Η θαλάσσια οριοθέτηση αποτελεί έναν από τους τομείς του διεθνούς δικαίου στους οποίους η γεωγραφία αποκτά άμεση κανονιστική λειτουργία. Το δικαίωμα ενός κράτους σε θαλάσσιες ζώνες δεν γεννιέται από την πολιτική βούληση, την οικονομική ανάγκη ή τη στρατηγική του επιδίωξη. Απορρέει από την κυριαρχία πάνω στη χερσαία επικράτεια και από τη σχέση αυτής της επικράτειας με τη θάλασσα. Το Διεθνές Δικαστήριο έχει συμπυκνώσει αυτή την αρχή στην κλασική διατύπωση ότι «η ξηρά κυριαρχεί στη θάλασσα»: η χερσαία κυριαρχία αποτελεί τη νομική πηγή της εξουσίας του παράκτιου κράτους πάνω στους θαλάσσιους χώρους που εκτείνονται από τις ακτές του. Στην υπόθεση Ρουμανίας–Ουκρανίας το Δικαστήριο επανέλαβε ότι ο τίτλος σε υφαλοκρηπίδα και αποκλειστική οικονομική ζώνη βασίζεται ακριβώς στην προβολή των ακτών προς τη θάλασσα.
Η αρχή αυτή δίνει στη γεωγραφία μια ιδιότητα πολύ διαφορετική από εκείνη ενός απλού υποβάθρου πάνω στο οποίο εφαρμόζονται νομικοί κανόνες. Η μορφή, η κατεύθυνση και το μήκος των ακτών επηρεάζουν ποια θαλάσσια δικαιώματα μπορούν να συναντηθούν και επομένως ποια κράτη έχουν μεταξύ τους πραγματική διαφορά οριοθέτησης. Η νομολογία μιλά για «σχετικές ακτές»: ακτές των οποίων οι θαλάσσιες προβολές συναντούν τις προβολές της άλλης πλευράς. Μόνο αφού προσδιοριστούν αυτές μπορεί να οριστεί η σχετική θαλάσσια περιοχή και να αρχίσει η διαδικασία χάραξης της οριοθετικής γραμμής.
Η λογική αυτή απομακρύνει τη θαλάσσια οριοθέτηση από μια απλοϊκή αντίληψη διανομής θαλάσσιου χώρου. Τα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα δεν μοιράζουν μια περιοχή μεταξύ δύο κρατών σύμφωνα με μια γενική αντίληψη δικαιοσύνης. Αναγνωρίζουν πρώτα ποιο τμήμα της θάλασσας παράγεται ως δυνητικός νομικός τίτλος από τις ακτές καθενός και στη συνέχεια οριοθετούν την περιοχή όπου οι αντίστοιχοι τίτλοι επικαλύπτονται. Η διαφορά ανάμεσα σε «επικαλυπτόμενους ισχυρισμούς» και «επικαλυπτόμενους τίτλους» είναι ουσιώδης: ένα κράτος μπορεί πολιτικά να διεκδικήσει οποιαδήποτε γραμμή, αλλά το αντικείμενο της δικαστικής οριοθέτησης προσδιορίζεται από τους τίτλους που μπορούν να παραγάγουν οι πραγματικές ακτές του. Η νομολογία της Μαύρης Θάλασσας εδραίωσε ακριβώς αυτή την προσέγγιση.
Η σημερινή σημασία της απόστασης από την ακτή έγινε ιδιαίτερα σαφής ήδη στην υπόθεση Λιβύης–Μάλτας του 1985. Το Διεθνές Δικαστήριο περιόρισε δραστικά τη σημασία της παλαιότερης φυσικής και γεωλογικής αντίληψης της «φυσικής προέκτασης» εντός των 200 ναυτικών μιλίων. Για τέτοιες αποστάσεις, ο τίτλος στην υφαλοκρηπίδα συνδέεται με τη γεωγραφική απόσταση από την ακτή και οι γεωλογικές ή γεωμορφολογικές ιδιότητες του βυθού δεν καθορίζουν την ύπαρξη του δικαιώματος. Η μετάβαση αυτή ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη νομική σημασία της ακτογραμμής: το σημείο από το οποίο μετράται η απόσταση προς τη θάλασσα είναι χερσαίο και παράκτιο.
Ακριβώς γι’ αυτό τα νησιά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε θαλάσσιες περιοχές όπως η Ανατολική Μεσόγειος. Το άρθρο 121 της UNCLOS ορίζει ως γενικό κανόνα ότι το νησί διαθέτει τις ίδιες κατηγορίες θαλάσσιων ζωνών με την άλλη χερσαία επικράτεια. Το Διεθνές Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει ότι τα νησιά, ως χερσαία εδάφη υπό κρατική κυριαρχία, αποτελούν πηγές θαλάσσιων τίτλων. Στην υπόθεση Κατάρ–Μπαχρέιν υπενθύμισε ότι η χερσαία κατάσταση αποτελεί το σημείο εκκίνησης για τον καθορισμό των θαλάσσιων δικαιωμάτων και ότι, ως προς την παραγωγή τέτοιων δικαιωμάτων, τα νησιά απολαμβάνουν καταρχήν το ίδιο νομικό καθεστώς.
Η αρχή αυτή συνυπάρχει με μια δεύτερη, εξίσου σημαντική διάσταση της νομολογίας: η γεωγραφική ύπαρξη ενός νησιού και η επίδρασή του στην τελική γραμμή οριοθέτησης είναι διακριτά ζητήματα. Ένα πολύ μικρό νησί τοποθετημένο με τρόπο που δημιουργεί ακραία παραμόρφωση της προσωρινής γραμμής μπορεί να λάβει περιορισμένη επήρεια. Στην υπόθεση της Μαύρης Θάλασσας, για παράδειγμα, το Δικαστήριο απέφυγε να χρησιμοποιήσει τη Νήσο των Όφεων ως σημείο που θα παραμόρφωνε τη χάραξη της προσωρινής γραμμής. Η νομολογία δεν μετατρέπει όμως αυτή την τεχνική προσαρμογής σε γενικό κανόνα εξάλειψης της νησιωτικότητας. Η σημασία κάθε θαλάσσιου χαρακτηριστικού εκτιμάται μέσα στη συγκεκριμένη γεωγραφία και σε συνάρτηση με την ανάγκη επίτευξης δίκαιου αποτελέσματος.
Από αυτή την εξέλιξη προκύπτει μια από τις βασικότερες αρχές της σύγχρονης οριοθέτησης: η δικαιοσύνη λειτουργεί μέσα στα δεδομένα της γεωγραφίας και δεν αποτελεί εξουσία ανασχεδιασμού της. Στις υποθέσεις της Βόρειας Θάλασσας το Διεθνές Δικαστήριο είχε ήδη τονίσει ότι δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα πλήρους αναμόρφωσης της φύσης για να δημιουργηθεί μια θεωρητική ισότητα. Στην υπόθεση Καμερούν–Νιγηρίας επανέλαβε ότι η γεωγραφική κατάσταση αποτελεί γεγονός πάνω στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η οριοθέτηση και ότι οι σχετικές περιστάσεις μπορούν να διορθώνουν αδικαιολόγητες στρεβλώσεις χωρίς να ξανασχεδιάζουν την πραγματική γεωγραφία των κρατών.
Η διάκριση έχει ιδιαίτερη αξία στη συζήτηση περί ευθυδικίας. Η ευθυδικία στο σύγχρονο Δίκαιο της Θάλασσας δεν λειτουργεί ως γενική άδεια πολιτικής εξισορρόπησης των συμφερόντων. Η διεθνής δικαιοσύνη έχει αναπτύξει συγκεκριμένη μεθοδολογία που επιδιώκει να μετατρέψει την αόριστη απαίτηση «δίκαιης λύσης» σε προβλέψιμη νομική διαδικασία. Στην πρώτη φάση χαράσσεται συνήθως προσωρινή γραμμή ίσης απόστασης. Στη δεύτερη εξετάζονται ειδικές γεωγραφικές περιστάσεις που μπορεί να δικαιολογούν μετακίνησή της. Στην τρίτη ελέγχεται εάν η τελική γραμμή δημιουργεί εμφανή δυσαναλογία σε σχέση με τα μήκη των σχετικών ακτών. Το ίδιο το Διεθνές Δικαστήριο έχει εξηγήσει ότι η μεθοδολογία αυτή βασίζεται σε αντικειμενικά γεωγραφικά κριτήρια, προσφέρει προβλεψιμότητα και αφήνει παράλληλα τον απαραίτητο χώρο για την αξιολόγηση συγκεκριμένων περιστάσεων.
Η αναλογικότητα έχει εδώ ελεγκτικό και όχι διανεμητικό χαρακτήρα. Το μήκος των ακτών δεν χρησιμοποιείται για να υπολογιστεί μαθηματικά ένα «δίκαιο ποσοστό» της θάλασσας. Το Δικαστήριο ελέγχει στο τέλος αν υπάρχει τόσο μεγάλη απόσταση μεταξύ της αναλογίας των σχετικών ακτών και της αναλογίας των θαλάσσιων περιοχών που αποδίδονται ώστε να τίθεται ζήτημα εμφανώς άδικου αποτελέσματος. Ήδη στην υπόθεση Λιβύης–Μάλτας, η μεγάλη διαφορά μήκους μεταξύ των σχετικών ακτών θεωρήθηκε σχετική περίσταση που έπρεπε να αντανακλαστεί στη γραμμή, χωρίς η αναλογία να μετατραπεί σε μηχανικό τύπο διανομής.
Η προσέγγιση αυτή έχει άμεση εφαρμογή στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Κρήτη, η Ρόδος, η Κάρπαθος και η Κάσος αποτελούν πραγματικές χερσαίες γεωγραφικές οντότητες με ακτές που προβάλλονται προς τις γύρω θαλάσσιες περιοχές. Η νομική ανάλυση μπορεί να εξετάσει το μήκος τους, τη θέση τους, την κατεύθυνση των ακτών τους και τη σχέση τους με τις απέναντι λιβυκές ή τουρκικές ακτές. Μπορεί επίσης, στο κατάλληλο στάδιο, να εξετάσει αν κάποια ιδιαίτερη γεωγραφική περίσταση δικαιολογεί προσαρμογή της προσωρινής ίσης απόστασης. Η ίδια μεθοδολογία δεν επιτρέπει να αντιμετωπίζεται ένα εκτεταμένο νησιωτικό σύστημα ως κενό στη γεωγραφία ώστε να συναντώνται απευθείας προβολές ακτών που βρίσκονται εκατέρωθεν αυτού του συστήματος.
Αυτό είναι και το βαθύτερο νομικό πρόβλημα που αναδεικνύει το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο. Η τουρκική θέση επικαλείται την αρχή της ευθυδικίας και θεωρεί τη συμφωνία συμβατή με το διεθνές δίκαιο. Η επίκληση της ευθυδικίας, όμως, πρέπει να εξετάζεται μέσα στην υπάρχουσα νομολογία περί σχετικών ακτών, προβολών και τρίτων κρατών. Η χαρασσόμενη γραμμή αποκτά νομική δυσκολία ακριβώς επειδή προϋποθέτει μια αντίληψη του θαλάσσιου χώρου στην οποία σημαντικές ελληνικές νησιωτικές ακτές στερούνται της φυσιολογικής τους λειτουργίας ως πηγές τίτλων.
Η ελληνική θέση μετά την κύρωση του μνημονίου στις 20 Οκτωβρίου 2026 επανέφερε στο κέντρο ακριβώς τη σχέση γεωγραφίας και δικαίου, επιμένοντας ότι η κοινοβουλευτική πράξη της Λιβύης δεν μεταβάλλει ούτε τη γεωγραφία ούτε τα δικαιώματα που απορρέουν από το Δίκαιο της Θάλασσας. Η θέση αυτή δεν λειτουργεί μόνο ως διπλωματική δήλωση. Αντιστοιχεί σε έναν σταθερό άξονα της διεθνούς νομολογίας: τα δικαιώματα στη θάλασσα ξεκινούν από την πραγματική χερσαία γεωγραφία και η δικαστική μέθοδος οφείλει να την επεξεργαστεί χωρίς να την παραμορφώνει.
Η παρουσία τρίτων κρατών προσθέτει ακόμη ένα επίπεδο. Η θαλάσσια γεωγραφία μιας περιοχής μπορεί να δημιουργεί πολλαπλά επικαλυπτόμενα δικαιώματα. Το γεγονός αυτό δεν δίνει σε δύο από τα κράτη τη δυνατότητα να καθορίσουν τα δικαιώματα του τρίτου. Το Διεθνές Δικαστήριο έχει επανειλημμένα διατηρήσει τις γραμμές που χαράσσει χωρίς βλάβη των αξιώσεων άλλων κρατών και έχει τονίσει ότι οι τρίτοι δεν δεσμεύονται από οριοθέτηση στην οποία δεν συμμετείχαν. Η αρχή αυτή έχει άμεση σημασία σε μια πολυπαράκτια περιοχή όπως η Ανατολική Μεσόγειος, όπου η γεωγραφία παράγει αλληλεπικαλυπτόμενες σχέσεις Ελλάδας, Τουρκίας, Λιβύης, Αιγύπτου και Κύπρου.
Η πραγματική δύναμη του Δικαίου της Θάλασσας βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητά του να μετατρέπει αυτή τη σύνθετη γεωγραφία σε διαδικασία κανόνων. Οι ακτές δημιουργούν τίτλους. Οι τίτλοι αποκαλύπτουν τις περιοχές επικάλυψης. Η ίση απόσταση προσφέρει κατά κανόνα αντικειμενικό σημείο εκκίνησης. Οι σχετικές περιστάσεις επιτρέπουν τη διόρθωση δυσανάλογων αποτελεσμάτων. Ο τελικός έλεγχος αναλογικότητας λειτουργεί ως εγγύηση ότι η γραμμή παραμένει εύλογη σε σχέση με την πραγματική διαμόρφωση των ακτών. Η λογική αυτή παράγει πολύ μεγαλύτερη προβλεψιμότητα από μια προσέγγιση στην οποία κάθε κράτος μπορεί να ανασχεδιάζει τη γεωγραφία σύμφωνα με την αντίληψή του περί δικαιοσύνης.
Για την Ελλάδα η σημασία της αρχής είναι ιδιαίτερη επειδή η νησιωτική γεωγραφία αποτελεί συστατικό στοιχείο της επικράτειάς της και όχι εξωτερικό παράρτημα της ηπειρωτικής χώρας. Το διεθνές δίκαιο δεν αντιμετωπίζει τις νησιωτικές ακτές ως νομικά δευτερεύουσες απλώς λόγω της νησιωτικής τους μορφής. Η τελική οριοθέτηση μπορεί να προσαρμόζει την επίδραση συγκεκριμένων γεωγραφικών χαρακτηριστικών, αλλά ξεκινά από την αναγνώριση ότι η κυριαρχία πάνω στη γη δημιουργεί τον αντίστοιχο θαλάσσιο τίτλο.
Η γεωγραφία, επομένως, αποτελεί το σταθερό σημείο πάνω στο οποίο συναντώνται η κυριαρχία, η απόσταση και η ευθυδικία. Δεν υπαγορεύει από μόνη της κάθε τελικό χιλιόμετρο της οριοθετικής γραμμής, καθορίζει όμως ποια δικαιώματα υπάρχουν, ποιες ακτές είναι σχετικές και ποια κράτη πρέπει να συμμετέχουν στη διευθέτηση. Η νομική σημασία της δεν βρίσκεται σε έναν γεωγραφικό ντετερμινισμό, αλλά στο ότι θέτει τα εξωτερικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να λειτουργήσει η δικαστική και διαπραγματευτική ευθυδικία.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Ανατολική Μεσόγειο μετά την ανανεωμένη πολιτική στήριξη του Τουρκολιβυκού Μνημονίου. Οι πολιτικές αποφάσεις μπορούν να αυξήσουν τη διπλωματική ανθεκτικότητα μιας αξίωσης και οι συσχετισμοί ισχύος μπορούν να επηρεάσουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο διεξάγεται μια διαπραγμάτευση. Η νομική γεωγραφία παραμένει όμως η βάση οποιασδήποτε βιώσιμης οριοθέτησης. Οι πραγματικές ακτές, τα νησιωτικά εδάφη και οι θαλάσσιες προβολές τους αποτελούν στοιχεία που μια τελική συμφωνία ή δικαστική απόφαση οφείλει να ενσωματώσει. Η ανθεκτικότερη περιφερειακή τάξη θα προκύψει συνεπώς από τη μετατροπή της πραγματικής γεωγραφίας σε συμφωνημένα όρια σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, και όχι από τη δημιουργία πολιτικών χαρτών που προϋποθέτουν διαφορετική γεωγραφία από εκείνη που υπάρχει.
Πρόσφατα σχόλια