Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης μεταβάλλει πρωτίστως την εσωτερική λιβυκή βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η συμφωνία. Το κοινοβούλιο που εδρεύει στην ανατολική Λιβύη ενέκρινε ομόφωνα το μνημόνιο του 2019 για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών και ταυτόχρονα ανακάλεσε τις αποφάσεις του 2020 με τις οποίες είχε απορρίψει τις τουρκολιβυκές συμφωνίες και είχε ζητήσει τη διακοπή των πολιτικών σχέσεων με την Άγκυρα. Η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας στην Τρίπολη χαιρέτισε αμέσως την απόφαση. Έτσι, ένα κείμενο που επί χρόνια αποτελούσε και εσωτερικό σημείο διαίρεσης της Λιβύης αποκτά πλέον πολύ ευρύτερη πολιτική αποδοχή στα δύο βασικά κέντρα εξουσίας της χώρας.
Η εξέλιξη αυτή χρειάζεται να αξιολογηθεί με ακρίβεια, επειδή η πολιτική εδραίωση μιας συμφωνίας στο εσωτερικό ενός κράτους και η διεθνής νομική της αντιταξιμότητα αποτελούν διαφορετικά επίπεδα. Η λιβυκή κοινοβουλευτική απόφαση ενισχύει σημαντικά το πρώτο. Δεν επιλύει αυτομάτως το δεύτερο. Η ουσία της νέας πραγματικότητας βρίσκεται στο γεγονός ότι η Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει το μνημόνιο ως επιλογή αποκλειστικά μιας συγκεκριμένης λιβυκής κυβέρνησης που συνήφθη μέσα στις έκτακτες συνθήκες του εμφυλίου πολέμου. Η ανατολική πολιτική πλευρά, η οποία υπήρξε ο πιο έντονος εσωτερικός αντίπαλος της συμφωνίας, επέλεξε έξι χρόνια αργότερα να την ενσωματώσει στη δική της πολιτική γραμμή. Η μεταστροφή αυτή προσδίδει στο μνημόνιο μεγαλύτερη πιθανότητα χρονικής συνέχειας ανεξάρτητα από τις μελλοντικές εναλλαγές στην εκτελεστική εξουσία της Λιβύης.
Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που μετατρέπει την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου σε ζήτημα υψηλής πολιτικής. Από το 2019 έως πρόσφατα, η τουρκική στρατηγική στη Λιβύη συνδεόταν κυρίως με τη δυτική πλευρά της χώρας. Η στρατιωτική στήριξη της Άγκυρας προς την τότε Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας και η υπογραφή των δύο μνημονίων —θαλάσσιου και αμυντικού— δημιουργούσαν την εντύπωση ενός πλέγματος συμφωνιών στενά συνδεδεμένου με έναν συγκεκριμένο συσχετισμό του λιβυκού εμφυλίου. Η προσέγγιση της Τουρκίας με την ανατολική Λιβύη τα επόμενα χρόνια μετατόπισε σταδιακά αυτή την πραγματικότητα. Η Άγκυρα διεύρυνε τις οικονομικές, πολιτικές και θεσμικές της επαφές, ενώ η ανατολική πλευρά αναζήτησε περισσότερο πολυδιάστατες εξωτερικές σχέσεις. Η κύρωση του 2026 αποτελεί ώριμο προϊόν αυτής της αλλαγής.
Η νέα λιβυκή στάση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή οι διεθνείς επιλογές ενός διαιρεμένου κράτους αποκτούν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα όταν αρχίζουν να γίνονται αποδεκτές από ανταγωνιστικά εσωτερικά κέντρα. Η Λιβύη παραμένει θεσμικά και πολιτικά κατακερματισμένη. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο ζήτημα διαμορφώνεται πλέον μια ασυνήθιστη σύγκλιση. Η κυβέρνηση της Τρίπολης εξακολουθεί να θεωρεί το μνημόνιο τμήμα της εξωτερικής της πολιτικής, ενώ η Βουλή των Αντιπροσώπων εγκατέλειψε την προηγούμενη απόρριψή του. Αυτό αυξάνει την πιθανότητα η συμφωνία να επιβιώσει μιας μελλοντικής πολιτικής επανένωσης της χώρας και να εισέλθει σε οποιαδήποτε νέα λιβυκή διαπραγματευτική θέση για τη Μεσόγειο ως ήδη υφιστάμενο κρατικό κεκτημένο.
Για την Τουρκία αυτή η εξέλιξη αποτελεί σημαντική στρατηγική επιτυχία. Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε την κοινοβουλευτική απόφαση θετική εξέλιξη και επανέλαβε τη θέση ότι το μνημόνιο βρίσκεται ήδη σε ισχύ από το 2019, ότι υπηρετεί τα δικαιώματα των δύο κρατών και ότι εδράζεται στο διεθνές δίκαιο και στην αρχή της ευθυδικίας. Η τουρκική στρατηγική αποκτά πλέον ισχυρότερο πολιτικό επιχείρημα: μπορεί να παρουσιάζει τη συμφωνία ως επιλογή που δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην παλαιά Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας, αλλά έχει γίνει αποδεκτή και από εκείνο το λιβυκό θεσμικό κέντρο που την είχε απορρίψει με ιδιαίτερη ένταση.
Η Ελλάδα βρίσκεται γι’ αυτό μπροστά σε διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον. Η επί χρόνια εσωτερική αντίθεση της ανατολικής Λιβύης παρείχε στην Αθήνα ένα σημαντικό διπλωματικό δεδομένο, επειδή επέτρεπε να υποστηρίζεται ότι το μνημόνιο στερούνταν ακόμη και ευρείας εσωτερικής λιβυκής νομιμοποίησης. Η απόφαση του 2026 αποδυναμώνει αυτό το επιχείρημα. Η ελληνική θέση πρέπει πλέον να στηρίζεται ακόμη καθαρότερα στην ουσία του Δικαίου της Θάλασσας, στα δικαιώματα που παράγουν οι ελληνικές ακτές και στην αρχή ότι μια διμερής συμφωνία δεν μπορεί να διαθέτει θαλάσσιες ζώνες τρίτου κράτους.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό όριο της λιβυκής κύρωσης. Η κοινοβουλευτική αποδοχή θεραπεύει, σε πολιτικό επίπεδο, ένα σημαντικό μέρος της εσωτερικής λιβυκής αμφισβήτησης. Δεν μπορεί να μεταβάλει τη γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου ούτε να αποσβέσει δικαιώματα που απορρέουν για τρίτα κράτη από το διεθνές δίκαιο. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει στα νησιά, με εξαίρεση την ειδική κατηγορία των βράχων της παραγράφου 3 του άρθρου 121, χωρική θάλασσα, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα όπως και στις άλλες χερσαίες περιοχές. Η Κρήτη, η Ρόδος, η Κάρπαθος και η Κάσος αποτελούν κανονικά κατοικημένες νησιωτικές επικράτειες και παράγουν θαλάσσιες ζώνες. Η τελική επήρειά τους σε μια συγκεκριμένη οριοθέτηση μπορεί να εξετάζεται με βάση τη σχετική διεθνή νομολογία και τις ειδικές γεωγραφικές περιστάσεις, όμως η ύπαρξη των δικαιωμάτων τους δεν μπορεί απλώς να εξαφανίζεται από μια συμφωνία άλλων κρατών.
Το στοιχείο αυτό δίνει στην ελληνική επιχειρηματολογία ιδιαίτερη νομική συνοχή. Η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών αποτελεί κατ’ αρχήν διαδικασία μεταξύ κρατών των οποίων οι θαλάσσιες προβολές επικαλύπτονται. Η τουρκολιβυκή γραμμή χαράχθηκε με τρόπο που παρακάμπτει την ύπαρξη των ελληνικών νησιωτικών ακτών και προβάλλει τουρκικές και λιβυκές θαλάσσιες αξιώσεις σε περιοχή όπου παρεμβάλλονται ελληνικά δικαιώματα. Η ελληνική κυβέρνηση επανέλαβε στις 20 Οκτωβρίου ότι η Τουρκία και η Λιβύη δεν διαθέτουν, κατά την ελληνική νομική θέση, αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές που να θεμελιώνουν τη συγκεκριμένη οριοθέτηση και ότι η συμφωνία παραγνωρίζει τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών.
Η θέση αυτή απέκτησε την αμέσως επόμενη ημέρα σαφή ευρωπαϊκή επιβεβαίωση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δήλωσε ότι το μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομες συνέπειες για τρίτα κράτη. Η σημασία της ευρωπαϊκής δήλωσης είναι μεγαλύτερη από μια απλή πολιτική έκφραση αλληλεγγύης. Ενσωματώνει τη διαφορά στο ευρύτερο ζήτημα της ευρωπαϊκής θαλάσσιας τάξης και ενισχύει τη θέση ότι η διμερής βούληση Τουρκίας και Λιβύης δεν αρκεί για να επηρεάσει δικαιώματα που διεκδικεί κράτος-μέλος.
Η γενική αρχή του δικαίου των συνθηκών οδηγεί στην ίδια κατεύθυνση. Σύμφωνα με τη Σύμβαση της Βιέννης, μια συνθήκη δεν δημιουργεί υποχρεώσεις για τρίτο κράτος χωρίς τη συναίνεσή του. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και εάν Τουρκία και Λιβύη θεωρούν το μνημόνιο πλήρως έγκυρο στις μεταξύ τους σχέσεις, η διμερής συμφωνία δεν αποκτά από μόνη της τη δυνατότητα να δεσμεύσει την Ελλάδα ως προς περιοχές στις οποίες η τελευταία επικαλείται κυριαρχικά δικαιώματα. Η πολιτική εδραίωση της συμφωνίας στο εσωτερικό της Λιβύης και η αντιταξιμότητά της έναντι της Ελλάδας παραμένουν δύο διαφορετικά ζητήματα.
Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη πρακτική αξία επειδή η κύρωση αυξάνει την πιθανότητα ενεργότερης εφαρμογής του μνημονίου. Η Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου της Λιβύης είχε ήδη υπογράψει τον Ιούνιο του 2025 μνημόνιο με την τουρκική TPAO για γεωλογικές και γεωφυσικές μελέτες τεσσάρων υπεράκτιων περιοχών και είχε συζητήσει σεισμικές έρευνες συνολικού μήκους περίπου 10.000 χιλιομέτρων. Η θεσμική εδραίωση του θαλάσσιου μνημονίου μπορεί να προσφέρει ισχυρότερο πολιτικό υπόβαθρο για τέτοιες πρωτοβουλίες. Επομένως, το ουσιαστικότερο πρόβλημα για την Ελλάδα βρίσκεται πλέον λιγότερο στη συμβολική ύπαρξη ενός χάρτη και περισσότερο στην πιθανότητα η συμφωνία να αρχίσει να χρησιμοποιείται ως βάση διοικητικών, ενεργειακών ή επιχειρησιακών πράξεων.
Η εξέλιξη αυτή απαιτεί και διαφορετική ελληνική πολιτική απέναντι στη Λιβύη. Η Αθήνα είχε ήδη μέσα στο 2026 επανενεργοποιήσει τον τεχνικό διάλογο για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, με επαφές τόσο στην Τρίπολη όσο και στη Βεγγάζη. Η κύρωση καθιστά αυτή την προσπάθεια δυσκολότερη, αλλά ταυτόχρονα ακόμη περισσότερο αναγκαία. Μια συμφωνία Ελλάδας–Λιβύης που θα προέκυπτε μέσω διαπραγμάτευσης σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας θα αποτελούσε πολύ ισχυρότερη απάντηση από μια διαρκή ανταλλαγή πολιτικών δηλώσεων, επειδή θα καθόριζε πραγματικά τα όρια μεταξύ των δύο κρατών που βρίσκονται αντικριστά εκατέρωθεν της Μεσογείου.
Η ελληνική στρατηγική χρειάζεται συνεπώς να προσαρμοστεί στην πολιτική ωρίμανση του τουρκολιβυκού εγχειρήματος χωρίς να υιοθετήσει τη νομική του λογική. Η Λιβύη δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως χώρος στον οποίο η εσωτερική πολιτική διαίρεση θα λειτουργεί αυτομάτως υπέρ της ελληνικής θέσης. Απαιτείται ενεργή, μακροχρόνια παρουσία και στα δύο λιβυκά κέντρα, οικονομικές και πολιτικές σχέσεις ουσίας, συνέχιση της τεχνικής διαπραγμάτευσης και σταθερή διεθνοποίηση της ελληνικής νομικής θέσης.
Η απόφαση της 20ής Οκτωβρίου μετατρέπει επομένως το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο σε περισσότερο σταθερό στοιχείο της λιβυκής εξωτερικής πολιτικής. Η αλλαγή αυτή είναι πραγματική και δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Αφορά όμως την πολιτική ανθεκτικότητα του μνημονίου, όχι τη δυνατότητά του να μετασχηματίσει μονομερώς τα δικαιώματα τρίτων κρατών. Η Ελλάδα έχει πλέον απέναντί της μια δυσκολότερη πολιτική πραγματικότητα, αλλά η νομική βάση της διαφοράς παραμένει διαφορετική: οι θαλάσσιες ζώνες παράγονται από τις ακτές σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και η τελική τους οριοθέτηση προϋποθέτει συμφωνία των πραγματικά ενδιαφερομένων κρατών ή διεθνή δικαιοδοτική επίλυση
Πρόσφατα σχόλια