Για μεγάλο μέρος των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, η συνεχής βελτίωση των υλικών συνθηκών ζωής, η άνοδος των εισοδημάτων, η δημιουργία νέων επαγγελματικών ευκαιριών, η αστικοποίηση και η προσδοκία ότι η επόμενη γενιά θα ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη αποτέλεσαν θεμελιώδεις παραμέτρους της σχέσης ανάμεσα στο κινεζικό κράτος και στην κοινωνία. Η οικονομική μεγέθυνση δεν ήταν απλώς ένας μακροοικονομικός δείκτης· διαμόρφωνε μια ευρύτερη κοινωνική εμπειρία προόδου, μέσα στην οποία μπορούσαν να απορροφηθούν μεγάλες ανισότητες, υψηλό κόστος προσαρμογής και σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ περιφερειών και κοινωνικών ομάδων.
Το μοντέλο αυτό δεν έχει καταρρεύσει, αλλά έχει εισέλθει σε διαφορετική ιστορική φάση. Η κινεζική οικονομία παραμένει μεγάλη και δυναμική, όμως οι ρυθμοί μεγέθυνσης έχουν μετακινηθεί σαφώς μακριά από το διψήφιο επίπεδο που χαρακτήριζε προηγούμενες περιόδους. Για το 2026 η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει ανάπτυξη 4,4%, ενώ το ΔΝΤ περίπου 4,5%, με αμφότερους τους οργανισμούς να επισημαίνουν την ασθενέστερη εσωτερική ζήτηση, τη συνεχιζόμενη προσαρμογή του τομέα ακινήτων, το υψηλό χρέος και τις δημογραφικές και παραγωγικές πιέσεις ως μεσοπρόθεσμες προκλήσεις. Η αλλαγή αυτή έχει βαθύτερες πολιτικές συνέπειες από μια απλή επιβράδυνση του ΑΕΠ, επειδή καθιστά δυσκολότερο να διατηρηθεί η παλαιότερη κοινωνική υπόσχεση σύμφωνα με την οποία η συνεχής οικονομική επέκταση θα βελτίωνε σχεδόν αυτόματα τις προοπτικές ευρύτατων τμημάτων της κοινωνίας.
Το κοινωνικό συμβόλαιο στηρίχθηκε σε σημαντικό βαθμό στην προσδοκία κοινωνικής κινητικότητας. Η μετακίνηση εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων προς τις πόλεις, η επέκταση της ανώτατης εκπαίδευσης, η άνοδος του ιδιωτικού τομέα και η εκρηκτική ανάπτυξη της αγοράς κατοικίας δημιούργησαν πολλαπλές διαδρομές οικονομικής και κοινωνικής ανόδου. Η σημασία αυτής της εμπειρίας δεν ήταν μόνο εισοδηματική. Ένας πολίτης μπορούσε να αντιλαμβάνεται το υπάρχον σύστημα ως λειτουργικό ακόμη και όταν αντιμετώπιζε ανισότητες ή αβεβαιότητα, εφόσον θεωρούσε ότι η δική του οικονομική θέση ή εκείνη των παιδιών του βελτιωνόταν. Η διατηρήσιμη προσδοκία ανόδου είχε επομένως πολιτική αξία πολύ μεγαλύτερη από έναν συγκεκριμένο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης.
Η σημερινή μετάβαση δυσκολεύει αυτή τη σχέση επειδή ορισμένοι από τους παραδοσιακούς μηχανισμούς κοινωνικής κινητικότητας εμφανίζουν μικρότερη δυναμική. Ο τομέας των ακινήτων, που επί χρόνια λειτουργούσε ταυτόχρονα ως μηχανισμός επένδυσης, τοπικής χρηματοδότησης και συσσώρευσης οικογενειακού πλούτου, εξακολουθεί να προσαρμόζεται σε χαμηλότερη ζήτηση. Η Παγκόσμια Τράπεζα συνδέει ρητά αυτή την προσαρμογή με την επιφυλακτικότητα των νοικοκυριών και την ασθενέστερη κατανάλωση, ενώ το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η παρατεταμένη αδυναμία του real estate, το χρέος των τοπικών κυβερνήσεων και η περιορισμένη καταναλωτική εμπιστοσύνη τροφοδοτούν ευρύτερες αποπληθωριστικές πιέσεις. Όταν η κατοικία παύει να θεωρείται σχεδόν αυτονόητος μηχανισμός αύξησης της οικογενειακής περιουσίας, μεταβάλλεται όχι μόνο ένας χρηματοπιστωτικός ισολογισμός αλλά και ένα κομμάτι της κοινωνικής προσδοκίας που είχε οικοδομηθεί κατά την προηγούμενη φάση ανάπτυξης.
Ανάλογη σημασία έχει η αγορά εργασίας. Η ποσοτική δημιουργία θέσεων δεν αρκεί πλέον από μόνη της ως δείκτης επιτυχίας. Η αύξηση του μορφωτικού επιπέδου έχει δημιουργήσει πολύ υψηλότερες προσδοκίες για την ποιότητα, τις αποδοχές και την κοινωνική θέση της απασχόλησης. Η κυβέρνηση έχει ενσωματώσει το ζήτημα αυτό ρητά στον σχεδιασμό της περιόδου 2026–2030, θέτοντας ως στόχο όχι μόνο τη σταθερότητα της απασχόλησης αλλά την «υψηλής ποιότητας και επαρκή απασχόληση», ενώ προβλέπει εκτεταμένα προγράμματα επανεκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης. Το νέο πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς να απορροφάται το εργατικό δυναμικό, αλλά να διατηρείται πειστική η σύνδεση μεταξύ εκπαίδευσης, εργασίας, εισοδήματος και κοινωνικής προόδου.
Η ίδια μεταβολή εξηγεί γιατί η κοινωνική προστασία αποκτά πλέον στρατηγική σημασία για το αναπτυξιακό υπόδειγμα. Στην περίοδο της εξαιρετικά ταχείας μεγέθυνσης, τα νοικοκυριά μπορούσαν να αντιμετωπίζουν την περιορισμένη κάλυψη ορισμένων κοινωνικών κινδύνων μέσα από την αύξηση του εισοδήματος, την οικογενειακή αποταμίευση και την ανατίμηση περιουσιακών στοιχείων. Σε μια οικονομία χαμηλότερης ανάπτυξης, γηράσκοντος πληθυσμού και ασθενέστερης αγοράς κατοικίας, αυτή η ισορροπία γίνεται λιγότερο βιώσιμη. Η ανεπαρκής κοινωνική προστασία δημιουργεί κίνητρο για υψηλή προληπτική αποταμίευση, περιορίζει την ιδιωτική κατανάλωση και ενισχύει την ανασφάλεια των νοικοκυριών. Γι’ αυτό τόσο η Παγκόσμια Τράπεζα όσο και το ΔΝΤ συνδέουν σήμερα άμεσα την ενίσχυση των συντάξεων, της υγειονομικής προστασίας και των κοινωνικών δικτύων ασφαλείας με την αναγκαία μετάβαση της Κίνας προς περισσότερο καταναλωτικά προσανατολισμένη ανάπτυξη.
Η σχέση κοινωνικού κράτους και μακροοικονομικής στρατηγικής είναι εδώ καθοριστική. Η ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας δεν αποτελεί απλώς αναδιανεμητική πολιτική μετά την παραγωγή του πλούτου· μπορεί να αποτελέσει μηχανισμό αλλαγής του ίδιου του μοντέλου ανάπτυξης. Όσο μεγαλύτερη είναι η ασφάλεια που αισθάνονται τα νοικοκυριά απέναντι στην ασθένεια, στα γηρατειά, στην ανεργία ή στο κόστος εκπαίδευσης, τόσο μικρότερη είναι η ανάγκη διατήρησης εξαιρετικά υψηλών αποταμιεύσεων και τόσο μεγαλύτερη η δυνατότητα ενίσχυσης της κατανάλωσης. Το ΔΝΤ έχει γι’ αυτό προτείνει μετατόπιση δημόσιων δαπανών από λιγότερο παραγωγικές επενδύσεις προς τις συντάξεις της υπαίθρου, την υγεία και άλλα προγράμματα κοινωνικής ασφάλειας. Η αλλαγή αυτή θα σήμαινε ουσιαστικά ότι το κράτος δεν θα στηρίζει την κοινωνική προσδοκία μόνο μέσω της δημιουργίας υψηλού ρυθμού ανάπτυξης, αλλά και μέσω της μεγαλύτερης ανάληψης του κοινωνικού κινδύνου.
Αυτή ακριβώς φαίνεται να είναι μία από τις κατευθύνσεις του κινεζικού σχεδιασμού για τη νέα πενταετία. Οι επίσημες κατευθύνσεις του 15ου Πενταετούς Σχεδίου συνδέουν πλέον ρητά την «υψηλής ποιότητας ανάπτυξη» με την περαιτέρω βελτίωση της ποιότητας ζωής, τη διεύρυνση της κοινωνικής ασφάλισης, τη βελτίωση της κατανομής εισοδήματος, την κοινωνική κινητικότητα και την ισότιμη πρόσβαση σε βασικές δημόσιες υπηρεσίες. Η κυβερνητική πολιτική για το 2026 περιλαμβάνει παράλληλα σχέδιο ενίσχυσης του εισοδήματος των αστικών και αγροτικών νοικοκυριών, μέτρα για ομάδες χαμηλού εισοδήματος και στόχο αύξησης του μεριδίου της κατανάλωσης των νοικοκυριών στο ΑΕΠ κατά την περίοδο 2026–2030.
Υπό αυτό το πρίσμα, η έννοια της «κοινής ευημερίας» αποκτά μεγαλύτερη αναλυτική σημασία από μια απλή πολιτική αναδιανομής. Η ηγεσία του ΚΚΚ την παρουσιάζει ως βασική απαίτηση της νέας φάσης ανάπτυξης, ενώ στον πρόσφατο σχεδιασμό συνδέεται με απασχόληση, εισόδημα, δημόσιες υπηρεσίες, περιφερειακή εξισορρόπηση και κοινωνική κινητικότητα. Ιστορικά, η μεταρρυθμιστική συναίνεση μπορούσε να ανεχθεί μεγάλες διαφορές πλούτου όσο η γενική οικονομική επέκταση δημιουργούσε ευρείες ευκαιρίες ανόδου. Σε συνθήκες χαμηλότερης ανάπτυξης, όμως, η κατανομή των ευκαιριών αποκτά μεγαλύτερη πολιτική σημασία. Όταν η οικονομική «πίτα» αυξάνεται με μικρότερο ρυθμό, η αντίληψη για το ποιος συμμετέχει στα οφέλη, ποιος αναλαμβάνει το κόστος της προσαρμογής και πόσο ανοικτά παραμένουν τα κανάλια κοινωνικής ανόδου γίνεται αναπόφευκτα περισσότερο σημαντική.
Η μετάβαση αυτή δεν συνεπάγεται ότι η Κίνα εγκαταλείπει την ανάπτυξη ως πολιτικό και κοινωνικό στόχο. Αντίθετα, το 2026 η κυβέρνηση διατήρησε στόχο πραγματικής μεγέθυνσης 4,5–5%, περισσότερες από 12 εκατομμύρια νέες αστικές θέσεις εργασίας και αύξηση των προσωπικών εισοδημάτων σε αντιστοιχία με την οικονομική ανάπτυξη. Αυτό που αλλάζει είναι η σύνθεση του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Η οικονομική επιτυχία δεν μπορεί πλέον να νοείται μόνο ως συσσώρευση επενδύσεων, επέκταση παραγωγικής δυναμικότητας και υψηλή ποσοστιαία αύξηση του ΑΕΠ. Πρέπει να συνδέεται περισσότερο πειστικά με εισοδήματα, απασχόληση, κατοικία, υγειονομική ασφάλεια, εκπαίδευση, συντάξεις και πραγματικές δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας.
Υπάρχει εδώ και μια βαθύτερη μεταβολή στην πολιτική οικονομία των προσδοκιών. Η επιτυχία του προηγούμενου μοντέλου δημιούργησε μια κοινωνία πολύ διαφορετική από εκείνη που υπήρχε στις αρχές των μεταρρυθμίσεων. Τα μορφωμένα αστικά στρώματα, οι ιδιοκτήτες κατοικιών, οι επαγγελματίες του ιδιωτικού τομέα και οι νεότερες γενιές δεν αξιολογούν αναγκαστικά το κράτος με τα ίδια κριτήρια που ίσχυαν όταν η χώρα βρισκόταν σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο εισοδήματος. Ακαδημαϊκή έρευνα για την οικονομική νομιμοποίηση στην Κίνα έχει υπογραμμίσει ότι η αύξηση του πλούτου μεταβάλλει σταδιακά τις απαιτήσεις των πολιτών από την οικονομική διακυβέρνηση: η απλή παραγωγή ανάπτυξης παύει να είναι επαρκής όταν μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας αρχίζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για την ισότητα ευκαιριών, τη δικαιοσύνη των αγορών, τη ρύθμιση και την κατανομή των ωφελειών.
Αυτό καθιστά το επόμενο κινεζικό κοινωνικό συμβόλαιο ποιοτικά απαιτητικότερο από το προηγούμενο. Η περίοδος της ταχείας ανάπτυξης επέτρεπε στο κράτος να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μια κοινή εμπειρία βελτίωσης των υλικών συνθηκών. Η περίοδος της ωριμότερης οικονομίας απαιτεί πολύ περισσότερο διαφοροποιημένη απόδοση: σταθερότητα της απασχόλησης, καλύτερο κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας, αποκατάσταση εμπιστοσύνης στην αγορά κατοικίας, περισσότερο ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη, αξιόπιστη κοινωνική κινητικότητα και δημιουργία νέων παραγωγικών ευκαιριών σε τεχνολογικούς και πράσινους κλάδους. Το ζήτημα μετατοπίζεται έτσι από την ποσοτική επιτάχυνση της οικονομίας στην ποιότητα της σχέσης μεταξύ οικονομικής αλλαγής και κοινωνικής ασφάλειας.
Η πιο ουσιαστική αναδιατύπωση του μεταρρυθμιστικού κοινωνικού συμβολαίου θα μπορούσε επομένως να περιγραφεί ως μετάβαση από την υπόσχεση της σχεδόν διαρκούς ανόδου στην υπόσχεση μιας περισσότερο ασφαλούς και κατανεμημένης προόδου. Το πρώτο υπόδειγμα στηριζόταν σε εξαιρετικά υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης, συνεχή αστικοποίηση, επέκταση της αγοράς κατοικίας και ευρείες δυνατότητες ανοδικής κινητικότητας. Το δεύτερο θα πρέπει να λειτουργήσει σε περιβάλλον γήρανσης, υψηλότερου χρέους, μικρότερων αποδόσεων στις παραδοσιακές επενδύσεις και ασθενέστερης δημογραφικής δυναμικής. Η βιωσιμότητά του θα εξαρτηθεί όχι μόνο από το εάν η Κίνα θα συνεχίσει να αναπτύσσεται, αλλά από το εάν μπορεί να μετατρέψει μια χαμηλότερη αλλά ακόμη σημαντική μεγέθυνση σε διατηρήσιμη απασχόληση, κοινωνική ασφάλεια και πειστική προοπτική βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου.
Ακριβώς γι’ αυτό το τέλος της εποχής της διψήφιας ανάπτυξης δεν συνεπάγεται αυτομάτως κρίση του κινεζικού κοινωνικού συμβολαίου. Συνεπάγεται όμως την ανάγκη μετασχηματισμού του. Η παλαιότερη συμφωνία μπορούσε να στηρίζεται κυρίως στη δυναμική της οικονομικής επέκτασης. Η νέα θα πρέπει να στηριχθεί πολύ περισσότερο στην ικανότητα του κράτους να μετατρέπει την ανάπτυξη σε κοινωνική ασφάλεια, να κατανέμει πιο πειστικά τους κινδύνους της οικονομικής μετάβασης και να διατηρεί ανοικτές τις προσδοκίες κοινωνικής κινητικότητας. Πρόκειται για μετάβαση από ένα κοινωνικό συμβόλαιο της επιτάχυνσης σε ένα κοινωνικό συμβόλαιο της ποιότητας, της ασφάλειας και της προβλεψιμότητας — και ίσως για μία από τις σημαντικότερες εσωτερικές προκλήσεις της Κίνας κατά την επόμενη δεκαετία.
Πρόσφατα σχόλια