Η νομιμοποίηση οποιουδήποτε πολιτικού καθεστώτος, και ιδίως ενός τόσο σύνθετου συστήματος όσο το κινεζικό κομματικό κράτος, δεν εξαρτάται από μία μεταβλητή. Η οικονομική επίδοση αποτελεί κρίσιμο στοιχείο, αλλά συνδέεται με κρατική αποτελεσματικότητα, κοινωνική τάξη, καταπολέμηση της διαφθοράς, εθνική ταυτότητα, κοινωνική προστασία, προσδοκίες δικαιοσύνης και την ευρύτερη αντίληψη των πολιτών για την ικανότητα του κράτους να διαχειρίζεται μακροχρόνιες προκλήσεις.
Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να διαχωριστούν δύο έννοιες που συχνά ταυτίζονται: η νομιμοποίηση μέσω οικονομικής επίδοσης και η νομιμοποίηση μέσω υψηλού ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η πρώτη περιλαμβάνει το κατά πόσο ένα κράτος θεωρείται ικανό να εξασφαλίζει απασχόληση, σταθερότητα εισοδήματος, λειτουργικές δημόσιες υπηρεσίες, κοινωνική προστασία, βιώσιμο κόστος κατοικίας και δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας. Η δεύτερη αφορά έναν μόνο ποσοτικό δείκτη: την ταχύτητα με την οποία αυξάνεται το συνολικό προϊόν. Μια ώριμη οικονομία μπορεί επομένως να έχει χαμηλότερη ανάπτυξη και παρ’ όλα αυτά να διατηρεί υψηλή αξιολόγηση της διακυβέρνησης, εφόσον η χαμηλότερη μεγέθυνση μεταφράζεται σε ικανοποιητική απασχόληση, κοινωνική ασφάλεια και βελτίωση της ποιότητας ζωής. Αντίστροφα, σχετικά υψηλή ανάπτυξη μπορεί να δημιουργεί πολιτική δυσαρέσκεια όταν τα οφέλη της θεωρούνται άνισα, όταν η κοινωνική κινητικότητα υποχωρεί ή όταν το κόστος βασικών αγαθών αυξάνεται ταχύτερα από το διαθέσιμο εισόδημα.
Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην Κίνα του 2026. Η οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται με ρυθμούς που θα θεωρούνταν υψηλοί για πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες, αλλά αισθητά χαμηλότερους από εκείνους της προηγούμενης μεταρρυθμιστικής περιόδου. Η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει 4,4% για το 2026 και περαιτέρω μικρή επιβράδυνση το 2027, ενώ επισημαίνει ότι η προσαρμογή της αγοράς ακινήτων και η προσεκτική συμπεριφορά των καταναλωτών περιορίζουν την εσωτερική ζήτηση. Το ΔΝΤ θεωρεί ότι η μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί εξαιτίας της συρρίκνωσης του εργατικού δυναμικού, της μικρότερης απόδοσης των επενδύσεων και της χαμηλότερης παραγωγικότητας. Η ουσιαστική ερώτηση επομένως δεν είναι εάν η κινεζική οικονομία θα σταματήσει να αναπτύσσεται, αλλά εάν ένα πολιτικό σύστημα που ενηλικιώθηκε μέσα σε συνθήκες εξαιρετικής οικονομικής επέκτασης μπορεί να επαναπροσδιορίσει τις βάσεις κοινωνικής αξιολόγησής του σε μια οικονομία περισσότερο ώριμη.
Η εμπειρική βιβλιογραφία δείχνει ήδη ότι η νομιμοποίηση στην Κίνα δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο μέσα από το εισόδημα ή το ΑΕΠ. Ανάλυση δεδομένων του World Values Survey από την περίοδο Χου Τζιντάο έως τα πρώτα χρόνια του Σι Τζινπίνγκ έδειξε ότι η πολιτική εμπιστοσύνη συνδέεται με ένα πολύ πιο σύνθετο σύνολο παραγόντων, στο οποίο περιλαμβάνονται οι αντιλήψεις περί διαφθοράς, η προσωπική πολιτική αποτελεσματικότητα και διαφορετικές κοινωνικές και δημογραφικές μεταβλητές. Η ίδια έρευνα επισήμανε ότι η υποστήριξη εμφανίζεται περισσότερο ευάλωτη μεταξύ των νεότερων και των κοινωνικοοικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων, αμφισβητώντας ερμηνείες που ανάγουν την πολιτική νομιμοποίηση αποκλειστικά στην οικονομική επίδοση ή στον εθνικισμό.
Η καταπολέμηση της διαφθοράς αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση μιας μη οικονομικής αλλά σαφώς επιδοσιακής μορφής νομιμοποίησης. Η μεγάλη εκστρατεία της εποχής Σι επιχειρεί, μεταξύ άλλων, να παρουσιάσει το κέντρο ως δύναμη πειθαρχίας απέναντι σε στελέχη που καταχρώνται δημόσια εξουσία. Έρευνα που συνέκρινε δεδομένα δημοσκοπήσεων πριν και μετά την έναρξη της εκστρατείας διαπίστωσε ότι οι ενέργειες εναντίον τόσο χαμηλόβαθμων όσο και υψηλόβαθμων αξιωματούχων μπορούσαν να αυξάνουν την εμπιστοσύνη προς την κεντρική κυβέρνηση, αν και το ίδιο αποτέλεσμα δεν ήταν αρκετό ώστε να αντιστρέψει όλες τις μακροπρόθεσμες τάσεις στην πολιτική υποστήριξη. Το εύρημα είναι θεωρητικά σημαντικό: ο πολίτης δεν αξιολογεί μόνο πόσο γρήγορα αυξάνεται το εισόδημά του, αλλά και κατά πόσο το κράτος θεωρείται δίκαιο, πειθαρχημένο και ικανό να ελέγχει όσους ασκούν δημόσια εξουσία.
Μια δεύτερη πηγή νομιμοποίησης αφορά την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης πέρα από τη μακροοικονομία. Σε ένα σύστημα χωρίς εθνική εκλογική εναλλαγή κυβέρνησης, η δυνατότητα επίλυσης συγκεκριμένων προβλημάτων αποκτά αυξημένη σημασία. Απασχόληση, δημόσια υγεία, εκπαίδευση, αστική διοίκηση, καταπολέμηση της φτώχειας, υποδομές και κοινωνική ασφάλιση αποτελούν διαφορετικές μορφές κρατικής επίδοσης. Έρευνα για την κινεζική κεντρική και τοπική πολιτική εμπιστοσύνη δείχνει ότι οι πολίτες διακρίνουν μεταξύ διαφορετικών επιπέδων κυβέρνησης και διαφορετικών πεδίων πολιτικής, ενώ η κακή τοπική επίδοση και ιδιαίτερα η διαφθορά μπορούν να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη. Η «performance legitimacy» είναι επομένως πολυδιάστατη: δεν είναι ταυτόσημη με έναν εθνικό δείκτη ΑΕΠ.
Η αλλαγή αυτή είναι ορατή και στον επίσημο πολιτικό λόγο. Οι κατευθύνσεις του 15ου Πενταετούς Σχεδίου δεν περιορίζουν τους αναπτυξιακούς στόχους στην οικονομική μεγέθυνση, αλλά συνδέουν την «υψηλής ποιότητας ανάπτυξη» με την επιστημονική και τεχνολογική ικανότητα, την κοινωνική ευημερία, την κοινή ευημερία, την απασχόληση, τη δημόσια υγεία, την κοινωνική ασφάλεια και την ισότιμη πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες. Το επίσημο αφήγημα, επομένως, επιχειρεί να διευρύνει την έννοια της επιτυχίας: η πολιτική επίδοση δεν ορίζεται μόνο ως περισσότερο παραγόμενο προϊόν, αλλά ως συνδυασμός οικονομικής ανθεκτικότητας, τεχνολογικής αυτοδυναμίας, κοινωνικής ασφάλειας και εθνικής ισχύος.
Εδώ εισέρχεται μια τρίτη πηγή νομιμοποίησης, που αφορά τη συλλογική εθνική επίδοση. Η μεταρρυθμιστική περίοδος είχε στηριχθεί σε μεγάλο βαθμό στη βελτίωση της ατομικής οικονομικής ζωής. Η σημερινή πολιτική αφήγηση προσθέτει πολύ περισσότερο την έννοια της συνολικής εθνικής ισχύος: τεχνολογική αυτονομία, στρατιωτικός εκσυγχρονισμός, διεθνής επιρροή και η μακροχρόνια επιδίωξη της «εθνικής αναζωογόνησης». Η σημασία αυτής της διάστασης είναι ότι επιτρέπει στην πολιτική επιτυχία να αξιολογείται όχι αποκλειστικά με βάση το άμεσο εισόδημα του νοικοκυριού, αλλά και με βάση την αντιλαμβανόμενη θέση της Κίνας στο διεθνές σύστημα.
Θα ήταν όμως αναλυτικά λανθασμένο να θεωρηθεί ότι ο εθνικισμός μπορεί απλώς να αντικαταστήσει την οικονομική επίδοση. Η εθνική ισχύς έχει και η ίδια ισχυρή υλική βάση. Τεχνολογική ανάπτυξη, στρατιωτικές δυνατότητες, επιστημονική έρευνα και διεθνής οικονομική επιρροή απαιτούν πόρους που προϋποθέτουν μια παραγωγική οικονομία. Επιπλέον, οι πολίτες βιώνουν την πολιτική πρωτίστως μέσα από συγκεκριμένες καθημερινές συνθήκες: εργασία, κατοικία, οικογενειακό εισόδημα, κοινωνική προστασία και προοπτικές των παιδιών τους. Το κράτος μπορεί επομένως να διευρύνει τις πηγές νομιμοποίησής του, αλλά δύσκολα μπορεί να τις αποσυνδέσει πλήρως από τη μακροχρόνια υλική επίδοση.
Μια τέταρτη διάσταση αφορά τη δικαιοσύνη της οικονομικής τάξης. Η ακαδημαϊκή συζήτηση για την Κίνα έχει επισημάνει ότι η οικονομική νομιμοποίηση σε μια περισσότερο εύπορη κοινωνία γίνεται σταδιακά περισσότερο απαιτητική. Οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται απλώς για το εάν η συνολική οικονομία αναπτύσσεται, αλλά για το εάν οι αγορές λειτουργούν δίκαια, εάν η κρατική παρέμβαση προστατεύει ή ευνοεί συγκεκριμένα συμφέροντα και εάν οι ευκαιρίες παραμένουν ουσιαστικά προσβάσιμες. Αυτή η μετάβαση βοηθά να εξηγηθεί γιατί η έννοια της «κοινής ευημερίας» έχει αποκτήσει κεντρικότερη θέση στον κινεζικό πολιτικό λόγο. Η διατήρηση της κοινωνικής αποδοχής σε περιβάλλον μικρότερης ανάπτυξης εξαρτάται περισσότερο από την αντίληψη ότι το κόστος και τα οφέλη της οικονομικής μετάβασης κατανέμονται με τρόπο κοινωνικά αποδεκτό.
Μια πέμπτη πηγή είναι η θεσμική προσαρμοστικότητα. Η παλαιότερη θεωρία περί αυταρχικής ανθεκτικότητας στην Κίνα έχει υπογραμμίσει ότι το σύστημα δεν διατηρήθηκε μόνο μέσω οικονομικής μεγέθυνσης ή καταναγκασμού, αλλά και μέσω ικανότητας προσαρμογής, επιλεκτικής ανταπόκρισης σε κοινωνικές πιέσεις και μεταβολής πολιτικών όταν αυτές παρήγαγαν σημαντικά προβλήματα. Η πολιτική νομιμοποίηση σε ένα τέτοιο πλαίσιο δεν προκύπτει από τη δημοκρατική εναλλαγή αλλά από την αντίληψη ότι το κράτος μπορεί να εντοπίζει αποτυχίες, να τις διορθώνει και να διατηρεί βασικές λειτουργίες αποτελεσματικές. Η σημασία αυτής της ικανότητας αυξάνεται σε περιβάλλον χαμηλότερης ανάπτυξης, επειδή το κράτος διαθέτει μικρότερα περιθώρια να καλύπτει διοικητικές αποτυχίες μέσω της γενικής αύξησης του εισοδήματος.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα θεμελιώδες όριο στην προσπάθεια αποσύνδεσης της νομιμοποίησης από την ανάπτυξη. Η οικονομική επίδοση δεν είναι μία ακόμη μεταβλητή δίπλα στις υπόλοιπες· αποτελεί σε σημαντικό βαθμό το δημοσιονομικό και κοινωνικό υπόβαθρό τους. Ένα ισχυρότερο κοινωνικό κράτος απαιτεί έσοδα. Η δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας απαιτεί παραγωγικές επιχειρήσεις. Η τεχνολογική αυτονομία απαιτεί μακροχρόνιες επενδύσεις. Η χρηματοδότηση της γήρανσης του πληθυσμού απαιτεί επαρκή παραγωγικότητα και φορολογική βάση. Το ΔΝΤ προειδοποιεί ήδη ότι η γήρανση, το χρέος και η υποχώρηση των αποδόσεων των επενδύσεων θα ασκούν πίεση στην κινεζική οικονομία, ενώ η Παγκόσμια Τράπεζα υπογραμμίζει την ανάγκη βαθύτερης επανεξισορρόπησης προς την κατανάλωση. Η πολιτική νομιμοποίηση μπορεί επομένως να πάψει να εξαρτάται από το πόσο γρήγορα αναπτύσσεται η οικονομία, αλλά δεν μπορεί εύκολα να αποσυνδεθεί από το εάν η οικονομία παραμένει ικανή να χρηματοδοτεί κοινωνική και κρατική επίδοση.
Το ίδιο ισχύει και για τις κοινωνικές προσδοκίες. Μια κοινωνία που έχει ήδη βιώσει αύξηση εισοδήματος, υψηλή αστικοποίηση, μαζική πανεπιστημιακή εκπαίδευση και σημαντική τεχνολογική πρόοδο δεν συγκρίνει το σημερινό βιοτικό επίπεδο μόνο με εκείνο της δεκαετίας του 1980. Το συγκρίνει με τις προσδοκίες που δημιούργησε η ίδια η προηγούμενη επιτυχία. Αυτό μετατρέπει το πρόβλημα της πολιτικής νομιμοποίησης από ζήτημα απόλυτης βελτίωσης σε ζήτημα συνέχειας της προόδου σε υψηλότερο επίπεδο προσδοκιών.
Για τον λόγο αυτό, η πιθανότερη μετάβαση δεν είναι από την «οικονομική» σε μια εντελώς «μη οικονομική» νομιμοποίηση. Είναι από μια σχετικά μονοδιάστατη νομιμοποίηση της ταχείας μεγέθυνσης σε μια πολυδιάστατη νομιμοποίηση της συνολικής κρατικής επίδοσης. Η κοινωνική προστασία, η αποτελεσματικότητα των δημόσιων υπηρεσιών, η καταπολέμηση της διαφθοράς, η εθνική ισχύς, η τεχνολογική πρόοδος, η κοινωνική τάξη και η αντίληψη δικαιοσύνης μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη βαρύτητα. Αλλά όλες αυτές οι διαστάσεις θα εξακολουθούν να κρίνονται μέσα σε ένα υλικό περιβάλλον στο οποίο η απασχόληση, το εισόδημα και η κοινωνική κινητικότητα παραμένουν καθοριστικές.
H πολιτική νομιμοποίηση μπορεί να αποσυνδεθεί από την ανάγκη διψήφιων ρυθμών μεγέθυνσης, όχι όμως από την ανάγκη αποτελεσματικής οικονομικής διακυβέρνησης. Η ουσιώδης μετάβαση αφορά το αντικείμενο της αξιολόγησης. Στην περίοδο της οικονομικής απογείωσης, η ταχύτητα της ανάπτυξης μπορούσε από μόνη της να καλύπτει μεγάλο μέρος του πολιτικού λογαριασμού. Στη σημερινή εποχή, η χαμηλότερη ανάπτυξη απαιτεί περισσότερο σύνθετη παραγωγή πολιτικής αποδοχής: καλύτερη κατανομή, μεγαλύτερη ασφάλεια, αξιόπιστη διαχείριση κινδύνων και διατήρηση της πεποίθησης ότι το κράτος εξακολουθεί να μπορεί να βελτιώνει ουσιαστικά τη συλλογική και ατομική ζωή.
Το κρίσιμο ζήτημα της επόμενης δεκαετίας, επομένως, είναι εάν το καθεστώς μπορεί να μετατρέψει τη νομιμοποίηση που ιστορικά αντλούσε από την ταχύτητα της ανάπτυξης σε νομιμοποίηση που βασίζεται στη διατήρηση μιας πειστικής προοπτικής κοινωνικής προόδου. Η επιτυχία ή η αποτυχία αυτής της μετάβασης θα είναι πολύ σημαντικότερη για την πολιτική σταθερότητα της σύγχρονης Κίνας από το εάν ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης βρίσκεται μία μονάδα υψηλότερα ή χαμηλότερα
Πρόσφατα σχόλια