Η επίσκεψη του αμερικανού υπουργού εξωτερικών αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν ληφουν υπόψη συγκεκριμένα δεδομένα. Η αμερικανική και η ελληνική πλευρά έχουν πλέον οικοδομήσει ένα πλέγμα συνεργασιών που εκτείνεται πολύ πέρα από τη συμβατική διπλωματική συνεννόηση και περιλαμβάνει στρατιωτικές υποδομές, ενεργειακές διαδρομές, εξοπλιστικά προγράμματα, περιφερειακή ασφάλεια, ναυτιλία, επενδύσεις, τεχνολογία, κυβερνοασφάλεια και διαχείριση κρίσεων. Το επίσημο πρόγραμμα της επίσκεψης το επιβεβαιώνει: ο Rubio αναλαμβάνει την αμερικανική εκπροσώπηση στον έκτο γύρο του Στρατηγικού Διαλόγου, με την Ουάσιγκτον να τοποθετεί μεταξύ των βασικών θεμάτων την άμυνα, την ενέργεια και την περιφερειακή ασφάλεια.
Η έννοια της «στρατηγικής συνεξάρτησης» μπορεί να περιγράψει αυτή την εξέλιξη μόνο εφόσον χρησιμοποιηθεί με ακρίβεια. Δεν υποδηλώνει συμμετρία ισχύος. Η Ελλάδα και οι Ηνωμένες Πολιτείες διαφέρουν ριζικά ως προς το οικονομικό, στρατιωτικό και διπλωματικό τους μέγεθος, την παγκόσμια εμβέλεια και τις διαθέσιμες στρατηγικές εναλλακτικές. Η Ουάσιγκτον μπορεί να αναπτύσσει την περιφερειακή της πολιτική μέσα από πολλαπλά κράτη, βάσεις, δίκτυα και συμμαχίες, ενώ η Ελλάδα διαθέτει πολύ περιορισμένοτερη δυνατότητα υποκατάστασης της αμερικανικής σχέσης. Η συνεξάρτηση επομένως δεν εξαλείφει την ασυμμετρία. Περιγράφει κάτι διαφορετικό: την αύξηση των πεδίων στα οποία η μία πλευρά παράγει για την άλλη συγκεκριμένη στρατηγική χρησιμότητα, με αποτέλεσμα μια απότομη αποσύνδεση να γίνεται περισσότερο δαπανηρή και για τους δύο.
Από ελληνικής πλευράς, το όφελος της σχέσης είναι σχετικά ευδιάκριτο. Η συνεργασία με τις ΗΠΑ παρέχει πρόσβαση σε προηγμένες αμυντικές δυνατότητες, διαλειτουργικότητα με τις αμερικανικές και νατοϊκές δυνάμεις, τεχνολογική αναβάθμιση, ισχυρότερη διεθνή διασύνδεση και αυξημένη δυνατότητα συμμετοχής στον σχεδιασμό της ευρωατλαντικής ασφάλειας. Ο πέμπτος Στρατηγικός Διάλογος του 2024 περιελάμβανε ήδη συνεργασία για F-35, C-130H, πιθανή ναυπηγική και αμυντική βιομηχανική συνεργασία, καθώς και κοινό ενδιαφέρον για τη βελτίωση υποδομών στη Σούδα, τη Λάρισα και την Αλεξανδρούπολη. Η εμβάθυνση αυτή δημιουργεί για την Αθήνα περισσότερο από έναν εξοπλιστικό δεσμό: την εντάσσει σε μακροχρόνιες επιχειρησιακές, τεχνολογικές και διοικητικές αλυσίδες συνεργασίας.
Η αμερικανική πλευρά, όμως, επίσης αποκτά συγκεκριμένα και όχι αφηρημένα οφέλη. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας βρίσκεται ακριβώς στην τομή τεσσάρων χώρων που έχουν αυξημένη βαρύτητα για την αμερικανική στρατηγική: της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής, των Βαλκανίων και της νοτιοανατολικής πτέρυγας της Ευρώπης. Η Σούδα παρέχει αξιόπιστη πρόσβαση σε λιμενικές και αεροπορικές υποδομές στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η Αλεξανδρούπολη απέκτησε ιδιαίτερη αξία ως κόμβος στρατιωτικής κινητικότητας, εφοδιασμού και ενέργειας προς τα Βαλκάνια και την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν περιγράψει την MDCA ως θεμέλιο της αμυντικής συνεργασίας και έχουν τονίσει ότι η συμφωνία αυξάνει τη διαλειτουργικότητα και την ευελιξία των αμερικανικών δυνάμεων.
Η μεταβολή επομένως δεν βρίσκεται απλώς στην «αναβάθμιση των σχέσεων», μια φράση τόσο συχνά χρησιμοποιούμενη στη διπλωματική γλώσσα ώστε να έχει περιορισμένη αναλυτική αξία. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η Ελλάδα έχει σταδιακά ενσωματωθεί σε περισσότερες λειτουργίες της αμερικανικής περιφερειακής στρατηγικής. Η Σούδα αφορά τη ναυτική και αεροπορική παρουσία στη Μεσόγειο. Η Αλεξανδρούπολη συνδέει τη θαλάσσια πρόσβαση με τη Βαλκανική και την ανατολική Ευρώπη. Οι ενεργειακές υποδομές συνδέουν την Ελλάδα με τη διαφοροποίηση της ευρωπαϊκής τροφοδοσίας. Η ελληνική ναυτιλία προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στη συνεργασία για την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών. Οι πολιτικές σχέσεις της Αθήνας στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια διευρύνουν το πεδίο της διπλωματικής συνεργασίας. Όταν όλες αυτές οι λειτουργίες λειτουργούν ταυτόχρονα, η αξία της σχέσης παύει να είναι μονοδιάστατη.
Η πολυδιάστατη χρησιμότητα δημιουργεί μια μορφή στρατηγικού βάθους. Μια σχέση που στηρίζεται αποκλειστικά σε μια στρατιωτική βάση μπορεί να επαναξιολογηθεί σχετικά εύκολα εάν αλλάξει το επιχειρησιακό περιβάλλον. Μια σχέση όμως στην οποία στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ενεργειακές διασυνδέσεις, εξοπλιστικά προγράμματα, αμυντικές βιομηχανίες, επενδύσεις και θεσμικοί διάλογοι αλληλοσυνδέονται δημιουργεί μεγαλύτερα κόστη αντικατάστασης. Οι δύο πλευρές πραγματοποιούν επενδύσεις οι οποίες αποκτούν αξία ακριβώς επειδή προϋποθέτουν τη συνέχιση της συνεργασίας. Η οικονομική θεωρία θα μιλούσε για ειδικές επενδύσεις στη σχέση· η θεωρία διεθνών σχέσεων μπορεί να τις προσεγγίσει ως υλικές βάσεις θεσμοποιημένης αλληλεξάρτησης.
Η MDCA αποτελεί ίσως το σαφέστερο παράδειγμα. Η συμφωνία υπάρχει από το 1990, αλλά οι τροποποιήσεις του 2019 και του 2021 διεύρυναν τη γεωγραφική και χρονική της εμβέλεια. Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε την τροποποίηση του 2021 μέσο που καθιστά την αμυντική συνεργασία αρκετά ανθεκτική ώστε να υποστηρίζει την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και πέρα από αυτή. Η θεσμική διάρκεια μεταβάλλει τη λογική της σχέσης: από μια περιοδικά επαναδιαπραγματευόμενη δυνατότητα πρόσβασης σε ένα περισσότερο σταθερό πλαίσιο πάνω στο οποίο μπορούν να στηρίζονται επενδύσεις, ασκήσεις, σχεδιασμός και υποδομές.
Η συνεξάρτηση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν εξεταστεί η ενεργειακή διάσταση. Στον πέμπτο Στρατηγικό Διάλογο οι δύο πλευρές συνέδεσαν ρητά τη συνεργασία τους με τη διαφοροποίηση ενεργειακών διαδρομών, τις ανανεώσιμες πηγές, τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις της Ανατολικής Μεσογείου και τον διάδρομο Βορρά–Νότου. Η ενέργεια αποκτά έτσι διττή λειτουργία. Είναι οικονομική συνεργασία, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί στοιχείο ευρωπαϊκής ασφάλειας, διότι η δυνατότητα διαφορετικών κρατών να προμηθεύονται ενέργεια από περισσότερες πηγές περιορίζει την πολιτική επιρροή που μπορεί να ασκεί ένας αποκλειστικός προμηθευτής. Η ελληνική γεωγραφία γίνεται με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο στρατιωτικό αλλά και γεωοικονομικό κεφάλαιο.
Αυτή ακριβώς η μετατροπή της γεωγραφίας σε λειτουργική χρησιμότητα αποτελεί τη σημαντικότερη ελληνική επιτυχία των τελευταίων ετών. Η γεωγραφική θέση από μόνη της δεν παράγει ισχύ. Πολλά κράτη βρίσκονται σε στρατηγικές περιοχές χωρίς να κατορθώνουν να μετατρέψουν τη θέση τους σε διεθνή επιρροή. Η γεωγραφία αποκτά στρατηγική αξία όταν συνδυάζεται με πολιτική σταθερότητα, αξιόπιστες υποδομές, θεσμική συνέχεια, στρατιωτική διαλειτουργικότητα και προθυμία ανάληψης συγκεκριμένων συμμαχικών λειτουργιών. Η Ελλάδα επιχειρεί ακριβώς να συγκροτήσει αυτό το πακέτο αξιοπιστίας.
Η διαδικασία αυτή έχει ουσιαστικές συνέπειες για την έννοια της ισχύος ενός μικρότερου κράτους. Η Αθήνα δεν μπορεί να εξισορροπήσει την αμερικανική υλική ισχύ ούτε να μετατρέψει τη σχέση σε συμμετρική εταιρική σχέση. Μπορεί όμως να αυξήσει το κόστος της περιθωριοποίησής της. Όσο περισσότερες κρίσιμες λειτουργίες εξυπηρετούνται μέσω ελληνικού εδάφους, ελληνικών υποδομών και ελληνικής πολιτικής συνεργασίας, τόσο περισσότερο η σταθερότητα και η δυνατότητα δράσης της Ελλάδας αποκτούν αξία και για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η στρατηγική επιρροή ενός μικρότερου συμμάχου δεν προκύπτει επομένως επειδή εξισώνεται με τη μεγάλη δύναμη, αλλά επειδή γίνεται δυσκολότερο να αγνοηθεί στις υποθέσεις για τις οποίες έχει δημιουργήσει συγκεκριμένη χρησιμότητα.
Αυτό το σημείο απαιτεί, ωστόσο, ιδιαίτερη προσοχή. Η παραγωγή στρατηγικής χρησιμότητας δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με δυνατότητα εξαργύρωσής της σε οποιοδήποτε ζήτημα ενδιαφέρει την Ελλάδα. Οι διεθνείς σχέσεις δεν λειτουργούν ως λογιστικό σύστημα στο οποίο η παροχή βάσεων ή διευκολύνσεων δημιουργεί αντίστοιχης αξίας «πίστωση» που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στα ελληνοτουρκικά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να αξιολογούν ξεχωριστά τα συμφέροντά τους έναντι της Τουρκίας, της Ελλάδας, της Μέσης Ανατολής, της Μαύρης Θάλασσας και του ΝΑΤΟ. Η στρατηγική αξία της Ελλάδας μπορεί να αυξήσει την πρόσβαση, την προσοχή και το βάρος των ελληνικών επιχειρημάτων, δεν μετατρέπει όμως την αμερικανική πολιτική σε μηχανισμό αυτόματης υποστήριξης ελληνικών θέσεων.
Εδώ βρίσκεται μία από τις βασικές διαφορές μεταξύ εξάρτησης και συνεξάρτησης. Μια μονομερής σχέση εξάρτησης χαρακτηρίζεται από την ικανότητα της ισχυρότερης πλευράς να αποσύρει ένα κρίσιμο αγαθό χωρίς σημαντική δική της απώλεια. Η αλληλεξάρτηση αυξάνεται όταν η διακοπή της σχέσης προκαλεί κόστος και στην άλλη πλευρά. Η ελληνοαμερικανική περίπτωση πλησιάζει περισσότερο προς τη δεύτερη κατεύθυνση σε συγκεκριμένους τομείς, αλλά η «ευαισθησία» και η «ευπάθεια» των δύο κρατών παραμένουν άνισες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιμετώπιζαν κόστος από την απώλεια ελληνικών υποδομών και πρόσβασης, αλλά διαθέτουν πολύ περισσότερες εναλλακτικές. Η Ελλάδα θα αντιμετώπιζε πολύ μεγαλύτερο στρατηγικό κόστος από σοβαρή αποδυνάμωση της αμερικανικής σχέσης. Η συνεξάρτηση είναι επομένως πραγματική αλλά ασύμμετρη.
Αυτή η ασυμμετρία παράγει και κινδύνους. Ο πρώτος είναι η δημιουργία υπερβολικών ελληνικών προσδοκιών. Όταν η δημόσια συζήτηση μετατρέπει τη στρατηγική συνεργασία σε άτυπη εγγύηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα υιοθετούν ελληνικές θέσεις σε κάθε περιφερειακή διαφορά, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι στρατηγική απογοήτευση και λανθασμένη εκτίμηση κινδύνου. Ο δεύτερος είναι η εξάρτηση από συγκεκριμένες τεχνολογικές, εξοπλιστικές και επιχειρησιακές αλυσίδες που περιορίζουν μελλοντικές εναλλακτικές. Ο τρίτος αφορά το κλασικό δίλημμα των συμμαχιών μεταξύ εγκατάλειψης και εμπλοκής: ένα μικρότερο κράτος επιδιώκει αρκετή συμμαχική δέσμευση ώστε να αισθάνεται ασφαλές χωρίς να χάσει την ικανότητα αυτόνομης αξιολόγησης των δικών του συμφερόντων.
Υπάρχει όμως αντίστοιχη πρόκληση και για την αμερικανική πλευρά. Η αυξανόμενη χρήση της Ελλάδας ως κόμβου ενέργειας, στρατιωτικής κινητικότητας και περιφερειακής ασφάλειας δημιουργεί προσδοκία συνέχειας. Η Ουάσιγκτον έχει συμφέρον να διατηρήσει την ελληνική πολιτική και κοινωνική συναίνεση υπέρ της σχέσης, ακριβώς επειδή οι στρατηγικές υποδομές αποδίδουν περισσότερο όταν λειτουργούν μέσα σε σταθερό πολιτικό πλαίσιο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μια ασύμμετρη σχέση δεν μπορεί να στηρίζεται επ’ αόριστον στη λογική ότι τα συμφέροντα της ισχυρότερης πλευράς αρκούν από μόνα τους για να εξασφαλίσουν τη συνεργασία. Η βιώσιμη συνεξάρτηση χρειάζεται αντιληπτό αμοιβαίο όφελος.
Η επίσκεψη Rubio αποκτά επομένως σημασία επειδή πραγματοποιείται σε μια στιγμή κατά την οποία το περιεχόμενο της διμερούς σχέσης είναι πολύ πυκνότερο από πριν. Η περιοδεία του στην Ισλανδία, την Ελλάδα και την Πορτογαλία έχει ενταχθεί από το State Department σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συνεργασίας με συμμάχους του ΝΑΤΟ για ασφάλεια, οικονομία, ενέργεια και τεχνολογία. Η Ελλάδα δεν εμφανίζεται σε αυτό το πλαίσιο ως απλώς ακόμη ένας σταθμός εθιμοτυπικής διπλωματίας, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης αμερικανικής προσπάθειας να οργανωθούν κρίσιμοι γεωγραφικοί χώροι μέσα από αξιόπιστα δίκτυα συμμαχικών υποδομών.
Το πραγματικό ερώτημα επομένως δεν είναι αν οι σχέσεις Ελλάδας–ΗΠΑ είναι «καλές» ή «άριστες». Αυτές οι αξιολογικές κατηγορίες προσφέρουν ελάχιστη αναλυτική αξία. Το ουσιώδες είναι αν η σχέση έχει αποκτήσει τέτοια πυκνότητα ώστε η λειτουργία της να επηρεάζει πλέον σημαντικές επιλογές και των δύο πλευρών. Τα δεδομένα δείχνουν ότι σε τομείς όπως η αμυντική πρόσβαση, η στρατιωτική κινητικότητα, η ενεργειακή διασύνδεση, η τεχνολογία και η περιφερειακή ασφάλεια η απάντηση είναι όλο και περισσότερο θετική.
Η επίσκεψη Rubio μπορεί συνεπώς να ιδωθεί ως δείκτης μιας μετάβασης από την κλασική διμερή συνεργασία προς μια περισσότερο σύνθετη στρατηγική συνεξάρτηση. Η τελευταία δεν ακυρώνει την ανισότητα ισχύος ούτε υποκαθιστά την ανάγκη αυτόνομης ελληνικής στρατηγικής. Δημιουργεί όμως μια σημαντική νέα πραγματικότητα: η Ελλάδα δεν επιδιώκει πλέον μόνο να αποσπάσει αμερικανική υποστήριξη αλλά να καταστήσει τον εαυτό της λειτουργικά χρήσιμο σε πολλαπλές αμερικανικές προτεραιότητες
Πρόσφατα σχόλια