Η Γαλλία έχει διαμορφώσει ένα σύνθετο σύστημα στο οποίο το κράτος μπορεί να είναι μέτοχος μιας επιχείρησης, να καθορίζει το κανονιστικό πλαίσιο της αγοράς στην οποία αυτή δραστηριοποιείται, να χρηματοδοτεί νέες τεχνολογικές και βιομηχανικές δραστηριότητες και ταυτόχρονα να χρησιμοποιεί τις δημόσιες προμήθειες, τις φορολογικές ρυθμίσεις και την ευρωπαϊκή πολιτική ως εργαλεία παραγωγικού μετασχηματισμού. Πρόκειται για μια σύγχρονη εκδοχή της γαλλικής παράδοσης κρατικής οικονομικής παρέμβασης, πολύ διαφορετική τόσο από την πλήρη κρατικοποίηση όσο και από την αντίληψη ενός κράτους που περιορίζεται στην εξωτερική εποπτεία της αγοράς.
Η ιδιότητα του κράτους ως μετόχου έχει σήμερα σαφή θεσμική έκφραση στην Υπηρεσία Κρατικών Συμμετοχών — Agence des participations de l’État, APE. Το χαρτοφυλάκιό της περιλαμβάνει 87 επιχειρήσεις σε ενέργεια, άμυνα, αεροναυπηγική, μεταφορές, τηλεπικοινωνίες και άλλους στρατηγικούς τομείς, με συνολική εκτιμώμενη αξία 229,6 δισ. ευρώ στις 30 Ιουνίου 2026. Σε αυτό περιλαμβάνονται επιχειρήσεις όπως η EDF, η Engie, η Airbus, η Safran, η Thales, η Renault, η Orange, η SNCF και άλλες εταιρείες με διαφορετικό βαθμό κρατικής συμμετοχής. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η κρατική ιδιοκτησία δεν αποτελεί ιστορικό κατάλοιπο μιας προηγούμενης εποχής. Παραμένει ενεργό εργαλείο οικονομικής και στρατηγικής πολιτικής.
Η σύγχρονη λογική του κρατικού μετόχου, όμως, έχει αλλάξει ουσιαστικά σε σχέση με την παραδοσιακή αντίληψη της δημόσιας επιχείρησης. Η APE δηλώνει ρητά ότι λειτουργεί ως μακροχρόνιος επενδυτής σε επιχειρήσεις που κρίνονται στρατηγικές, επιδιώκοντας ταυτόχρονα οικονομική απόδοση, αύξηση της μακροχρόνιας αξίας τους και υποστήριξη της μεταμόρφωσής τους. Το κράτος δεν εμφανίζεται συνεπώς μόνο ως ιδιοκτήτης που χρησιμοποιεί μια εταιρεία για την υλοποίηση δημόσιας πολιτικής. Καλείται να συμπεριφέρεται και ως σοβαρός θεσμικός μέτοχος: να παρακολουθεί την εταιρική διακυβέρνηση, να προστατεύει την κεφαλαιακή αξία των συμμετοχών του και να επιτρέπει στις επιχειρήσεις να παραμένουν ανταγωνιστικές.
Αυτή η μεταβολή είναι θεμελιώδης. Η αξία μιας κρατικής συμμετοχής σε μια επιχείρηση όπως η EDF, η Thales ή η Airbus δεν βρίσκεται μόνο στον έλεγχο που μπορεί να ασκήσει η κυβέρνηση. Βρίσκεται επίσης στη δυνατότητα διατήρησης κρίσιμης τεχνογνωσίας, αποτροπής απώλειας εθνικού ελέγχου σε στρατηγικές υποδομές και παροχής σταθερού μετοχικού κεφαλαίου σε δραστηριότητες με πολύ μεγάλο χρονικό ορίζοντα. Η πυρηνική ενέργεια, η αεροδιαστημική τεχνολογία και η αμυντική βιομηχανία χρειάζονται επενδύσεις δεκαετιών, υψηλό αρχικό κόστος και διαρκή ερευνητική ικανότητα. Σε τέτοιους τομείς το κράτος μπορεί να λειτουργεί ως μέτοχος με χρονικό ορίζοντα πολύ μεγαλύτερο από εκείνον που συχνά διαθέτει ένας ιδιωτικός χρηματοοικονομικός επενδυτής.
Η κρατική ιδιοκτησία δημιουργεί όμως ένα προφανές θεσμικό πρόβλημα: το κράτος είναι ταυτόχρονα και ρυθμιστής. Μια κυβέρνηση που κατέχει μετοχές σε εταιρείες ενέργειας, μεταφορών ή τηλεπικοινωνιών μπορεί να επηρεάζει παράλληλα τους κανόνες της αγοράς στην οποία αυτές δραστηριοποιούνται. Η σύγκρουση ρόλων μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και χωρίς οποιαδήποτε καταχρηστική πρόθεση. Το υπουργείο που επιθυμεί υψηλότερη αξία μιας κρατικής εταιρείας μπορεί να έχει διαφορετική προτεραιότητα από τη ρυθμιστική αρχή που επιδιώκει ισχυρότερο ανταγωνισμό ή χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές.
Η ίδια η δημιουργία της APE το 2004 αντανακλά ακριβώς την ανάγκη θεσμικού διαχωρισμού. Η επίσημη γαλλική δογματική αντίληψη διακρίνει ρητά τον ρόλο του κράτους ως μετόχου από τις λειτουργίες του ως ρυθμιστή, φορολογικής αρχής, τομεακού επόπτη και δημόσιου αγοραστή. Η διάκριση αυτή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες θεσμικές προϋποθέσεις για τη λειτουργία ενός σύγχρονου κρατικού καπιταλισμού. Το κράτος μπορεί να διατηρεί συμμετοχές σε στρατηγικές επιχειρήσεις χωρίς να μετατρέπει αυτόματα την αγορά σε προνομιακό χώρο των εταιρειών του, υπό την προϋπόθεση ότι οι διαφορετικές δημόσιες λειτουργίες οργανώνονται με διακριτές διαδικασίες, κριτήρια και φορείς λογοδοσίας.
Η ευρωπαϊκή έννομη τάξη ενισχύει αυτή την ανάγκη. Το άρθρο 107 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέτει ως γενική αρχή τον έλεγχο των επιλεκτικών κρατικών ενισχύσεων που μπορούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι στις μορφές κρατικής παρέμβασης που ενδέχεται να εμπίπτουν στους σχετικούς κανόνες περιλαμβάνεται ακόμη και η κρατική συμμετοχή στο κεφάλαιο επιχειρήσεων. Η γαλλική κρατική οικονομική στρατηγική επομένως λειτουργεί μέσα σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο που περιορίζει τη δυνατότητα άμεσης εθνικής εύνοιας και υποχρεώνει το κράτος να δικαιολογεί παρεμβάσεις με όρους συμβατούς με την ενιαία αγορά.
Ο τρίτος ρόλος του κράτους, εκείνος του στρατηγικού επενδυτή, παρουσιάζει διαφορετική λογική. Εδώ το κράτος δεν επιδιώκει κατ’ ανάγκη τον εταιρικό έλεγχο μιας επιχείρησης. Επιχειρεί να διορθώσει ελλείψεις χρηματοδότησης, να μειώσει τον κίνδυνο επενδύσεων με μεγάλο χρονικό ορίζοντα και να επιταχύνει την ανάπτυξη τεχνολογιών ή βιομηχανικών κλάδων που θεωρεί κρίσιμους για τη μελλοντική παραγωγική ισχύ. Η Bpifrance αποτελεί τον χαρακτηριστικότερο θεσμό αυτής της λειτουργίας. Μόνο το 2025 κινητοποίησε περίπου 72 δισ. ευρώ για τη γαλλική οικονομία μέσω πιστώσεων, επενδύσεων, εγγυήσεων και εξαγωγικής χρηματοδότησης, με ιδιαίτερη έμφαση στη βιομηχανία, στο κλίμα και στις τεχνολογίες αιχμής.
Η Bpifrance αποτυπώνει μια κρίσιμη μετατόπιση του κρατικού παρεμβατισμού. Η σύγχρονη βιομηχανική πολιτική δεν χρειάζεται πάντοτε κρατική κατοχή του παραγωγικού μέσου. Το κράτος μπορεί να επηρεάζει την κατεύθυνση της παραγωγής μέσω συμμετοχών μειοψηφίας, δανείων, εγγυήσεων, συμμετοχής σε επενδυτικά κεφάλαια και συνχρηματοδότησης επιχειρηματικών κινδύνων. Το 2025 η Bpifrance πραγματοποίησε 2,5 δισ. ευρώ επενδύσεων κεφαλαιακής ανάπτυξης σε 168 επιχειρήσεις, ενώ παράλληλα χρηματοδότησε τεχνολογίες αιχμής, νεοφυείς βιομηχανικές επιχειρήσεις, πράσινη τεχνολογία και τομείς που συνδέονται με την οικονομική κυριαρχία. Η δημόσια παρέμβαση μετατρέπεται έτσι από άμεση διοίκηση επιχειρήσεων σε διαμόρφωση των συνθηκών μέσα στις οποίες επενδύει και το ιδιωτικό κεφάλαιο.
Το France 2030 προσθέτει μια ακόμη βαθμίδα. Πρόκειται για επενδυτικό πρόγραμμα 54 δισ. ευρώ που κατευθύνει πόρους σε τεχνολογίες και κλάδους όπως η ενέργεια, το υδρογόνο, η αυτοκινητοβιομηχανία, η αεροναυπηγική, το διάστημα, η υγεία, η τεχνητή νοημοσύνη και άλλες στρατηγικές δραστηριότητες. Ο συντονισμός πραγματοποιείται από τη Γενική Γραμματεία Επενδύσεων υπό την εποπτεία του πρωθυπουργού, με έμφαση τόσο στην τεχνολογική καινοτομία όσο και στην εκβιομηχάνιση. Έως το τέλος του 2025 είχαν δεσμευθεί 42 δισ. ευρώ του προγράμματος.
Εδώ εμφανίζεται η πραγματική φυσιογνωμία του σύγχρονου γαλλικού κράτους. Η APE διαχειρίζεται την κρατική ιδιοκτησία. Η Bpifrance κινητοποιεί και κατευθύνει κεφάλαιο. Το France 2030 επιλέγει εθνικές τεχνολογικές και βιομηχανικές προτεραιότητες. Οι ανεξάρτητες ρυθμιστικές αρχές και το ευρωπαϊκό δίκαιο προστατεύουν τον ανταγωνισμό και περιορίζουν την ευνοϊκή μεταχείριση επιμέρους επιχειρήσεων. Το κράτος δεν βρίσκεται έξω από την αγορά ούτε την αντικαθιστά. Κατέχει διαφορετικές θέσεις μέσα και γύρω από αυτήν.
Η πολλαπλότητα αυτή δημιουργεί πραγματικά πλεονεκτήματα. Επιτρέπει στη Γαλλία να συνδέει την οικονομική πολιτική με ζητήματα κυριαρχίας. Όταν εμφανίζεται κίνδυνος απώλειας ελέγχου σε κρίσιμη βιομηχανία, το κράτος μπορεί να ενισχύσει τη συμμετοχή του. Το 2026, για παράδειγμα, αποφάσισε να συμμετάσχει σε αύξηση κεφαλαίου της Eramet ώστε να ενισχύσει τη χρηματοοικονομική θέση μιας επιχείρησης κρίσιμης για τα στρατηγικά ορυκτά και να γίνει ο μεγαλύτερος μέτοχός της. Η κίνηση αποτυπώνει μια σύγχρονη αντίληψη οικονομικής ασφάλειας: η ιδιοκτησιακή πολιτική μπορεί να χρησιμοποιείται επιλεκτικά για την προστασία παραγωγικών ικανοτήτων που έχουν ευρύτερη σημασία για τη βιομηχανική και ευρωπαϊκή κυριαρχία.
Η ίδια ευελιξία φαίνεται και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το 2026 η APE αναδιοργάνωσε το χαρτοφυλάκιό της και μεταβίβασε συμμετοχές στις εταιρείες σηράγγων και αυτοκινητοδρόμων ATMB και SFTRF στην Caisse des Dépôts, αποδεσμεύοντας περίπου 1,5 δισ. ευρώ ώστε να διαθέτει περισσότερους πόρους για επενδύσεις σε επιχειρήσεις στρατηγικές για τη βιομηχανική, ενεργειακή και ψηφιακή κυριαρχία και για την εθνική ασφάλεια. Το σύγχρονο κράτος-μέτοχος δεν χρειάζεται επομένως να συσσωρεύει αδιακρίτως συμμετοχές. Μπορεί να αναδιατάσσει το χαρτοφυλάκιό του σύμφωνα με μεταβαλλόμενες στρατηγικές προτεραιότητες.
Αυτή ακριβώς η επιλεκτικότητα αποτελεί προϋπόθεση επιτυχίας. Η κρατική συμμετοχή χάνει τη στρατηγική της αξία όταν μετατρέπεται σε γενική προστασία επιχειρήσεων από τον ανταγωνισμό, σε μέσο διάσωσης μη βιώσιμων δραστηριοτήτων ή σε μηχανισμό πολιτικής κατανομής κεφαλαίου χωρίς σαφή κριτήρια. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος όσο περισσότεροι ρόλοι συγκεντρώνονται στο κράτος. Ο μέτοχος ενδιαφέρεται για την αξία της εταιρείας, ο ρυθμιστής για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, ο επενδυτής για τη δημιουργία μελλοντικών ικανοτήτων και ο δημοσιονομικός διαχειριστής για την προστασία των δημόσιων πόρων. Οι επιδιώξεις αυτές μπορούν να συγκλίνουν, αλλά δεν ταυτίζονται.
Το αποτελεσματικό γαλλικό μοντέλο χρειάζεται επομένως ένα είδος εσωτερικής θεσμικής διάκρισης των εξουσιών στην οικονομική πολιτική. Η κρατική ιδιοκτησία πρέπει να διέπεται από σαφή μετοχική στρατηγική. Η ρύθμιση χρειάζεται ουδετερότητα έναντι δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρήσεων. Οι στρατηγικές επενδύσεις πρέπει να στηρίζονται σε τεχνολογική και οικονομική αξιολόγηση και να επανεξετάζονται όταν οι αρχικές υποθέσεις αποδεικνύονται λανθασμένες. Η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να αποτρέπει τη μετατροπή κάθε στρατηγικού επιχειρήματος σε απεριόριστη απαίτηση κρατικής χρηματοδότησης.
Η σύγχρονη γαλλική εμπειρία δείχνει έτσι μια μορφή κρατικού καπιταλισμού πολύ πιο απαιτητική από την παραδοσιακή δημόσια ιδιοκτησία. Το κράτος επιχειρεί να διαθέτει αρκετή ιδιοκτησιακή, χρηματοδοτική και ρυθμιστική ικανότητα ώστε να επηρεάζει τη μακροχρόνια κατεύθυνση κρίσιμων αγορών χωρίς να καταργεί την αποκεντρωμένη πληροφόρηση, τον ανταγωνισμό και την επιχειρηματική πρωτοβουλία.
Πρόσφατα σχόλια