένες αεροπορικές επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών σε τρεις πυρηνικές εγκαταστάσεις στο έδαφος του, το Ιράν βρίσκεται ενώπιον μιας κομβικής στρατηγικής επιλογής. Η επίθεση αυτή, πέραν του άμεσου επιχειρησιακού της αντίκτυπου, επαναπροσδιορίζει το τοπίο της ασφάλειας στη Μέση Ανατολή και εντείνει την πίεση προς την Τεχεράνη να επιλέξει ανάμεσα σε αποκλιμάκωση, άμεση στρατιωτική απάντηση ή στρατηγική υπομονή.

Η παρούσα συγκυρία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο μετάβασης από την μονοπολική κυριαρχία των ΗΠΑ σε μια πολυπολική διεθνή τάξη, όπου νέοι δρώντες, όπως η Κίνα και η Ρωσία, αποκτούν αυξημένη επιρροή. Αυτή η δυναμική καθιστά τις αποφάσεις του Ιράν ακόμη πιο σύνθετες, αφού πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο οι διμερείς σχέσεις με την Ουάσινγκτον, αλλά και η διαμόρφωση ευρύτερων γεωπολιτικών συμμαχιών και στρατηγικών ισορροπιών.

Η επιλογή της αυτοσυγκράτησης: Διπλωματία έναντι εσωτερικής πίεσης

Η μη αντίδραση αποτελεί μία από τις θεωρητικά πιο ασφαλείς επιλογές, υπό την έννοια της αποτροπής περαιτέρω στρατιωτικής κλιμάκωσης. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να διατηρήσει ανοικτό το ενδεχόμενο επιστροφής σε διπλωματικές διαπραγματεύσεις — ενδεχομένως ακόμη και στην αναβίωση της συμφωνίας για τα πυρηνικά (JCPOA), σε νέα βάση.

Ωστόσο, από την οπτική της πολιτικής νομιμοποίησης του καθεστώτος, μια επιλογή αυτοσυγκράτησης φέρει σημαντικό κόστος. Η ρητορική περί «συντριπτικής απάντησης» που έχει υιοθετήσει η ιρανική ηγεσία δημιουργεί υψηλές προσδοκίες στο εσωτερικό, ιδιαίτερα μεταξύ των πιο ριζοσπαστικών τμημάτων της κοινωνίας και του στρατιωτικο-θρησκευτικού κατεστημένου. Η απουσία ανταπόδοσης ενδέχεται να εκληφθεί ως ένδειξη αδυναμίας ή υποχώρησης απέναντι στην αμερικανική πίεση.

Η επιλογή της άμεσης απάντησης: Επίδειξη ισχύος με στρατηγικό ρίσκο

Η στρατιωτική απάντηση αποτελεί τη δεύτερη, πιο επιθετική επιλογή. Το Ιράν διαθέτει αξιοσημείωτες δυνατότητες συμβατικής απειλής, μέσω του εκτεταμένου πυραυλικού του προγράμματος και των δυνατοτήτων ασύμμετρου πολέμου. Οι αμερικανικές βάσεις στον Περσικό Κόλπο και τη Συρία, όπως και τα πλοία του 5ου Στόλου, θεωρούνται εύλογοι στόχοι, στο πλαίσιο μιας απάντησης που θα έστελνε σαφές μήνυμα αποτροπής.

Η επιλογή αυτή ενέχει σοβαρούς κινδύνους καθώς άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ σε εκτεταμένο πόλεμο με το Ιράν δεν μπορεί να αποκλειστεί. Σε ένα διεθνές σύστημα που δεν χαρακτηρίζεται πλέον από την απόλυτη ηγεμονία της Ουάσινγκτον, αλλά από περιφερειακή ρευστότητα και αλληλοεξαρτήσεις, μια στρατιωτική αναμέτρηση θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις, μετατρέποντας μια διμερή κρίση σε γενικευμένη σύρραξη.

Η επιλογή της στρατηγικής υπομονής: Αναμονή και επιλεκτική αντίδραση

Η τρίτη επιλογή παραπέμπει σε ένα πρότυπο στρατηγικής αβεβαιότητας, που έχει αξιοποιηθεί επανειλημμένα από την Τεχεράνη στο παρελθόν. Αντί για άμεση ανταπόδοση, η ηγεσία του Ιράν θα μπορούσε να περιμένει την κατάλληλη στιγμή για ένα χειρουργικό, ίσως και έμμεσο χτύπημα. Τέτοιου είδους επιχειρήσεις μπορούν να λάβουν χώρα είτε μέσω πληρεξουσίων δυνάμεων (proxies),είτε μέσω κυβερνοεπιθέσεων, σε σημεία που θα προκαλέσουν πολιτικό κόστος στις ΗΠΑ χωρίς να προσφέρουν αφορμή για γενικευμένη αντεπίθεση.

Μια τέτοια προσέγγιση ευθυγραμμίζεται με τη θεωρία του δομημένου ρεαλισμού, κατά την οποία τα κράτη επιλέγουν κινήσεις περιορισμένου ρίσκου προκειμένου να επιβιώσουν και να διατηρήσουν την εσωτερική τους συνοχή, ιδίως σε ένα διεθνές σύστημα που τείνει προς την πολυπολικότητα.

Ο ρόλος του Ανώτατου Ηγέτη και οι επιπτώσεις στο διεθνές σύστημα

Η απόφαση για την πορεία που θα ακολουθήσει το Ιράν επαφίεται, εν τέλει, στον Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Η σιωπή του μετά τις αμερικανικές επιθέσεις δεν είναι απλώς μια πράξη αναμονής, αλλά μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής — ενδεχομένως προσπάθεια να σταθμιστούν οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις με τις διεθνείς προκλήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή της Τεχεράνης θα έχει ευρύτερες γεωπολιτικές συνέπειες, καθώς η Μέση Ανατολή συνεχίζει να αποτελεί πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ παλαιών και ανερχόμενων πόλων ισχύος. Η διαχείριση της παρούσας κρίσης αποτελεί ενδεικτική περίπτωση του τρόπου με τον οποίο τα κράτη επιλέγουν στρατηγικές επιρροής μέσα σε ένα πολυπολικό διεθνές περιβάλλον, όπου η ισχύς δεν είναι πλέον συγκεντρωμένη, αλλά διαμοιρασμένη μεταξύ πολλαπλών γεωστρατηγικών παικτών.

Καθώς η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια νέα περίοδο αβεβαιότητας, η στρατηγική απόφαση του Ιράν απέναντι στις αμερικανικές επιθέσεις ενδέχεται να επηρεάσει κρίσιμα όχι μόνο τη σταθερότητα της περιοχής, αλλά και τη συνολική δυναμική του διεθνούς συστήματος.