Το Σύνταγμα της 4ης Οκτωβρίου 1958 διατηρεί τον θεμελιώδη μηχανισμό του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος: η κυβέρνηση είναι πολιτικά υπεύθυνη έναντι του Κοινοβουλίου, η Εθνοσυνέλευση μπορεί να την ανατρέψει και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είναι ο ίδιος επικεφαλής μιας κυβέρνησης που διαθέτει σταθερή, ανεξάρτητη από τη Βουλή θητεία. Ταυτόχρονα, η άμεση εκλογή του Προέδρου από το 1962, οι αυτοτελείς συνταγματικές του αρμοδιότητες και η πολιτική πρακτική της πλειοψηφικής Πέμπτης Δημοκρατίας έχουν δημιουργήσει ένα σύστημα στο οποίο ο αρχηγός του κράτους μπορεί να κυριαρχεί επί του συνόλου της εκτελεστικής λειτουργίας. Η ένταση ανάμεσα στη νομική δομή και στην πολιτική λειτουργία αποτελεί τον πυρήνα του προβλήματος.

Το ίδιο το συνταγματικό κείμενο προσφέρει ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της κοινοβουλευτικής φύσης του πολιτεύματος. Το άρθρο 20 ορίζει ότι η κυβέρνηση «καθορίζει και διεξάγει την πολιτική του Έθνους» και ότι είναι υπεύθυνη ενώπιον του Κοινοβουλίου, ενώ το άρθρο 21 αναθέτει στον πρωθυπουργό τη διεύθυνση της κυβερνητικής δράσης, την εκτέλεση των νόμων και, υπό συγκεκριμένους όρους, την κανονιστική εξουσία. Το άρθρο 49 οργανώνει τους μηχανισμούς πολιτικής ευθύνης και το άρθρο 50 υποχρεώνει τον πρωθυπουργό να υποβάλει την παραίτηση της κυβέρνησης όταν η Εθνοσυνέλευση εγκρίνει πρόταση μομφής ή απορρίψει κυβερνητικό πρόγραμμα ή δήλωση γενικής πολιτικής. Αυτή η αλυσίδα ευθύνης αποτελεί το κατεξοχήν γνώρισμα κοινοβουλευτικού συστήματος.

Αντιστοίχως, ο Πρόεδρος δεν διαθέτει στο κείμενο τη δυνατότητα ελεύθερης παύσης του πρωθυπουργού. Το άρθρο 8 προβλέπει ότι διορίζει τον πρωθυπουργό και ότι θέτει τέλος στα καθήκοντά του όταν ο τελευταίος υποβάλει την παραίτηση της κυβέρνησης. Η διατύπωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περιόδους συγκατοίκησης, όταν ο Πρόεδρος υποχρεώνεται πολιτικά να επιλέξει πρωθυπουργό προερχόμενο από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και δεν μπορεί να τον αντικαταστήσει κατά βούληση όσο εκείνος διατηρεί την υποστήριξή της. Η κυβέρνηση επομένως αντλεί τη δυνατότητα παραμονής της στην εξουσία από το κοινοβουλευτικό πεδίο, όχι από μια αυτοτελή προεδρική ψήφο εμπιστοσύνης.

Αυτή η νομική αρχιτεκτονική διαφοροποιεί θεμελιωδώς τη Γαλλία από ένα γνήσιο προεδρικό σύστημα όπως εκείνο των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Αμερικανός Πρόεδρος είναι ταυτόχρονα αρχηγός του κράτους και επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας, διαθέτει σταθερή θητεία ανεξάρτητη από την εμπιστοσύνη του Κογκρέσου και δεν συνυπάρχει με πρωθυπουργό που εξαρτάται πολιτικά από κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Στη Γαλλία, η διάκριση αρχηγού κράτους και αρχηγού κυβέρνησης παραμένει θεσμικά ενεργή. Η Εθνοσυνέλευση μπορεί να ανατρέψει την κυβέρνηση, ενώ ο Πρόεδρος μπορεί να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση. Αυτή η αμοιβαία δυνατότητα πολιτικής επίδρασης μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής λειτουργίας αποτελεί χαρακτηριστικό κοινοβουλευτικής λογικής, έστω σε εξαιρετικά ενισχυμένη και εξορθολογισμένη μορφή.

Η Πέμπτη Δημοκρατία, ωστόσο, δεν αποτελεί συμβατικό κοινοβουλευτισμό. Το άρθρο 5 απονέμει στον Πρόεδρο ρόλο εγγυητή του Συντάγματος, της εύρυθμης λειτουργίας των δημόσιων εξουσιών, της συνέχειας του κράτους, της εθνικής ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας. Διαθέτει επιπλέον σημαντικές αρμοδιότητες που ασκούνται χωρίς υπουργική προσυπογραφή, μεταξύ των οποίων η διάλυση της Εθνοσυνέλευσης, συγκεκριμένες δημοψηφισματικές αρμοδιότητες και οι εξαιρετικές εξουσίες του άρθρου 16. Προεδρεύει του Υπουργικού Συμβουλίου, είναι αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων και, μετά τη συνταγματική μεταβολή του 1962, εκλέγεται απευθείας από το εκλογικό σώμα. Έτσι διαθέτει προσωπική δημοκρατική νομιμοποίηση ασυνήθιστα ισχυρή για αρχηγό κράτους σε κοινοβουλευτικό σύστημα.

Ο Duverger οικοδόμησε ακριβώς πάνω σε αυτή την ιδιομορφία την κατηγορία του ημιπροεδρικού συστήματος. Στην κλασική του διατύπωση, ένα τέτοιο σύστημα συνδυάζει Πρόεδρο εκλεγμένο από τον λαό, πραγματικές προεδρικές εξουσίες και κυβέρνηση πολιτικά υπεύθυνη έναντι του Κοινοβουλίου. Η θεωρητική καινοτομία ήταν σημαντική, επειδή αποκάλυπτε ότι η διάκριση μεταξύ κοινοβουλευτικού και προεδρικού συστήματος δεν επαρκούσε για την περιγραφή ορισμένων μικτών θεσμικών μορφών. Ο ίδιος όμως τόνιζε ότι η πραγματική κατανομή εξουσίας εξαρτάται από περισσότερα στοιχεία από το συνταγματικό κείμενο: την πολιτική παράδοση, τις περιστάσεις, τη σύνθεση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και τη σχέση του Προέδρου με την πλειοψηφία αυτή.

Η τελευταία παρατήρηση είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη Γαλλία. Όταν ο Πρόεδρος διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία που πολιτικά αναγνωρίζει την προεδρική ηγεσία, η τυπική κατανομή των άρθρων 20 και 21 υποχωρεί μπροστά σε μια προεδρικοποιημένη πρακτική. Το πρόγραμμα με το οποίο εξελέγη ο Πρόεδρος γίνεται κυβερνητικό πρόγραμμα, ο πρωθυπουργός λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως συντονιστής της εφαρμογής του και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία οργανώνεται γύρω από τον αρχηγό του κράτους. Ο Robert Elgie έχει δείξει ότι η προεδρική ισχύς στη Γαλλία συνδέεται βαθιά με τη φύση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας: η ύπαρξη πλειοψηφίας ευθυγραμμισμένης με τον Πρόεδρο ενισχύει δραστικά την πραγματική του κυριαρχία.

Το «πλειοψηφικό γεγονός» αποτελεί επομένως το κρυφό θεσμικό θεμέλιο της γαλλικής προεδρικής υπεροχής. Το Σύνταγμα δεν αναφέρει πουθενά ότι ο Πρόεδρος καθορίζει την εσωτερική πολιτική του κράτους. Η πολιτική πρακτική όμως του επιτρέπει να το πράττει όταν διαθέτει πειθαρχημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Έτσι δημιουργείται μια εντυπωσιακή διάσταση ανάμεσα στη γραμματική ερμηνεία του Συντάγματος και στη λειτουργική πραγματικότητα του πολιτεύματος. Η προεδρικότητα της Πέμπτης Δημοκρατίας παράγεται από τη συνάντηση θεσμικών αρμοδιοτήτων, άμεσης δημοκρατικής νομιμοποίησης και πλειοψηφικής κομματικής δομής.

Η συγκατοίκηση αποκαλύπτει με εξαιρετική καθαρότητα αυτή τη διάκριση. Στις περιόδους 1986–1988, 1993–1995 και 1997–2002, ο Πρόεδρος παρέμεινε άμεσα εκλεγμένος και διατήρησε όλες τις συνταγματικές του αρμοδιότητες. Η απώλεια όμως της φιλικής προς αυτόν κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας μετακίνησε το πραγματικό κέντρο της εσωτερικής πολιτικής προς τον πρωθυπουργό. Η επίσημη γαλλική θεσμική ανάλυση επισημαίνει ότι υπό συγκατοίκηση ο διφυής χαρακτήρας της εκτελεστικής εξουσίας εμφανίζεται πλήρως και ο πρωθυπουργός καθίσταται η κυρίαρχη φυσιογνωμία του κυβερνητικού πόλου.

Η εμπειρία αυτή είναι αποφασιστική για τη δογματική ταξινόμηση. Εάν η εξαιρετικά ισχυρή γαλλική Προεδρία ήταν αποκλειστικό προϊόν του συνταγματικού κειμένου, η αλλαγή κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δεν θα μπορούσε να μεταβάλει τόσο δραστικά τη λειτουργία του συστήματος. Η συγκατοίκηση αποδεικνύει ότι η Πέμπτη Δημοκρατία περιέχει έναν ενεργό κοινοβουλευτικό πυρήνα, ο οποίος καθίσταται ορατός όταν διαρρηγνύεται η πολιτική ενότητα Προέδρου και κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Η συνταγματική μεταρρύθμιση του 2000 και η επακόλουθη αλλαγή του εκλογικού ημερολογίου από το 2002 ενίσχυσαν την αντίθετη τάση. Η μείωση της προεδρικής θητείας από επτά σε πέντε έτη και η διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών αμέσως μετά τις προεδρικές δημιούργησαν ισχυρό μηχανισμό παραγωγής πλειοψηφίας συμβατής με τον νεοεκλεγμένο Πρόεδρο. Η γαλλική θεσμική βιβλιογραφία αναγνωρίζει ότι οι αλλαγές αυτές περιόρισαν σημαντικά την πιθανότητα συγκατοίκησης και ενίσχυσαν την προεδρική ανάγνωση των θεσμών.

Η εξέλιξη αυτή φωτίζει ένα κεντρικό χαρακτηριστικό του γαλλικού συστήματος: η πολιτική του φύση δεν μπορεί να συναχθεί αποκλειστικά από τις αρμοδιότητες που απαριθμεί το Σύνταγμα. Η σειρά των εκλογών, η διάρκεια των θητειών, η κομματική πειθαρχία και η σχέση του Προέδρου με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία αποτελούν στοιχεία σχεδόν ισοδύναμης σημασίας για την πραγματική κατανομή της εξουσίας. Η ίδια συνταγματική διάταξη μπορεί να παράγει πολύ διαφορετικό αποτέλεσμα ανάλογα με το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ενεργοποιείται.

Ο χαρακτηρισμός «ημιπροεδρικό» παραμένει συνεπώς εξαιρετικά χρήσιμος στη συγκριτική πολιτική επιστήμη, αρκεί να μη θεωρηθεί ότι η Γαλλία είναι κατά το ήμισυ προεδρική και κατά το ήμισυ κοινοβουλευτική. Περιγράφει ένα σύστημα στο οποίο συνυπάρχουν άμεσα εκλεγμένος Πρόεδρος και κυβέρνηση εξαρτώμενη από την εμπιστοσύνη του Κοινοβουλίου. Ο Robert Elgie έχει επισημάνει ότι η Γαλλία δεν πρέπει καν να αντιμετωπίζεται ως αρχέτυπο κάθε ημιπροεδρικού καθεστώτος, δεδομένης της τεράστιας εσωτερικής διαφοροποίησης της κατηγορίας. Αποτελεί περισσότερο χαρακτηριστική περίπτωση μιας συγκεκριμένης μορφής του.

Από αυστηρά συνταγματική σκοπιά, η Πέμπτη Δημοκρατία διατηρεί συνεπώς κοινοβουλευτική βάση: κυβέρνηση υπεύθυνη ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης, πρωθυπουργό που εξαρτά την παραμονή του από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και μη ταύτιση αρχηγού κράτους και αρχηγού κυβέρνησης. Η άμεση εκλογή και οι σημαντικές αυτοτελείς αρμοδιότητες του Προέδρου δημιουργούν πάνω σε αυτόν τον πυρήνα μια δεύτερη πηγή εκτελεστικής ισχύος. Όταν αυτή συνδυάζεται με συμβατή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, το αποτέλεσμα προσεγγίζει έναν έντονα προεδρικοποιημένο κοινοβουλευτισμό. Όταν η πλειοψηφία μεταβάλλεται, η κοινοβουλευτική βάση επανέρχεται στο προσκήνιο.

Η ακριβέστερη περιγραφή της Γαλλίας βρίσκεται επομένως στη συνύπαρξη των δύο προσεγγίσεων και όχι στην υποχρεωτική επιλογή μιας από αυτές. Στη συγκριτική θεωρία, η κατηγορία του ημιπροεδρικού συστήματος αποδίδει εύστοχα τη διττή θεσμική δομή. Στη δογματική ανάλυση του Συντάγματος, η Πέμπτη Δημοκρατία παραμένει ένα εξαιρετικά ιδιόμορφο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, του οποίου η λειτουργία έχει προεδρικοποιηθεί από την άμεση εκλογή του αρχηγού του κράτους, το πλειοψηφικό γεγονός και το εκλογικό ημερολόγιο. Η ιδιαίτερη ανθεκτικότητά της προκύπτει ακριβώς από αυτή τη διπλή φύση: το σύστημα μπορεί να μεταβάλλει το πραγματικό κέντρο εξουσίας χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να μεταβάλλει το ίδιο το Σύνταγμα.