Η δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ δεν συνιστά απλή επανάληψη της πολιτικής που εγκαινιάστηκε μεταξύ 2017 και 2021. Η συνέχεια είναι αναμφισβήτητη ως προς ορισμένες βασικές παραδοχές: η προηγούμενη πολιτική οικονομικής ενσωμάτωσης της Κίνας θεωρείται ανεπαρκής, η εμπορική αμοιβαιότητα ανάγεται σε κεντρική αρχή, οι δασμοί αντιμετωπίζονται ως θεμιτό εργαλείο άσκησης πίεσης και η κινεζική βιομηχανική και τεχνολογική άνοδος συνδέεται στενά με ζητήματα αμερικανικής εθνικής ισχύος. Ωστόσο, το θεσμικό και διεθνές περιβάλλον μέσα στο οποίο εφαρμόζονται αυτές οι ιδέες έχει αλλάξει σημαντικά. Το Trump 2.0 εμφανίζεται έτσι όχι ως επιστροφή στο 2018, αλλά ως δεύτερη, περισσότερο συστηματοποιημένη φάση μιας μεταβολής στην αμερικανική πολιτική απέναντι στην Κίνα.
Κατά την πρώτη θητεία, η ρήξη με το προηγούμενο υπόδειγμα υπήρξε το καθοριστικό γεγονός. Η έρευνα του Section 301 το 2017, οι δασμοί που ακολούθησαν το 2018 και το 2019 και η τελική συμφωνία Phase One τον Ιανουάριο του 2020 σηματοδότησαν τη μετάβαση από τη λογική της σταδιακής ενσωμάτωσης σε μια σχέση οικονομικού καταναγκασμού και διαπραγματευτικής αμοιβαιότητας. Η στρατηγική του 2020 απέναντι στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας γενίκευσε αυτή την αλλαγή: το Πεκίνο δεν παρουσιαζόταν πλέον πρωτίστως ως ένας δύσκολος οικονομικός εταίρος που έπρεπε να ενσωματωθεί αποτελεσματικότερα στους υφιστάμενους κανόνες, αλλά ως κρατικός ανταγωνιστής του οποίου η οικονομική, τεχνολογική και πολιτική ισχύς απαιτούσε ευρύτερη αμερικανική απάντηση.
Η ιστορική σημασία της πρώτης θητείας έγκειται επομένως περισσότερο στην αλλαγή παραδείγματος παρά στην ολοκλήρωση μιας νέας στρατηγικής αρχιτεκτονικής. Η εμπορική αντιπαράθεση αποτέλεσε τότε τον κυριότερο μηχανισμό μέσα από τον οποίο εκφράστηκε η μεταβολή. Στη δεύτερη θητεία, αντιθέτως, το πεδίο έχει διευρυνθεί. Η οικονομική ασφάλεια περιλαμβάνει πλέον πολύ συστηματικότερα την εισερχόμενη και εξερχόμενη επένδυση, τους ημιαγωγούς, την τεχνητή νοημοσύνη, τα κβαντικά συστήματα, τις κρίσιμες πρώτες ύλες, τις υποδομές, τα δεδομένα και άλλες τεχνολογίες διπλής χρήσης. Η επενδυτική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ το 2025, για παράδειγμα, συνέδεσε ρητά τους ελέγχους κινεζικών επενδύσεων μέσω CFIUS και τους περιορισμούς αμερικανικών επενδύσεων σε ευαίσθητους κινεζικούς κλάδους με την αντιμετώπιση της κινεζικής στρατηγικής military-civil fusion. Η στρατηγική επιστήμης και τεχνολογίας του 2026 ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την αντίληψη ότι οι ροές κεφαλαίου, τεχνολογίας και τεχνογνωσίας αποτελούν οργανικό μέρος της στρατηγικής αντιπαράθεσης.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται μια πρώτη ποιοτική διαφορά. Το Trump 1.0 είχε ως εμβληματικό μέσο τον δασμό· το Trump 2.0 χρησιμοποιεί ένα πολύ ευρύτερο γεωοικονομικό οπλοστάσιο. Οι δασμοί παραμένουν σημαντικοί, αλλά εντάσσονται πλέον σε ένα σύστημα στο οποίο η οικονομική σχέση τεμαχίζεται ανάλογα με τη στρατηγική ευαισθησία κάθε τομέα. Δεν υφίσταται μία ενιαία πολιτική «αποσύνδεσης». Υπάρχει αντιθέτως κλιμάκωση περιορισμών στους κλάδους που θεωρούνται κρίσιμοι και προσπάθεια διατήρησης ή ακόμη και διεύρυνσης της εμπορικής συναλλαγής σε άλλους, λιγότερο ευαίσθητους τομείς. Η δημιουργία του U.S.–China Board of Trade το 2026 είναι χαρακτηριστική ακριβώς αυτής της λογικής: η USTR το παρουσίασε ως μόνιμο μηχανισμό για τη διαχείριση του εμπορίου μη ευαίσθητων αγαθών και τη διερεύνηση αμοιβαίων δασμολογικών προσαρμογών.
Η δεύτερη μεγάλη διαφορά αφορά τον χαρακτήρα της διαπραγμάτευσης. Στην πρώτη θητεία, η Phase One έμοιαζε περισσότερο με μερική ανακωχή μέσα σε έναν νεοσύστατο εμπορικό πόλεμο. Στη δεύτερη, οι διαπραγματεύσεις εμφανίζονται σταδιακά ως στοιχείο μιας περισσότερο μόνιμης αρχιτεκτονικής διαχείρισης του ανταγωνισμού. Η κλιμάκωση των δασμών το 2025 υπήρξε πολύ ταχύτερη και εντονότερη από εκείνη της πρώτης θητείας, φτάνοντας προσωρινά σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, πριν ακολουθήσουν σημαντικές αμοιβαίες μειώσεις και νέες συμφωνίες. Η εμπειρία αυτή ενίσχυσε ένα σχήμα στο οποίο η έντονη πίεση μπορεί να ακολουθείται από γρήγορη αποκλιμάκωση όταν διαμορφώνεται διαπραγματευτικό έδαφος. Πρόκειται για διαφορετική πολιτική από τη σταθερή, γραμμική αύξηση της οικονομικής αντιπαράθεσης.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι η δεύτερη θητεία συνδυάζει ανταγωνιστικές πολιτικές με σαφέστερη αναζήτηση στρατηγικής σταθεροποίησης στο ανώτατο επίπεδο. Ο Τραμπ επισκέφθηκε την Κίνα τον Μάιο του 2026 και ο Σι Τζινπίνγκ πραγματοποίησε κρατική επίσκεψη στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Σεπτέμβριο. Οι δύο πλευρές υιοθέτησαν τη διατύπωση περί «εποικοδομητικής σχέσης στρατηγικής σταθερότητας», παρότι οι αμερικανικές πολιτικές περιορισμού σε κρίσιμες τεχνολογίες και επενδύσεις παρέμειναν ενεργές. Η παράλληλη ύπαρξη περιορισμών και θεσμών συνεργασίας υποδηλώνει ότι η δεύτερη θητεία δεν κινείται αποκλειστικά προς βαθύτερη αποσύνδεση. Φαίνεται να αναζητεί έναν διαχωρισμό ανάμεσα στην ανταγωνιστική ασφάλεια και στη διαχειρίσιμη οικονομική συνύπαρξη.
Υπάρχει, πάντως, και μια βαθύτερη συνέχεια μεταξύ των δύο θητειών που δεν αφορά συγκεκριμένα εργαλεία αλλά την αντίληψη περί διεθνούς πολιτικής. Και στις δύο περιόδους, η αποτελεσματική διπλωματία νοείται σε μεγάλο βαθμό ως διαδικασία παραγωγής μοχλών πίεσης πριν από τη διαπραγμάτευση. Οι δασμοί, οι επενδυτικοί περιορισμοί ή η πρόσβαση στην αμερικανική αγορά δεν αποτελούν μόνο μέτρα οικονομικής πολιτικής, αλλά στοιχεία διαπραγματευτικής ισχύος. Η διεθνής σχέση μετατρέπεται έτσι σε σειρά διαδοχικών bargains, στα οποία η απειλή περιορισμού της πρόσβασης σε αμερικανική αγορά, κεφάλαιο ή τεχνολογία χρησιμοποιείται για τη μεταβολή της συμπεριφοράς του αντισυμβαλλομένου.
Η δεύτερη θητεία συνεχίζει τη μετατόπιση που άρχισε το 2017: αμφισβήτηση της προηγούμενης λογικής engagement, έμφαση στην αμοιβαιότητα, χρήση οικονομικής πίεσης και αντιμετώπιση της παραγωγικής ισχύος ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Είναι όμως ποιοτικά διαφορετικό επειδή η αντίληψη αυτή έχει εισχωρήσει σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό θεσμών και πολιτικών πεδίων. Επενδύσεις, χρηματοδότηση, τεχνολογικές ροές, πρώτες ύλες και αλυσίδες αξίας έχουν αποκτήσει στρατηγική διάσταση που δεν είχε ακόμη την ίδια θεσμική πυκνότητα στην πρώτη θητεία.
Το αποτέλεσμα δεν είναι μια απλή «σκληρότερη» πολιτική έναντι της Κίνας. Είναι μια περισσότερο σύνθετη στρατηγική διαφοροποίησης της αλληλεξάρτησης. Σε ορισμένους τομείς επιδιώκεται περιορισμός, σε άλλους διαχείριση και σε άλλους νέα συναλλαγή. Από αυτή την άποψη, η πραγματική διαφορά του βρίσκεται στη μετάβαση από τον εμπορικό πόλεμο ως έκτακτη σύγκρουση σε μια προσπάθεια οικοδόμησης μόνιμων κανόνων ανταγωνιστικής οικονομικής συνύπαρξης.
Πρόσφατα σχόλια