Η ομιλία του Marco Rubio στην Πνύκα στις  αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν τοποθετηθεί δίπλα στην ομιλία του JD Vance στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου το 2025 και στη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας που δημοσίευσε η κυβέρνηση Trump τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς. Πρόκειται για τρία διαφορετικά πολιτικά κείμενα, τα οποία συγκλίνουν σε μια αναγνωρίσιμη μεταβολή του αμερικανικού στρατηγικού λεξιλογίου. Η εθνική κυριαρχία, η πολιτισμική αυτοπεποίθηση, η δημογραφική συνέχεια, η ισχύς και η ιστορική έννοια της «Δύσης» αποκτούν μεγαλύτερη θέση, ενώ η μεταψυχροπολεμική γλώσσα της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης και της παγκόσμιας κοινότητας υποχωρεί αισθητά.

Η μετατόπιση αυτή έχει μεγαλύτερη σημασία από μια αλλαγή πολιτικής ρητορικής. Αγγίζει το θεμελιώδες ερώτημα πάνω σε ποια κανονιστική βάση οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να οργανώσουν τις συμμαχίες τους και να νομιμοποιήσουν τον διεθνή τους ρόλο. Η φιλελεύθερη διεθνής τάξη στη μεταπολεμική και κυρίως στη μεταψυχροπολεμική της εκδοχή αντλούσε τη νομιμοποίησή της από ένα σύνολο αρχών που παρουσιάζονταν ως δυνητικά οικουμενικές: διεθνείς θεσμούς, πολυμερή συνεργασία, οικονομική διασύνδεση, κανόνες που περιόριζαν τη μονομερή χρήση ισχύος και, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ανά περίοδο, σύνδεση της διεθνούς νομιμότητας με τη φιλελεύθερη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η έννοια της Δύσης λειτουργεί διαφορετικά. Έχει ιστορική και πολιτισμική αναφορά. Παραπέμπει σε μια κοινότητα κρατών και κοινωνιών που παρουσιάζονται ως φορείς συγκεκριμένης πολιτικής κληρονομιάς: αρχαιοελληνική φιλοσοφία και πολιτειότητα, ρωμαϊκή πολιτειακή παράδοση, χριστιανισμός, ευρωπαϊκή ιστορία, σύγχρονος συνταγματισμός και αμερικανική δημοκρατική εμπειρία. Η ομιλία του Rubio στην Αθήνα ακολούθησε ακριβώς αυτή τη γενεαλογία. Συνέδεσε τις αρχαιοελληνικές έννοιες του ηρωισμού, της τιμής και του καθήκοντος με την εθνική αφοσίωση και με το πρόγραμμα «Πρώτα η Αμερική», υποστηρίζοντας παράλληλα ότι τα δυτικά έθνη χρειάζονται ανανεωμένη αυτοπεποίθηση και ισχύ.

Αυτό δημιουργεί μια ριζικά διαφορετική βάση διεθνούς αλληλεγγύης. Η φιλελεύθερη τάξη στηρίζεται κατ’ αρχήν σε κανόνες που υποτίθεται ότι μπορούν να εφαρμοστούν ανεξάρτητα από την πολιτισμική προέλευση ενός κράτους. Η πολιτισμική Δύση στηρίζεται περισσότερο σε κοινή ιστορική ταυτότητα. Η πρώτη οργανώνει τη συνεργασία μέσω θεσμών και γενικών κανόνων. Η δεύτερη μπορεί να οργανώνει την αλληλεγγύη μέσω της συνείδησης ότι ορισμένες κοινωνίες αποτελούν μέρη μιας κοινής ιστορικής οικογένειας.

Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του 2025 καταδεικνύει πόσο βαθιά μπορεί να φτάσει αυτή η μεταβολή. Το επίσημο αμερικανικό κείμενο υποστήριζε ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει κίνδυνο «πολιτισμικής εξάλειψης», ασκώντας κριτική στις υπερεθνικές δομές, στη μεταναστευτική πολιτική, στη δημογραφική πτώση και στην απώλεια εθνικών ταυτοτήτων και αυτοπεποίθησης. Πρόκειται για εντυπωσιακή διεύρυνση της έννοιας της εθνικής ασφάλειας. Η στρατηγική αξιοπιστία ενός ευρωπαϊκού συμμάχου δεν αξιολογείται πλέον μόνο από τις ένοπλες δυνάμεις, την οικονομική του ισχύ ή την τήρηση των συμμαχικών δεσμεύσεων. Συνδέεται επίσης με τη δημογραφική και πολιτισμική του εξέλιξη.

Αυτή η λογική είχε ήδη εμφανιστεί στην ομιλία του Vance στο Μόναχο. Ο αντιπρόεδρος τοποθέτησε στο επίκεντρο της διατλαντικής σχέσης το ζήτημα των «κοινών αξιών» και άσκησε κριτική σε ευρωπαϊκές πολιτικές και θεσμούς που, κατά την άποψή του, απομακρύνονται από δημοκρατικές αρχές και την ελευθερία του λόγου. Η ομιλία Rubio στην Αθήνα πρόσθεσε έναν περισσότερο ιστορικό και πολιτισμικό άξονα. Η ακολουθία Μόναχο–Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας–Αθήνα επιτρέπει πλέον να διακρίνει κανείς έναν αναδυόμενο τρόπο σκέψης: οι Ηνωμένες Πολιτείες του «Πρώτα η Αμερική» επιχειρούν να συνδυάσουν την προτεραιότητα της εθνικής κυριαρχίας με μια νέα αντίληψη δυτικής συλλογικής ταυτότητας.

Η σύνθεση αυτή παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον θεωρητικό παράδοξο. Ο εθνικισμός συνδέεται συνήθως με την προτεραιότητα του μεμονωμένου κράτους, ενώ οι διεθνείς τάξεις απαιτούν κάποιο επίπεδο κανόνων και συλλογικής δράσης. Η σύγχρονη αμερικανική προσέγγιση επιχειρεί να γεφυρώσει τις δύο αρχές μέσα από την ιδέα μιας κοινότητας ισχυρών κυρίαρχων εθνών. Αναλυτικά θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένας «κυριαρχικός δυτικός διεθνισμός»: τα κράτη συνεργάζονται επειδή μοιράζονται ορισμένες ιστορικές και πολιτισμικές αναφορές, διατηρώντας όμως ως θεμελιώδη μονάδα νομιμοποίησης το έθνος και όχι τον υπερεθνικό θεσμό.

Η διαφοροποίηση από τον μεταψυχροπολεμικό φιλελεύθερο διεθνισμό είναι σημαντική. Στην παλαιότερη αντίληψη, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μπορούσε να θεωρηθεί σχεδόν αυτονόητα ενισχυτική της δυτικής τάξης, επειδή περιόριζε τον ανταγωνισμό μεταξύ ευρωπαϊκών κρατών, εδραίωνε δημοκρατικούς θεσμούς και δημιουργούσε μεγαλύτερη οικονομική αλληλεξάρτηση. Στη νέα αμερικανική στρατηγική, η ίδια η υπερεθνική ολοκλήρωση μπορεί να αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα όταν θεωρείται ότι περιορίζει την εθνική κυριαρχία. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του 2025 ασκεί ρητή κριτική σε ευρωπαϊκές και υπερεθνικές δομές γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.

Έτσι αλλάζει και το νόημα του Ατλαντισμού. Η παλαιότερη μεταψυχροπολεμική εκδοχή μπορούσε να συνοψιστεί ως συνεργασία δημοκρατιών που οικοδομούν μια διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες. Η νέα εκδοχή τείνει να προσεγγίζει τη διατλαντική σχέση ως συνεργασία κυρίαρχων εθνών που μοιράζονται μια δυτική ιστορική κληρονομιά και κοινά στρατηγικά συμφέροντα. Η διαφορά είναι ουσιώδης επειδή μεταβάλλει το κριτήριο πολιτικής συγγένειας.

Το νέο πλαίσιο έχει ορισμένα εμφανή πλεονεκτήματα για τους υποστηρικτές του. Η πολιτισμική ταυτότητα μπορεί να προσφέρει ισχυρότερο συναισθηματικό θεμέλιο συμμαχικής αλληλεγγύης από την αφηρημένη αναφορά σε διεθνείς κανόνες. Ένας πολίτης μπορεί να αισθανθεί μεγαλύτερη σύνδεση με μια αφήγηση κοινής ιστορικής κληρονομιάς, άμυνας της πατρίδας και διατήρησης συγκεκριμένου τρόπου ζωής από ό,τι με την έννοια μιας «βασισμένης σε κανόνες διεθνούς τάξης». Σε περιόδους γεωπολιτικού ανταγωνισμού, η πολιτισμική ταυτότητα μπορεί επίσης να συμβάλει στη σαφέστερη διάκριση μεταξύ συμμάχων και στρατηγικών ανταγωνιστών.

Παράλληλα, η έννοια της Δύσης φέρει πολύ μεγαλύτερη εννοιολογική ασάφεια. Το πρώτο ζήτημα αφορά τα σύνορά της. Εάν η Δύση οριστεί αυστηρά με πολιτισμικοϊστορικούς όρους, γίνεται δύσκολη η ένταξη χωρών όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, οι οποίες αποτελούν κεντρικούς αμερικανικούς συμμάχους και φιλελεύθερες δημοκρατίες αλλά δεν προέρχονται από την ελληνορωμαϊκή και χριστιανική πολιτισμική γενεαλογία. Εάν, αντιθέτως, η Δύση οριστεί πολιτικά ως κοινότητα δημοκρατιών, θεσμών και κανόνων, επανέρχεται σταδιακά πολύ κοντά στη φιλελεύθερη διεθνή τάξη που επιχειρεί να αντικαταστήσει.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο σε κράτη που βρίσκονται σε ενδιάμεσες κατηγορίες. Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ και βασικός αμερικανικός στρατηγικός εταίρος, αλλά δεν εντάσσεται με αυτονόητο τρόπο σε μια στενά χριστιανοευρωπαϊκή έννοια της Δύσης. Το Ισραήλ θεωρείται συχνά μέρος του πολιτικού δυτικού στρατοπέδου παρά τη διαφορετική ιστορική του ταυτότητα. Η Ινδία συνεργάζεται στενά με τις ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα χωρίς να αποτελεί μέρος της Δύσης. Μια μεγάλη στρατηγική που οργανώνεται γύρω από πολιτισμικές κατηγορίες οφείλει επομένως να απαντήσει σε ζητήματα που μια περισσότερο λειτουργική συμμαχική λογική μπορεί να αφήσει ανοικτά.

Υπάρχει επίσης θεμελιώδης διαφορά στον τρόπο παραγωγής νομιμότητας. Η φιλελεύθερη διεθνής τάξη αντλεί μέρος της νομιμοποίησής της από την υπόσχεση ότι οι κανόνες ισχύουν γενικά και δεν αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο ενός πολιτισμικού συνασπισμού. Στην πράξη η εφαρμογή αυτής της αρχής υπήρξε συχνά επιλεκτική και οι Ηνωμένες Πολιτείες επανειλημμένα χρησιμοποίησαν την ισχύ τους με τρόπους που προκάλεσαν κριτική για διπλά πρότυπα. Η οικουμενική αξίωση όμως παρέμενε σημαντική. Έδινε στην αμερικανική ηγεσία τη δυνατότητα να παρουσιάζει θεσμούς και κανόνες ως δημόσια αγαθά και όχι αποκλειστικά ως προνόμια της Δύσης.

Μια πολιτισμικά ορισμένη δυτική τάξη διαθέτει διαφορετική λογική. Είναι περισσότερο ειλικρινής ως προς την ύπαρξη ανταγωνιστικών πολιτικών κοινοτήτων και σφαιρών συμφερόντων, αλλά περιορίζει την ικανότητα της Δύσης να παρουσιάζει τις δικές της αρχές ως ουδέτερους κανόνες μιας κοινής διεθνούς κοινωνίας. Η Κίνα, η Ινδία, αφρικανικά και άλλα μη δυτικά κράτη μπορούν ευκολότερα να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο σύστημα ως μία πολιτισμική συμμαχία μεταξύ άλλων και να διεκδικήσουν αντίστοιχο δικαίωμα οργάνωσης της δικής τους περιφερειακής τάξης.

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε διεθνές σύστημα με εντονότερη λογική πολιτισμικών και γεωπολιτικών συνασπισμών. Η τάξη θα βασίζεται λιγότερο στην προσδοκία σταδιακής σύγκλισης προς κοινές αρχές και περισσότερο στη συνύπαρξη μεγάλων πολιτικών κοινοτήτων που διαθέτουν διαφορετικές αντιλήψεις για την κυριαρχία, την οικονομία και την κοινωνική οργάνωση. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική θα αποκτούσε τότε περισσότερο κλασικά χαρακτηριστικά ισορροπίας ισχύος, ακόμη και αν η δυτική συμμαχία διατηρούσε εσωτερικό πολιτισμικό δεσμό.

Η έννοια της Δύσης έχει επίσης μετατραπεί σε πεδίο εσωτερικής πολιτικής σύγκρουσης μέσα στην ίδια την Ευρώπη. Η αμερικανική Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του 2025 προκάλεσε έντονες ευρωπαϊκές αντιδράσεις ακριβώς επειδή δεν περιοριζόταν στην απαίτηση για μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες αλλά προχωρούσε σε αξιολογήσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής, της μετανάστευσης και της εθνικής ταυτότητας. Γάλλοι αξιωματούχοι χαρακτήρισαν τη νέα στρατηγική «εξαιρετικά ωμή αποσαφήνιση» της αμερικανικής ιδεολογικής στάσης, ενώ ο Viktor Orbán χαιρέτισε το ίδιο κείμενο ως αναγνώριση της πολιτισμικής παρακμής της Ευρώπης.

Αυτή η αντίθεση αποκαλύπτει ένα νέο χαρακτηριστικό. Η «Δύση» δεν λειτουργεί μόνο ως γραμμή που χωρίζει δυτικά κράτη από εξωτερικούς ανταγωνιστές. Γίνεται ταυτόχρονα αντικείμενο εσωτερικής διαμάχης για το ποια Δύση πρέπει να επιβιώσει. Μια φιλελεύθερη εκδοχή τονίζει συνταγματισμό, δικαιώματα, πλουραλισμό, ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και διεθνείς θεσμούς. Μια εθνικοσυντηρητική εκδοχή δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην κυριαρχία, στη δημογραφική συνέχεια, στην ιστορική ταυτότητα, στην ελευθερία εθνικής πολιτικής επιλογής και στη δυσπιστία απέναντι στις υπερεθνικές ελίτ.

Η ομιλία Rubio στην Αθήνα αποτελεί προσπάθεια διαμόρφωσης μιας πιο θετικής και φιλοσοφικά φιλόδοξης εκδοχής του δεύτερου αφηγήματος. Αντί να στηρίζεται αποκλειστικά στην καταγγελία της ευρωπαϊκής παρακμής, αναζήτησε ιστορική γενεαλογία από την αρχαία Ελλάδα μέχρι τη σύγχρονη Δύση και συνέδεσε την πολιτική ισχύ με έννοιες όπως το καθήκον, η αυτοπεποίθηση, η εθνική αφοσίωση και η φιλοδοξία. Ανεξάρτητα από την αποδοχή ή την απόρριψη της ιστορικής του ερμηνείας, η ομιλία είναι σημαντική επειδή επιχειρεί κάτι περισσότερο από την υπεράσπιση συγκεκριμένων πολιτικών του Trump: επιχειρεί να προσφέρει στο America First πολιτισμική θεωρία διεθνούς συνεργασίας.

Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι μια νέα μορφή δυτικού διεθνισμού. Η βάση της συνεργασίας θα είναι η κυριαρχία και όχι η υπέρβασή της. Οι συμμαχίες θα δικαιολογούνται από συγκεκριμένα συμφέροντα και κοινή πολιτισμική συγγένεια. Οι εταίροι θα αναλαμβάνουν μεγαλύτερο βάρος για τη δική τους ασφάλεια. Η οικονομική αλληλεξάρτηση θα αξιολογείται με όρους ανθεκτικότητας και εθνικής παραγωγικής ικανότητας. Οι διεθνείς θεσμοί θα διατηρούν αξία στον βαθμό που υπηρετούν κυρίαρχα κράτη και δεν αποκτούν αυτόνομη κανονιστική υπεροχή απέναντί τους.

Η συγκεκριμένη σύνθεση έχει συγγένεια με παλαιότερες μορφές συμμαχικής πολιτικής περισσότερο από ό,τι με τη μεταψυχροπολεμική αισιοδοξία περί σταδιακής οικουμενικοποίησης της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Θυμίζει έναν κόσμο στον οποίο οι μεγάλες πολιτικές κοινότητες συνεργάζονται επειδή αντιμετωπίζουν κοινούς κινδύνους και μοιράζονται ιστορικούς δεσμούς, διατηρώντας παράλληλα πολύ ισχυρότερη αντίληψη των εθνικών συμφερόντων τους.

Η βιωσιμότητα ενός τέτοιου μοντέλου εξαρτάται όμως από τη δυνατότητα της πολιτισμικής έννοιας της Δύσης να μετατραπεί σε λειτουργικούς κανόνες. Κάθε διεθνής τάξη χρειάζεται απαντήσεις για την επίλυση διαφορών, την κατανομή των βαρών, τη συμπεριφορά προς μικρότερα κράτη και τα όρια αποδεκτής μονομερούς δράσης. Η κοινή πολιτισμική ταυτότητα μπορεί να ενισχύσει την αλληλεγγύη, αλλά δεν καθορίζει αυτόματα ποιος πληρώνει για την άμυνα, πώς αντιμετωπίζεται ένας εμπορικός πόλεμος μεταξύ συμμάχων ή τι συμβαίνει όταν δύο δυτικά κράτη έχουν αντίθετα ζωτικά συμφέροντα.

Η φιλελεύθερη διεθνής τάξη προσπαθούσε να διαχειριστεί αυτά τα ζητήματα μέσω θεσμών και κανόνων, ακόμη και όταν οι κανόνες εφαρμόζονταν ατελώς. Μια περισσότερο κυριαρχική αντίληψη της Δύσης θα χρειαστεί δικούς της μηχανισμούς περιορισμού της ισχύος, διαφορετικά κινδυνεύει να μετατραπεί σε συμμαχία της οποίας η εσωτερική λειτουργία καθορίζεται κυρίως από την ισχύ του μεγαλύτερου μέλους. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για μικρότερα δυτικά κράτη, τα οποία μπορεί να συμμερίζονται την ιδέα της εθνικής κυριαρχίας αλλά ταυτόχρονα χρειάζονται διεθνείς κανόνες ακριβώς επειδή διαθέτουν μικρότερη δυνατότητα μονομερούς επιβολής.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται στο κέντρο αυτής της αντίφασης. Για πολλά ευρωπαϊκά κράτη, η κοινή άσκηση κυριαρχίας μέσω ευρωπαϊκών θεσμών θεωρείται μέσο αύξησης της πραγματικής διεθνούς αυτονομίας τους. Στο εθνικοσυντηρητικό αμερικανικό λεξιλόγιο, οι ίδιοι θεσμοί μπορούν να παρουσιάζονται ως περιορισμός της εθνικής δημοκρατικής αυτοδιάθεσης. Το αν η νέα έννοια της Δύσης μπορεί να συμβιβάσει αυτές τις δύο αντιλήψεις θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τη συνοχή του μελλοντικού Ατλαντισμού.

Η έννοια της Δύσης μπορεί επομένως να λειτουργήσει ως ιδεολογικό υποκατάστατο της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης κυρίως στο επίπεδο της πολιτικής αφήγησης. Προσφέρει έναν διαφορετικό λόγο για τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι ευρωπαϊκές χώρες πρέπει να παραμείνουν συνδεδεμένες: κοινή ιστορική ταυτότητα, κοινό πολιτισμικό κεκτημένο και κοινό συμφέρον διατήρησης ισχύος σε ένα περισσότερο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον.

Η πλήρης μετατροπή αυτής της αφήγησης σε διεθνή τάξη είναι πολύ απαιτητικότερη. Χρειάζεται σαφή όρια συμμετοχής, μηχανισμούς επίλυσης διαφορών, κάποια αντίληψη κανόνων, σχέση με τους μη δυτικούς συμμάχους και τρόπο συμβίωσης της εθνικής κυριαρχίας με τη θεσμική συνεργασία. Η φιλελεύθερη διεθνής τάξη είχε αναπτύξει επί δεκαετίες ένα πυκνό πλέγμα θεσμών για αυτές τις λειτουργίες. Η πολιτισμική Δύση βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της ιδεολογικής διατύπωσης.

Η ιστορική σημασία της σημερινής μεταβολής βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Το «Πρώτα η Αμερική» παύει σταδιακά να παρουσιάζεται αποκλειστικά ως άρνηση του παλαιού διεθνισμού και επιχειρεί να αποκτήσει δική του θετική θεωρία διεθνούς τάξης. Η ομιλία του Rubio στην Αθήνα είναι ίσως μέχρι σήμερα μία από τις σαφέστερες προσπάθειες να δοθεί σε αυτή τη θεωρία ιστορικό και πολιτισμικό περιεχόμενο.

Αν η προσπάθεια παγιωθεί, η σημαντικότερη ιδεολογική μεταβολή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη μετα-φιλελεύθερη εποχή μπορεί να είναι η μετάβαση από τον οικουμενισμό των κανόνων στην αλληλεγγύη μιας πολιτισμικά αυτοσυνείδητης Δύσης.