Η απόφαση του Pedro Sánchez να οδηγήσει την Ισπανία σε πρόωρες γενικές εκλογές στις 29 Νοεμβρίου δεν είναι αντίδραση σε μια κοινοβουλευτική ήττα. Η απόρριψη των κυβερνητικών μέτρων για τη στεγαστική κρίση αποτέλεσε ασφαλώς τον άμεσο πολιτικό καταλύτη. Η κυβέρνηση είχε μόλις υποστεί μια σημαντική ήττα σε ένα ζήτημα που είχε αποκτήσει υψηλή κοινωνική ένταση, ενώ δεκάδες χιλιάδες πολίτες είχαν κινητοποιηθεί σε ολόκληρη τη χώρα απαιτώντας ουσιαστικότερη παρέμβαση στις τιμές, στις εξώσεις και στην πρόσβαση στην κατοικία. Ωστόσο, η επιλογή της εκλογικής στιγμής δεν εξηγείται επαρκώς ως αυτόματη συνέπεια αυτής της ήττας. Αποτελεί στρατηγική απόφαση ενός πρωθυπουργού που είχε θεσμικά τη δυνατότητα να συνεχίσει, αλλά επέλεξε να μεταφέρει τη σύγκρουση από ένα κατακερματισμένο κοινοβούλιο στο εκλογικό σώμα.

Σε κοινοβουλευτικά συστήματα όπου η ημερομηνία των εκλογών δεν είναι απολύτως εξωγενής αλλά μπορεί, εντός συνταγματικών περιορισμών, να επηρεαστεί από την κυβέρνηση, η επιλογή του χρόνου γίνεται μέρος της πολιτικής στρατηγικής.

Η ισπανική περίπτωση  είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ακριβώς επειδή δεν αντιστοιχεί καθαρά στο απλούστερο μοντέλο του πρωθυπουργού που προκηρύσσει εκλογές επειδή βρίσκεται στην κορυφή της δημοτικότητάς του. Οι διαθέσιμες δημοσκοπικές ενδείξεις κατά την προκήρυξη των εκλογών δεν εμφανίζουν το PSOE ως σαφές φαβορί. Αντίθετα, το Partido Popular και το Vox εμφανίζονται ικανά, τουλάχιστον σε αρκετές προβολές, να συγκεντρώσουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ο Sánchez επομένως δεν εκμεταλλεύεται μια προφανή συνολική δημοσκοπική υπεροχή. Επιλέγει μια στιγμή κατά την οποία το ευρύτερο εκλογικό περιβάλλον παραμένει δυσμενές, αλλά έχει προκύψει ένα επιμέρους ζήτημα —η στέγη— που του επιτρέπει να επιχειρήσει την αναδιάταξη του πολιτικού ανταγωνισμού.

Αυτό μεταβάλλει ουσιαστικά τη θεωρητική ερμηνεία της απόφασης. Το ισπανικό timing μπορεί να αναλυθεί όχι τόσο ως καθαρός εκλογικός οπορτουνισμός όσο ως στρατηγική ελαχιστοποίησης της αναμενόμενης μελλοντικής ζημίας. Ένας πρωθυπουργός δεν χρειάζεται να πιστεύει ότι η σημερινή στιγμή είναι καλή με απόλυτους όρους· αρκεί να θεωρεί ότι μπορεί να είναι καλύτερη από την αυριανή. Εάν η κοινοβουλευτική βάση της κυβέρνησης διαβρώνεται, εάν τα σκάνδαλα ή άλλες δυσμενείς ατζέντες μπορούν να συσσωρευθούν, εάν η δυνατότητα παραγωγής νομοθετικού έργου περιορίζεται και εάν ένα πρόσκαιρα ευνοϊκό κοινωνικό ζήτημα προσφέρει τη δυνατότητα επανακαθορισμού του εκλογικού πεδίου, η πρόωρη κάλπη μπορεί να αποτελεί ορθολογική επιλογή ακόμη και για έναν κυβερνώντα που υπολείπεται στις δημοσκοπήσεις.

Το ισπανικό Σύνταγμα προσδίδει ιδιαίτερο βάρος σε αυτή τη στρατηγική διάσταση. Το άρθρο 115 προβλέπει ότι ο πρόεδρος της κυβέρνησης, μετά από διαβούλευση με το Υπουργικό Συμβούλιο και υπό τη δική του ευθύνη, μπορεί να προτείνει στον βασιλιά τη διάλυση του Κογκρέσου, της Γερουσίας ή των Cortes Generales, με το διάταγμα διάλυσης να καθορίζει την ημερομηνία των εκλογών. Η ισπανική κοινοβουλευτική αρχιτεκτονική αφήνει επομένως στον πρωθυπουργό ουσιαστικό στρατηγικό περιθώριο ως προς το timing, εφόσον δεν συντρέχουν οι συνταγματικές απαγορεύσεις. Το θεσμικό αυτό προνόμιο δεν εγγυάται εκλογική επιτυχία, αλλά επιτρέπει στον κυβερνώντα να επιλέξει πότε θα μεταφέρει την πολιτική αντιπαράθεση από το κοινοβούλιο στην κοινωνία.

Η συγκυρία μέσα στην οποία ο Sánchez ενεργοποιεί αυτή τη δυνατότητα είναι εξαιρετικά σύνθετη. Από τη μία πλευρά, η ισπανική οικονομία εμφανίζει καλύτερες συνολικές αναπτυξιακές επιδόσεις από πολλές άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Από την άλλη, η ευνοϊκή μακροοικονομική εικόνα δεν μεταφράζεται ομοιόμορφα στην καθημερινή εμπειρία των νοικοκυριών. Η αύξηση των τιμών των κατοικιών, τα υψηλά ενοίκια και η αδυναμία πολλών νέων να αποκτήσουν αυτόνομη κατοικία παράγουν μια έντονη αντίφαση μεταξύ aggregate prosperity και household insecurity. Η Reuters Breakingviews σημειώνει ότι το ισπανικό ΑΕΠ έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ενώ παράλληλα οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 26% σε δύο χρόνια, δημιουργώντας ισχυρότατη πίεση κυρίως στις νεότερες γενιές.

Για τη θεωρία των ενδογενών ημερομηνιών εκλογών, η αντίφαση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η κλασική προσέγγιση συχνά υποθέτει ότι ένας κυβερνώντας αναζητεί μια περίοδο καλής οικονομικής επίδοσης ώστε να επωφεληθεί από το economic voting. Στην Ισπανία όμως το πραγματικό στοίχημα του Sánchez είναι πιο λεπτό: να αποτρέψει την αξιολόγηση της οικονομίας μέσω ενός γενικού αισθήματος κόστους ζωής και να μετατρέψει μια συγκεκριμένη κατανομή των ωφελειών και των ζημιών της ανάπτυξης σε πολιτική σύγκρουση μεταξύ κοινωνικών συμφερόντων. Με άλλα λόγια, δεν επιχειρεί μόνο να πει ότι «η οικονομία πηγαίνει καλά», αλλά να υποστηρίξει ότι η ευημερία που παράγεται πρέπει να μετατραπεί σε πρόσβαση στη στέγη, δημόσιες υπηρεσίες και χαμηλότερη ανισότητα.

Αυτό είναι ακριβώς το νόημα της επίσημης δήλωσης με την οποία προκήρυξε τις εκλογές. Ο Sánchez αναγνώρισε ότι μέρος της κοινωνικής πλειοψηφίας που είχε στηρίξει την προοδευτική κυβέρνηση είναι δυσαρεστημένο και προσδιόρισε ως κεντρικές εκκρεμότητες την ανισότητα, τις δημόσιες υπηρεσίες και την πρόσβαση στη στέγη. Υποστήριξε ταυτόχρονα ότι απαιτείται ευρύτερη προοδευτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να προχωρήσουν νέες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Η διατύπωση αποκαλύπτει τη στρατηγική λειτουργία των εκλογών: ο πρωθυπουργός επιχειρεί να μετατρέψει την κυβερνητική αδυναμία νομοθέτησης σε αίτημα νέας λαϊκής εντολής.

Από αυτή την άποψη, η κοινοβουλευτική ήττα στο στεγαστικό δεν είναι απλώς αποτυχία. Γίνεται δυνητικά χρήσιμο πολιτικό γεγονός. Όσο η κυβέρνηση αποτυγχάνει να περάσει μέτρα επειδή δεν διαθέτει επαρκή πλειοψηφία, ο Sánchez μπορεί να προσπαθήσει να μεταφέρει μέρος της ευθύνης από την εκτελεστική εξουσία προς τους κοινοβουλευτικούς αντιπάλους του. Η αποτυχία μιας πολιτικής μετατρέπεται έτσι σε σύγκρουση για το ποιος εμπόδισε την πολιτική να εφαρμοστεί. Πρόκειται για κλασικό πρόβλημα blame attribution: ο ψηφοφόρος πρέπει να αποφασίσει αν η στεγαστική κρίση αποδεικνύει ανικανότητα της κυβέρνησης ή αν, αντιθέτως, αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση χρειάζεται ισχυρότερη πλειοψηφία για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.

Η εκλογική στρατηγική του Sánchez βασίζεται συνεπώς σε ένα είδος αντιστροφής της κυβερνητικής ευθύνης. Μια κυβέρνηση που βρίσκεται στην εξουσία επί σειρά ετών είναι κατά κανόνα ευάλωτη στην κατηγορία ότι φέρει την ευθύνη για ένα πρόβλημα που έχει διογκωθεί κατά τη θητεία της. Η αντιπολίτευση έχει επομένως ισχυρό επιχείρημα όταν ρωτά γιατί η στεγαστική κρίση δεν αντιμετωπίστηκε νωρίτερα. Ο Sánchez επιχειρεί να μετακινήσει το σημείο αναφοράς: από τη συνολική πορεία της κρίσης στη συγκεκριμένη κοινοβουλευτική σύγκρουση για τα μέτρα που απέτυχαν να εγκριθούν. Η εκλογή γίνεται έτσι αγώνας για τον χρονικό ορίζοντα μέσα στον οποίο οι πολίτες θα αποδώσουν ευθύνη.

Η θεωρία των endogenous election dates πρέπει επομένως να συνδυαστεί εδώ με τη θεωρία του agenda setting. Ο έλεγχος της ημερομηνίας έχει πολιτική αξία όταν επιτρέπει στον κυβερνώντα να επιλέξει όχι μόνο πότε θα διεξαχθεί μια εκλογή αλλά και ποιο ζήτημα έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να κυριαρχήσει όταν αυτή προκηρυχθεί. Οι μαζικές στεγαστικές κινητοποιήσεις των αρχών Οκτωβρίου, η υψηλή κοινωνική φόρτιση μετά από συγκεκριμένες εξώσεις και η κοινοβουλευτική απόρριψη των κυβερνητικών μέτρων δημιούργησαν ένα βραχύ αλλά πραγματικό παράθυρο ευκαιρίας. Ο Sánchez επιχειρεί να κλειδώσει πολιτικά αυτό το παράθυρο πριν η δημόσια ατζέντα επιστρέψει σε ζητήματα στα οποία το PSOE μπορεί να βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση.

Η συγκεκριμένη στρατηγική περιλαμβάνει προφανώς μεγάλο ρίσκο. Το issue salience δεν συνεπάγεται αυτόματα issue ownership. Το γεγονός ότι η κοινωνία θεωρεί τη στέγη κρίσιμο πρόβλημα δεν σημαίνει ότι εμπιστεύεται κατ’ ανάγκην το PSOE περισσότερο από το PP για να το επιλύσει. Η αντιπολίτευση έχει τη δυνατότητα να αντιστρέψει το κυβερνητικό αφήγημα, υποστηρίζοντας ότι η κρίση οφείλεται στην περιορισμένη προσφορά, στην υπερρύθμιση ή στην αποτυχία των προηγούμενων κυβερνητικών πολιτικών. Ο Alberto Núñez Feijóo έχει ήδη τοποθετήσει στο επίκεντρο τη δραστική αύξηση της οικοδόμησης και τις φορολογικές ελαφρύνσεις, επιχειρώντας να μετατρέψει την ίδια στεγαστική αγωνία σε επιχείρημα υπέρ μιας περισσότερο supply-side πολιτικής.

Υπάρχει επιπλέον ένα πληροφοριακό παράδοξο που η θεωρία του Smith καθιστά ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Όταν ένας πρωθυπουργός προκηρύσσει πρόωρες εκλογές, δεν επιλέγει απλώς τη χρονική στιγμή· στέλνει ταυτόχρονα μήνυμα για τη δική του εκτίμηση της μελλοντικής πολιτικής πορείας. Εάν οι πολίτες θεωρήσουν ότι ο Sánchez προσφεύγει στις κάλπες επειδή φοβάται περαιτέρω επιδείνωση της θέσης του, η στρατηγική μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη αδυναμίας. Εάν, αντίθετα, πειστούν ότι ζητά νέα εντολή επειδή ένα κατακερματισμένο κοινοβούλιο εμποδίζει πολιτικές που διαθέτουν ευρύτερη κοινωνική υποστήριξη, το ίδιο ακριβώς γεγονός μπορεί να λειτουργήσει ως επίδειξη πολιτικής αποφασιστικότητας. Η εκλογική επίδραση του timing εξαρτάται επομένως από την ερμηνεία του timing.

Εδώ βρίσκεται ίσως και το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της πολιτικής μεθόδου Sánchez. Η στρατηγική του δεν στηρίζεται στην αποφυγή του κινδύνου αλλά συχνά στη μετατροπή του κινδύνου σε μηχανισμό αναδιάταξης του πολιτικού παιχνιδιού. Η πρόωρη εκλογή καταστρέφει τη σταδιακή λογική της κοινοβουλευτικής φθοράς και επιβάλλει στα κόμματα ένα νέο, συμπιεσμένο χρονικό πλαίσιο. Αναγκάζει το PP να μετακινηθεί από τη σχετική άνεση της αντιπολιτευτικής κριτικής στη διατύπωση συγκεκριμένου κυβερνητικού προγράμματος, υποχρεώνει το Vox να αποσαφηνίσει το είδος της σχέσης που επιδιώκει με το PP και αναγκάζει τα κόμματα της Αριστεράς να αποφασίσουν αν ο κύριος στόχος είναι η διαφοροποίησή τους από το PSOE ή η αποτροπή μιας δεξιάς πλειοψηφίας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιλογή είναι αναγκαστικά επιτυχής. Η θεωρία του εκλογικού timing δεν είναι θεωρία εκλογικής παντοδυναμίας του πρωθυπουργού. Η εμπειρική βιβλιογραφία υποδεικνύει ότι το πλεονέκτημα της στρατηγικής επιλογής ημερομηνίας είναι πραγματικό υπό ορισμένες συνθήκες αλλά περιορισμένο και εξαρτάται έντονα από το πολιτικό περιβάλλον και από το εάν η εκλογή συμπίπτει με θετική κυβερνητική κάλυψη. Η κυβέρνηση μπορεί να επιλέξει τη στιγμή, όχι όμως να ελέγξει το νόημα που θα της αποδώσει η κοινωνία.

Η απόφαση του Sánchez πρέπει συνεπώς να διαβαστεί ως στοίχημα πάνω σε τρεις διαφορετικούς χρόνους. Ο πρώτος είναι ο κοινοβουλευτικός χρόνος: η υφιστάμενη σύνθεση των Cortes περιορίζει πλέον ουσιαστικά τη νομοθετική αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης. Ο δεύτερος είναι ο κοινωνικός χρόνος: η στεγαστική κρίση βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε εξαιρετικά υψηλή θέση στην πολιτική ατζέντα και έχει δημιουργήσει κινητοποίηση που μπορεί να ευνοεί μια ισχυρότερη κρατική παρέμβαση. Ο τρίτος είναι ο εκλογικός χρόνος: ο Sánchez πρέπει να αποφασίσει αν οι συνθήκες μέχρι την κανονική λήξη της θητείας θα βελτιωθούν ή αν η περαιτέρω παραμονή στην εξουσία θα συσσωρεύσει περισσότερη πολιτική φθορά από όση θα του επιτρέψει να ανακτήσει.

Η 29η Νοεμβρίου αποτελεί την απάντησή του σε αυτό το τριπλό πρόβλημα. Δεν είναι επιλογή ενός πρωθυπουργού που γνωρίζει ότι θα κερδίσει. Είναι επιλογή ενός πρωθυπουργού που θεωρεί ότι η αβεβαιότητα του παρόντος είναι προτιμότερη από μια πιθανότερα δυσμενή βεβαιότητα του μέλλοντος και ότι η στεγαστική κρίση του προσφέρει ένα σπάνιο πεδίο στο οποίο μπορεί να ξανασχεδιάσει την εκλογική διαίρεση. Η ισπανική περίπτωση εμπλουτίζει έτσι τη θεωρία των endogenous election dates: η στρατηγική αξία της πρόωρης εκλογής δεν βρίσκεται μόνο στη δυνατότητα αξιοποίησης μιας ήδη ευνοϊκής συγκυρίας, αλλά και στη δυνατότητα ενός κυβερνώντος να εμποδίσει μια δυσμενή συγκυρία να παγιωθεί, επιλέγοντας την ακριβή στιγμή κατά την οποία το πολιτικό πρόβλημα μπορεί ακόμη να επαναδιατυπωθεί προς όφελός του.