Η τουρκική εισβολή του 1974 και η συνεπακόλουθη κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου δημιούργησαν  τετελεσμένα στο έδαφος και στο διπλωματικό πεδίο. Η de facto διχοτόμηση, η οποία ενισχύθηκε με την ανακήρυξη του ψευδοκράτους της “Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου” (1983), αποτέλεσε μία νέα πραγματικότητα που, αν και δεν έχει αναγνωριστεί διεθνώς πέραν της Τουρκίας, διαμορφώνει ένα σαφές πλαίσιο στο οποίο διεξάγονται οι συνομιλίες για το Κυπριακό.

Η επιστροφή στο προ της εισβολής καθεστώς θα σήμαινε ανατροπή αυτών των τετελεσμένων, κάτι που απαιτεί όχι μόνο πολιτική βούληση αλλά και ριζική αναθεώρηση στρατηγικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο — κάτι που είναι εξαιρετικά δύσκολο εντός του παρόντος πλαισίου διεθνών σχέσεων.

 

  1. Κοινωνικές και Δημογραφικές Μεταβολές

Από το 1974 και μετά, η κυπριακή κοινωνία έχει υποστεί σημαντικές μεταβολές. Ο πληθυσμός του νησιού ανακατανεμήθηκε εθνοτικά και γεωγραφικά: Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες μετακινήθηκαν προς τον νότο και Τουρκοκύπριοι προς τον βορρά, ενώ στο κατεχόμενο μέρος εγκαταστάθηκαν δεκάδες χιλιάδες έποικοι από την Τουρκία. Αυτές οι αλλαγές έχουν μεταβάλει ριζικά τη δημογραφική σύνθεση και την κοινωνική συνοχή.

Η επιστροφή στο status quo ante θα απαιτούσε μαζικές επιστροφές πληθυσμών, απομάκρυνση εποίκων, και ενδεχομένως αναγκαστικές ανακατανομές περιουσιών. Όλα αυτά δημιουργούν τεράστια πολιτικά και κοινωνικά κόστη, που είναι δύσκολο να αποδεχθούν οι εμπλεκόμενες κοινότητες.

 

  1. Πολιτικοί Θεσμοί και Συγκρουσιακές Μνήμες

Το κυπριακό πολιτικό σύστημα μετά το 1974 έχει εξελιχθεί με βάση τη λογική της μονοκοινοτικής διακυβέρνησης στον νότο και τη de facto αυτοδιοίκηση στον βορρά. Η επιστροφή στο σύνταγμα του 1960 ή σε μια ανάλογη μορφή διακοινοτικής συμβίωσης, χωρίς ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, θεωρείται από πολλούς αναχρονιστική και ανεπαρκής για να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες.

Επιπλέον, οι συλλογικές μνήμες της βίας, της εισβολής, των αγνοουμένων και των εκτοπισμών αποτελούν βαρίδια που επιδρούν αρνητικά στην πολιτική εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Οποιαδήποτε προσπάθεια «επιστροφής» φαντάζει ως παραγνώριση της τραυματικής εμπειρίας των τελευταίων 50 ετών.

 

  1. Οικονομική Ενοποίηση και Διαφοροποίηση

Η οικονομία της Κυπριακής Δημοκρατίας και του κατεχόμενου βόρειου τμήματος έχουν αναπτυχθεί με διαφορετικές στρατηγικές και εξαρτήσεις. Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. το 2004 δημιούργησε νέες δυνατότητες αλλά και αποκλίσεις, καθώς το κοινοτικό κεκτημένο δεν εφαρμόζεται στον βορρά.

Η ενοποίηση των δύο οικονομικών συστημάτων απαιτεί βαθιές μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις, μεταβατικά σχήματα και νομικές ρυθμίσεις που δύσκολα μπορούν να υλοποιηθούν άμεσα και χωρίς πολιτική σταθερότητα.

 

Συμπεράσματα: Ρεαλισμός και Πολιτική Καινοτομία

H επιστροφή στο status quo ante πριν το 1974  δεν αποτελεί πιθανή λύση, καθώς αγνοεί τις νέες γεωπολιτικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες και ,επιπροσθέτως, επαναφέρει την δυσλειτουργική θεσμική αρχιτεκτονική του Συντάγματος του 1960.

Αντί της αναζήτησης του παρελθόντος, η πρόκληση σήμερα είναι η δημιουργία ενός νέου, λειτουργικού και δίκαιου status quo — μιας λύσης που θα εδράζεται στον ρεαλισμό, τον αμοιβαίο σεβασμό και τη συμβίωση των δύο κοινοτήτων, με ευρωπαϊκή προοπτική, ο οποίος θα διασφαλίζει την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής από το νησί