Συχνά στο νομικό ζήτημα της επήρειας των νησιών στις θαλάσσιες οριοθετήσεις δημιουργούνται δύο ερωτήματα. Το πρώτο είναι αν μια νησιωτική χερσαία επικράτεια αποτελεί πηγή θαλάσσιων δικαιωμάτων. Το δεύτερο είναι πώς τα δικαιώματα αυτά επηρεάζουν την τελική γραμμή όταν επικαλύπτονται με αντίστοιχες θαλάσσιες προβολές άλλου κράτους. Η διάκριση είναι θεμελιώδης, διότι διαφορετικά κάθε περιορισμός της επήρειας ενός νησιού σε συγκεκριμένη οριοθέτηση μπορεί εσφαλμένα να εκληφθεί ως αμφισβήτηση του ίδιου του νομικού του τίτλου. Το άρθρο 121 §2 της UNCLOS τοποθετεί το σημείο αφετηρίας με σαφήνεια: εκτός από την ειδική εξαίρεση της παραγράφου 3, η αιγιαλίτιδα ζώνη, η συνορεύουσα ζώνη, η ΑΟΖ και η υφαλοκρηπίδα ενός νησιού καθορίζονται σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες που εφαρμόζονται στην άλλη χερσαία επικράτεια. Η νησιωτική φύση της ξηράς δεν αποτελεί, συνεπώς, αυτοτελή λόγο αποστέρησης των αντίστοιχων θαλάσσιων ζωνών.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το άρθρο 121 καθορίζει και το αποτέλεσμα κάθε μελλοντικής οριοθέτησης. Η διάταξη προσδιορίζει την ικανότητα της χερσαίας επικράτειας να γεννά θαλάσσιο τίτλο. Όταν όμως οι προβολές δύο κρατών επικαλύπτονται, ενεργοποιείται διαφορετική νομική λειτουργία. Τα άρθρα 74 και 83 της UNCLOS απαιτούν η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας να οδηγεί, μέσω συμφωνίας βάσει του διεθνούς δικαίου, σε δίκαιη λύση. Η διεθνής νομολογία έχει σταδιακά μετατρέψει αυτή τη γενική επιταγή σε σχετικά συνεκτική μεθοδολογία: προσδιορισμός των σχετικών ακτών και της σχετικής θαλάσσιας περιοχής, κατασκευή προσωρινής γραμμής ίσης απόστασης όπου αυτό είναι κατάλληλο, εξέταση σχετικών περιστάσεων που μπορεί να δικαιολογούν προσαρμογή και τελικός έλεγχος ώστε το αποτέλεσμα να μην εμφανίζει αδικαιολόγητη δυσαναλογία. Η «επήρεια» ενός νησιού δεν αποτελεί επομένως εγγενές ποσοστό που το συνοδεύει παντού· είναι το αποτέλεσμα της θέσης του μέσα στη συγκεκριμένη γεωγραφική σχέση των δύο ακτών.
Αυτή η διάκριση επιτρέπει να κατανοηθεί γιατί η φράση «τα νησιά έχουν θαλάσσιες ζώνες όπως η άλλη χερσαία επικράτεια» είναι ορθή, ενώ η φράση «κάθε νησί πρέπει πάντοτε να λαμβάνει πλήρη γεωμετρική επήρεια» δεν αποτελεί κανόνα του διεθνούς δικαίου. Η πρώτη αναφέρεται στη γένεση του entitlement· η δεύτερη θα προκαθόριζε το αποτέλεσμα της delimitation. Αν το δίκαιο ταύτιζε τα δύο επίπεδα, η οριοθέτηση θα περιοριζόταν σε μια απολύτως μηχανική εφαρμογή της ίσης απόστασης, ανεξάρτητα από τη μορφολογία των ακτών, τη θέση μικρών απομονωμένων νησιών ή το ενδεχόμενο μια συγκεκριμένη γεωμετρία να αποκλείσει σε υπερβολικό βαθμό την προβολή της απέναντι ακτής. Η νομολογία έχει αρνηθεί ακριβώς μια τέτοια αυτόματη λύση.
Η υπόθεση Qatar v. Bahrain είναι εξαιρετικά διδακτική, επειδή απομονώνει καθαρά το πρόβλημα. Το Διεθνές Δικαστήριο αναγνώρισε το Qit’at Jaradah ως νησί και την κυριαρχία του Μπαχρέιν επ’ αυτού. Στη συνέχεια όμως, κατά τη χάραξη της θαλάσσιας οριοθέτησης, έκρινε ότι επρόκειτο για πολύ μικρό νησί του οποίου η κανονική χρησιμοποίηση στην εξίσωση της ίσης απόστασης θα παρήγε δυσανάλογη επίδραση. Το Δικαστήριο επικαλέστηκε μάλιστα την προηγούμενη πρακτική του περί εξουδετέρωσης της παραμορφωτικής επίδρασης μικρών νησιών και διαμόρφωσε τη γραμμή χωρίς να επιτρέψει στο Qit’at Jaradah να καθορίσει δυσανάλογα το αποτέλεσμα. Η κυριαρχία επί του νησιού και η νησιωτική του ιδιότητα δεν αναιρέθηκαν· εκείνο που διαφοροποιήθηκε ήταν η λειτουργία του ως γεωμετρικού παράγοντα οριοθέτησης.
Ακριβώς αυτή η νομολογιακή τεχνική δείχνει ότι η μειωμένη επήρεια δεν αποτελεί «μείωση του δικαιώματος» με την έννοια μιας κατώτερης νομικής υπόστασης του νησιού. Είναι μέθοδος αποτροπής ενός δυσανάλογου οριοθετικού αποτελέσματος. Το δικαστήριο δεν επαναταξινομεί κατ’ ανάγκην τον σχηματισμό ούτε του αφαιρεί όσα δικαιώματα μπορεί κανονικά να γεννά· εξετάζει αν η συγκεκριμένη χρήση του ως σημείου βάσης ή ως παράγοντα προσαρμογής θα επέτρεπε σε ένα περιορισμένο τμήμα ακτής να αποκτήσει υπερβολικά μεγάλη επίδραση στη διανομή μιας ευρύτερης θαλάσσιας περιοχής.
Παρόμοια λογική εμφανίστηκε νωρίτερα στην υπόθεση Libya/Malta. Το Δικαστήριο δεν χρησιμοποίησε τη μικρή νησίδα Filfla ως σημείο βάσης στην κατασκευή της σχετικής γραμμής, ακριβώς για να αποφευχθεί παραμορφωτική επίδραση στη γεωμετρία. Το ουσιώδες στοιχείο της υπόθεσης δεν είναι ότι η Filfla «δεν είχε δικαιώματα», αλλά ότι η συμμετοχή της στον μαθηματικό προσδιορισμό της γραμμής θα δημιουργούσε αποτέλεσμα που δεν αντιστοιχούσε στη συνολική παράκτια σχέση μεταξύ Μάλτας και Λιβύης. Η οριοθέτηση λειτουργεί έτσι ως δεύτερο επίπεδο νομικής κρίσης: αφού αναγνωρισθούν οι θαλάσσιες προβολές, πρέπει να εξετασθεί πώς μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς η γεωμετρία μιας περιορισμένης ακτογραμμής να κυριαρχήσει δυσανάλογα πάνω στη συνολική γεωγραφική εικόνα.
Η υπόθεση της Μαύρης Θάλασσας μεταξύ Ρουμανίας και Ουκρανίας προσφέρει μια ακόμη πιο σύνθετη εκδοχή. Η Νήσος των Όφεων βρισκόταν μπροστά από την ουκρανική ακτή και η θέση της μπορούσε, αν χρησιμοποιούνταν πλήρως για την κατασκευή της προσωρινής γραμμής, να μετατοπίσει αισθητά την οριοθέτηση. Το Δικαστήριο επέλεξε να μη χρησιμοποιήσει τη νήσο ως σημείο βάσης για την προσωρινή γραμμή, κρίνοντας ουσιαστικά ότι η ένταξή της στη συγκεκριμένη γεωμετρική κατασκευή θα παραμόρφωνε τη γενική διαμόρφωση της ουκρανικής ακτής. Παράλληλα, δεν χρειάστηκε να δώσει οριστική απάντηση στο αν ο σχηματισμός εμπίπτει στην παράγραφο 2 ή στην παράγραφο 3 του άρθρου 121, διότι στο συγκεκριμένο γεωγραφικό πλαίσιο οποιαδήποτε ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδα θα μπορούσε να παράγει η νήσος δεν επεκτεινόταν πέρα από εκείνη που ήδη παραγόταν από την ουκρανική ηπειρωτική ακτή. Η οριοθέτηση ακολούθησε το συμφωνημένο τόξο των 12 ν.μ. γύρω από τη Νήσο των Όφεων και στη συνέχεια τη γραμμή μεταξύ των σχετικών ακτών.
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη θεωρητική αξία επειδή αποσυνδέει ακόμη πιο καθαρά το status από το delimitation effect. Δεν απαιτήθηκε να κριθεί ότι η Νήσος των Όφεων στερείται κατ’ αρχήν ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδας για να περιοριστεί η επίδρασή της στη συγκεκριμένη χάραξη. Το Δικαστήριο μπορούσε να επιλύσει το πρόβλημα στο επίπεδο της οριοθέτησης, δηλαδή να ρωτήσει όχι «τι είναι γενικά αυτή η νήσος;» αλλά «ποια λειτουργία πρέπει να έχει μέσα στη συγκεκριμένη παράκτια γεωγραφία;». Αυτή ακριβώς η μεθοδολογική αυτονομία των δύο ερωτημάτων είναι συχνά εκείνη που χάνεται στον πολιτικό λόγο.
Η υπόθεση Nicaragua v. Colombia του 2012 δείχνει, από άλλη πλευρά, ότι ακόμη και νησιά των οποίων η δυνατότητα παραγωγής ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας αναγνωρίζεται κανονικά δεν εξασφαλίζουν ότι η τελική γραμμή θα παραμείνει η απλή μέση γραμμή μεταξύ αυτών και της απέναντι ηπειρωτικής ακτής. Το Δικαστήριο αντιμετώπισε τα San Andrés, Providencia και Santa Catalina ως νησιωτικές ακτές ικανές να παράγουν θαλάσσιες ζώνες. Εντούτοις, όταν εξέτασε την οριοθέτηση έναντι της Νικαράγουας, διαπίστωσε τεράστια διαφορά στο μήκος των σχετικών ακτών —περίπου 1 προς 8,2— και σημαντικό φαινόμενο αποκοπής της προβολής της νικαραγουανής ακτής. Για τον λόγο αυτό προσάρμοσε την προσωρινή μέση γραμμή προς ανατολάς, χρησιμοποιώντας διαφορετική στάθμιση των σημείων βάσης.
Η υπόθεση αυτή έχει μεγαλύτερη σημασία από μια απλή διαπίστωση ότι «τα νησιά έλαβαν μειωμένη επήρεια». Η ακριβέστερη ανάγνωση είναι ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε δύο πλήρως νόμιμες παράκτιες προβολές και στη συνέχεια έκρινε ότι η αρχική γεωμετρική ισορροπία μεταξύ τους δεν παρήγαγε δίκαιο αποτέλεσμα. Η προσαρμογή δεν βασίστηκε σε έναν γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο η ηπειρωτική ακτή είναι νομικά ανώτερη από τη νησιωτική, αλλά στη συγκεκριμένη συνδυασμένη επίδραση της μεγάλης ανισότητας των σχετικών ακτογραμμών και της ανάγκης να μην αποκοπεί υπέρμετρα η προβολή της Νικαράγουας. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ταυτόχρονα ότι ούτε η προσαρμογή μπορούσε να καταλήξει στην αντίστροφη υπερβολή, δηλαδή σε αδικαιολόγητη αποκοπή των κολομβιανών νησιών από τις δικές τους θαλάσσιες προβολές.
Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι η έννοια της επήρειας είναι σχεσιακή και όχι απολύτως συνδεδεμένη με το νησί καθαυτό. Το ίδιο νησί, εάν βρισκόταν σε διαφορετική γεωγραφική θέση, θα μπορούσε να έχει διαφορετική επίδραση στη χάραξη. Το μέγεθος, η απόσταση από την κύρια ακτή, η θέση του σε σχέση με την απέναντι ακτή, η κατεύθυνση των παράκτιων προσόψεων και η δυνατότητά του να προκαλέσει cut-off αποτελούν στοιχεία της συγκεκριμένης γεωγραφικής σχέσης και όχι αφηρημένα κριτήρια κατάταξης των νησιών. Γι’ αυτό δεν υπάρχει στο διεθνές δίκαιο πίνακας σύμφωνα με τον οποίο ένα νησί «δικαιούται 100%», «50%» ή «25%» επήρεια βάσει μεγέθους ή πληθυσμού. Η λεγόμενη πλήρης, μερική ή μηδενική επήρεια αποτελεί περιγραφή του τελικού αποτελέσματος μιας οριοθετικής μεθόδου, όχι προκαθορισμένο χαρακτηριστικό της χερσαίας επικράτειας.
Η παρατήρηση αυτή προστατεύει την ανάλυση και από το αντίστροφο σφάλμα. Η ύπαρξη αποφάσεων στις οποίες μικρά ή απομονωμένα νησιά δεν επηρέασαν πλήρως τη γραμμή δεν θεμελιώνει γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο οι νησιωτικές ακτές είναι δευτερεύουσες έναντι των ηπειρωτικών. Ένα νησί μπορεί να αποτελεί κεντρικό τμήμα της σχετικής ακτογραμμής, να εντάσσεται οργανικά στη γενική παράκτια διαμόρφωση και να μη δημιουργεί κανένα δυσανάλογο ή αποκοπτικό αποτέλεσμα. Σε τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί εκ των προτέρων μειωμένη επίδραση. Η νομολογία είναι βαθιά γεωγραφική ακριβώς επειδή αποφεύγει τέτοιους apriori κανόνες.
Εξίσου προβληματική είναι η προσπάθεια μεταφοράς μιας συγκεκριμένης απόφασης αυτούσια σε διαφορετική θαλάσσια περιοχή. Η Νήσος των Όφεων, το Qit’at Jaradah, η Filfla και το αρχιπέλαγος του San Andrés δεν αποτελούν ανταλλάξιμα «precedents» με την έννοια ότι η μεταχείριση του ενός καθορίζει μηχανικά τη μεταχείριση οποιουδήποτε άλλου νησιού. Κάθε υπόθεση εντάσσεται σε διαφορετική σχέση ακτών, διαφορετική θέση του νησιωτικού σχηματισμού και διαφορετικό σύνολο επικαλυπτόμενων προβολών. Εκείνο που μπορεί να εξαχθεί με μεγαλύτερη ασφάλεια από τη νομολογία δεν είναι ένας προκατασκευασμένος χάρτης αλλά μία μεθοδολογική αρχή: τα δικαστήρια προστατεύουν την ύπαρξη των νόμιμων θαλάσσιων τίτλων, αλλά δεν θεωρούν ότι κάθε γεωγραφικό χαρακτηριστικό πρέπει να αποκτά ανεξέλεγκτη μαθηματική επίδραση στην τελική οριοθέτηση.
Η αρχή αυτή εξηγεί επίσης γιατί η αναλογικότητα δεν λειτουργεί ως αυτόνομος μηχανισμός κατανομής της θάλασσας ανάλογα με τα χιλιόμετρα ακτογραμμής. Η διεθνής νομολογία δεν διαιρεί μηχανικά τη θαλάσσια έκταση στην ίδια αναλογία με τα μήκη των ακτών. Η μεγάλη δυσαναλογία μπορεί να λειτουργήσει ως σχετική περίσταση ή, στο τελικό στάδιο, ως έλεγχος του κατά πόσον η γραμμή παράγει εμφανώς δυσανάλογο αποτέλεσμα. Στην υπόθεση Nicaragua v. Colombia, η αναλογία 1:8,2 ήταν τόσο έντονη ώστε απέκτησε πραγματική οριοθετική σημασία, αλλά το Δικαστήριο δεν μετέτρεψε τη θάλασσα σε αριθμητική αναλογία 1 προς 8,2. Η αναλογικότητα λειτουργεί διορθωτικά, όχι ως ανεξάρτητος τίτλος.
Η ίδια λογική έχει ιδιαίτερη σημασία όταν η συζήτηση μεταφέρεται στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο. Από το άρθρο 121 μπορεί να συναχθεί ότι ένα νησί που πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 δεν στερείται ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδας επειδή είναι νησί. Δεν μπορεί όμως μόνο από αυτό να συναχθεί η ακριβής θέση της μελλοντικής οριοθετικής γραμμής απέναντι σε άλλη σχετική ακτή. Για την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα χρειάζονται η ακριβής γεωγραφία, η διαμόρφωση των ακτών, τα σημεία βάσης, οι επικαλυπτόμενες προβολές και η εφαρμογή της νομολογιακής μεθοδολογίας στο συγκεκριμένο χώρο. Αντίστοιχα, το γεγονός ότι σε άλλες υποθέσεις νησιά δεν έλαβαν πλήρη επήρεια δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι οποιοδήποτε συγκεκριμένο νησί πρέπει να αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο.
Η θεωρητική συνοχή του συστήματος βρίσκεται επομένως στην αυτονομία αλλά και στη διαδοχή των δύο σταδίων. Η αρχή του νησιωτικού τίτλου προστατεύει την ισότητα των χερσαίων πηγών θαλάσσιων δικαιωμάτων απέναντι σε μια γενική προκατάληψη υπέρ της ηπειρωτικής ξηράς. Η αρχή της δίκαιης οριοθέτησης προστατεύει, από την άλλη, το συνολικό γεωγραφικό αποτέλεσμα από μια μηχανική εφαρμογή της γεωμετρίας που θα μπορούσε να επιτρέψει σε ένα περιορισμένο χαρακτηριστικό να ανατρέψει δυσανάλογα την παράκτια σχέση των δύο κρατών. Τα δύο δεν βρίσκονται σε αντίφαση, επειδή επιτελούν διαφορετικές λειτουργίες.
Το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει στα νησιά που εμπίπτουν στο άρθρο 121 §2 την κανονική ικανότητα παραγωγής θαλάσσιων ζωνών, αλλά δεν μετατρέπει αυτή την ικανότητα σε εγγύηση συγκεκριμένου μαθηματικού αποτελέσματος όταν οι ζώνες αυτές πρέπει να οριοθετηθούν έναντι άλλου νόμιμου τίτλου. Η τελική γραμμή προκύπτει από τη συνάντηση του τίτλου με τη γεωγραφία. Και αυτή ακριβώς η διάκριση επιτρέπει στη σύγχρονη νομολογία να διατηρεί ταυτόχρονα τη νομική ισότητα της νησιωτικής επικράτειας και την απαίτηση μιας οριοθέτησης που δεν παράγει σοβαρά παραμορφωτικά αποτελέσματα.
Πρόσφατα σχόλια