Η εποχή Σι χαρακτηρίζεται πράγματι από σημαντική ενίσχυση της θέσης του ανώτατου ηγέτη, από την καθιέρωσή του ως «πυρήνα» της Κεντρικής Επιτροπής έως τη συνταγματική και κομματική κατοχύρωση της πολιτικής του σκέψης. Παράλληλα, όμως, η συγκέντρωση αυτή πραγματοποιείται μέσω μιας εκτεταμένης ανακατασκευής του κομματικού κράτους. Η προσωποποίηση και η θεσμική αναδιοργάνωση δεν αποτελούν δύο ανταγωνιστικές ερμηνείες της ίδιας περιόδου· σε μεγάλο βαθμό λειτουργούν συμπληρωματικά.

Η προσωπική διάσταση της εξουσίας είναι εμφανής. Ο Σι κατέχει ταυτόχρονα τις κρίσιμες θέσεις του γενικού γραμματέα του ΚΚΚ, του προέδρου της Λαϊκής Δημοκρατίας και του προέδρου της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής, ενώ το πολιτικό του κύρος έχει ενισχυθεί μέσω της επίσημης έννοιας του «πυρήνα» της κομματικής ηγεσίας και της ενσωμάτωσης της «Σκέψης Σι Τζινπίνγκ για τον σοσιαλισμό με κινεζικά χαρακτηριστικά για μια νέα εποχή» στο κομματικό και κρατικό κανονιστικό πλαίσιο. Η σχετική έρευνα καταγράφει ότι ο Σι απέκτησε ισχυρότερο προσωπικό έλεγχο σε σχέση με τους άμεσους προκατόχους του, μεταξύ άλλων μέσω της αναδιάρθρωσης του στρατού, της πειθαρχικής εκστρατείας και της ανάληψης κεντρικού ρόλου σε επιτροπές που καλύπτουν ευρύ φάσμα δημόσιων πολιτικών. Cambridge

Ωστόσο, η προσωπική συγκέντρωση δεν πραγματοποιήθηκε κυρίως με παράκαμψη των κομματικών θεσμών. Πολύ συχνά πραγματοποιήθηκε μέσω της ενίσχυσής τους. Αυτό αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο στοιχείο της κινεζικής περίπτωσης. Σε ένα κλασικό προσωποπαγές καθεστώς, ο ηγέτης μπορεί να αποδυναμώνει θεσμούς προκειμένου να κυβερνά μέσω προσωπικών δικτύων. Στην Κίνα του Σι παρατηρείται διαφορετικό φαινόμενο: η ηγετική προσωπική ισχύς συμβαδίζει με την ενίσχυση της οργανωτικής δυνατότητας του ΚΚΚ να εποπτεύει την κρατική διοίκηση, την οικονομία, την κοινωνία και τις τοπικές αρχές. Η προσωποποίηση, επομένως, είναι σε σημαντικό βαθμό θεσμοποιημένη μέσα στη λενινιστική οργανωτική δομή του Κόμματος.

Η μετατροπή σειράς προηγούμενων «leading small groups» σε ισχυρότερες κεντρικές επιτροπές αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Κεντρική Επιτροπή για τη Συνολική Εμβάθυνση των Μεταρρυθμίσεων, οι δομές για την εθνική ασφάλεια και αργότερα οι νέοι κομματικοί μηχανισμοί για τη χρηματοπιστωτική εποπτεία και την επιστήμη και τεχνολογία μεταφέρουν κρίσιμες λειτουργίες στρατηγικού σχεδιασμού πλησιέστερα στην κομματική κορυφή. Στο σχέδιο αναδιοργάνωσης του 2023, η ίδια η επίσημη αιτιολόγηση συνέδεσε τις μεταρρυθμίσεις με την ενίσχυση της «κεντρικής και ενοποιημένης ηγεσίας» του ΚΚΚ στους κρίσιμους τομείς. Η εξέλιξη αυτή μειώνει τη δυνατότητα υπουργείων ή άλλων διοικητικών οργανισμών να διαμορφώνουν αυτοτελείς πολιτικές γραμμές και ενισχύει την ικανότητα του κέντρου να επιβάλλει οριζόντιο συντονισμό.

Η συγκεκριμένη αρχιτεκτονική μεταβάλλει και την παλαιότερη διάκριση κόμματος και κράτους. Κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, η κινεζική μεταρρυθμιστική πορεία είχε επιδιώξει, έστω χωρίς να αποδεσμεύσει ποτέ το κράτος από την πολιτική κυριαρχία του ΚΚΚ, έναν ορισμένο λειτουργικό καταμερισμό μεταξύ κομματικής καθοδήγησης και κρατικής διοίκησης. Στην περίοδο Σι η κατεύθυνση είναι διαφορετική. Η ηγεσία του Κόμματος γίνεται περισσότερο άμεση, ρητή και οργανωτικά ενσωματωμένη στις κρατικές λειτουργίες. Μελέτες για τη μεταρρύθμιση του συστήματος εποπτείας επισημαίνουν ότι η δημιουργία της Εθνικής Επιτροπής Εποπτείας και η σύνδεσή της με την κομματική πειθαρχική δομή αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα της στενότερης διαπλοκής κομματικών και κρατικών λειτουργιών.

Η ίδια τάση εμφανίζεται στην οικονομία. Η ενίσχυση των κομματικών επιτροπών στις κρατικές επιχειρήσεις και η διεύρυνση της κομματικής παρουσίας στον ιδιωτικό τομέα δεν μπορούν να εξηγηθούν αποκλειστικά ως προσωπικές παρεμβάσεις του Σι. Αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης αντίληψης σύμφωνα με την οποία το Κόμμα πρέπει να διαθέτει οργανωτική ικανότητα να κατευθύνει την οικονομική ανάπτυξη και να εξασφαλίζει ότι οι επιχειρηματικοί φορείς δεν εξελίσσονται σε ανεξάρτητα κέντρα κοινωνικής και πολιτικής ισχύος. Η έρευνα για τις κρατικές επιχειρήσεις έχει καταγράψει ακριβώς αυτή την ενίσχυση των κομματικών οργανώσεων ως συστατικό της οικονομικής διακυβέρνησης της εποχής Σι.

Η προσωποποίηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν εξετάζεται μέσα από την πολιτική στελέχωσης. Η υποχώρηση της παλαιότερης εξισορρόπησης μεταξύ διαφορετικών εσωκομματικών δικτύων και η ισχυρότερη παρουσία στελεχών που έχουν εργαστεί με τον Σι ή θεωρούνται πολιτικά αξιόπιστα απέναντί του έχουν ενισχύσει την εικόνα μιας περισσότερο ενοποιημένης ηγετικής ομάδας. Η ακαδημαϊκή έρευνα έχει καταγράψει σημαντική υποχώρηση της προηγούμενης φατριακής ισορροπίας και μεγαλύτερη συγκέντρωση πολιτικού κεφαλαίου γύρω από τον σημερινό ηγετικό πυρήνα.

Από την άλλη πλευρά, η έννοια της προσωποποίησης δεν πρέπει να οδηγεί στη λανθασμένη εικόνα ότι ολόκληρη η κινεζική πολιτική διαδικασία έχει αντικατασταθεί από προσωπικές εντολές. Η Κίνα διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες γραφειοκρατικές μηχανές στον κόσμο, ένα εκτεταμένο σύστημα κομματικών οργανώσεων, ισχυρές επαρχιακές δομές και μεγάλο αριθμό εξειδικευμένων θεσμών. Η κεντρική ηγεσία δεν μπορεί να διαχειρίζεται άμεσα το σύνολο των επιμέρους αποφάσεων. Αυτό που αλλάζει είναι οι παράμετροι μέσα στις οποίες λειτουργεί η διοικητική αποκέντρωση: το κέντρο καθορίζει περισσότερο αυστηρά τις στρατηγικές προτεραιότητες, τηρεί ισχυρότερη πειθαρχική εποπτεία και διαθέτει περισσότερους μηχανισμούς για να περιορίζει αποκλίσεις κατά την εφαρμογή.

Ακριβώς εδώ ανακύπτει και το βασικό διοικητικό δίλημμα. Η ισχυρότερη συγκέντρωση μπορεί να επιλύσει προβλήματα κατακερματισμού, τοπικού προστατευτισμού και αδυναμίας εφαρμογής κεντρικών αποφάσεων, τα οποία απασχολούσαν επί δεκαετίες το κινεζικό σύστημα. Ταυτόχρονα, όταν η πολιτική λογοδοσία προς την κορυφή γίνεται ισχυρότερη, τα χαμηλότερα στελέχη μπορεί να αποκτούν μεγαλύτερα κίνητρα για συμμόρφωση και μικρότερα για διοικητικό πειραματισμό ή ανάληψη πολιτικού κινδύνου. Η αποτελεσματική συγκέντρωση και η ροή αξιόπιστης πληροφορίας προς το κέντρο δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην· αυτό αποτελεί γενικότερο πρόβλημα των έντονα ιεραρχικών πολιτικών συστημάτων.

Η πλέον ακριβής ερμηνεία της εποχής Σι, συνεπώς, βρίσκεται στη συνύπαρξη δύο διαδικασιών. Η μία αφορά την αναμφισβήτητη ενίσχυση της προσωπικής αυθεντίας του ηγέτη, την αποδυνάμωση ορισμένων άτυπων περιορισμών και την ισχυρότερη πολιτική ενοποίηση της ανώτατης ηγεσίας. Η άλλη αφορά την οργανωτική ανασυγκρότηση του ΚΚΚ ως κεντρικού μηχανισμού διακυβέρνησης. Η δεύτερη διαδικασία είναι καθοριστική, διότι καθιστά την πρώτη περισσότερο ανθεκτική από μια απλή προσωποκεντρική κυριαρχία: η πολιτική εξουσία εγγράφεται μέσα σε επιτροπές, διαδικασίες στελέχωσης, μηχανισμούς εποπτείας, κομματικούς κανονισμούς και διοικητικές δομές.

Γι’ αυτό η βασική μεταβολή της εποχής Σι δεν περιγράφεται πλήρως ούτε με την έννοια της «δικτατορίας ενός προσώπου» ούτε με μια ουδέτερη περιγραφή διοικητικού συγκεντρωτισμού. Πρόκειται για αναδιάταξη ενός λενινιστικού κομματικού κράτους στην οποία το ισχυρότερο προσωπικό κέντρο και το ισχυρότερο οργανωμένο Κόμμα ενισχύονται αμοιβαία. Η πραγματική ιδιομορφία βρίσκεται ακριβώς εκεί: η προσωποποίηση δεν αναπτύσσεται έξω από τους θεσμούς του συστήματος αλλά, σε σημαντικό βαθμό, μέσω της ανακατασκευής τους.