Με περισσότερους από 100 νεκρούς, δεκάδες τραυματίες και αμέτρητες υλικές καταστροφές, η τραγωδία στο Μάτι δεν συνιστά απλώς μια φυσική καταστροφή. Αντιθέτως, αποκαλύπτει —και συμπυκνώνει— χρόνιες, διαρθρωτικές παθογένειες του ελληνικού κράτους: την αποσπασματικότητα των θεσμών, την ανεπάρκεια του διοικητικού μηχανισμού, την απουσία πρόληψης, τη συγκεχυμένη πολιτική ευθύνη, την έλλειψη λογοδοσίας και την επικοινωνιακή διαχείριση εις βάρος της ουσιαστικής.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται η ανάγκη για μια ολιστική μεταρρύθμιση της πολιτικής προστασίας. Η Ελλάδα, παρότι αντιμετωπίζει συχνά φυσικούς κινδύνους όπως πυρκαγιές, πλημμύρες και σεισμούς, δεν έχει καταφέρει να οικοδομήσει μια συγκροτημένη στρατηγική πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων. Η έλλειψη ολοκληρωμένου σχεδιασμού, η απουσία προσομοιώσεων, η μη ενεργοποίηση αξιόπιστων μηχανισμών εκκένωσης, καθώς και η ασυντόνιστη δράση φορέων όπως η Πυροσβεστική, η Αστυνομία, η Αυτοδιοίκηση και οι Περιφέρειες, συνέβαλαν σε ένα σκηνικό πλήρους αποδιοργάνωσης. Το κράτος έδρασε αντιδραστικά, όχι προληπτικά. Δεν υπήρξε ένας ενιαίος, λειτουργικός και δοκιμασμένος μηχανισμός που να επιτρέπει την άμεση και συντονισμένη κινητοποίηση όλων των κρίσιμων υπηρεσιών. Η Πολιτική Προστασία λειτούργησε ως νομικό σχήμα χωρίς επιχειρησιακή σπονδυλική στήλη.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η απουσία κουλτούρας λογοδοσίας. Παρά την έκταση της τραγωδίας, οι πολιτικές και διοικητικές ευθύνες δεν αποδόθηκαν με σαφήνεια. Οι παραιτήσεις που ακολούθησαν υπήρξαν επικοινωνιακά χειρονομιακές και όχι ουσιαστικά θεσμικές. Δεν υπήρξε διαδικασία θεσμικού απολογισμού, δεν εφαρμόστηκαν πειθαρχικοί ή ποινικοί έλεγχοι με επάρκεια και ανεξαρτησία, ούτε αναλήφθηκε πολιτική ευθύνη με την απαιτούμενη βαρύτητα. Η λογοδοσία περιορίστηκε σε μια ρητορική μετακύλισης της ευθύνης στο “απρόβλεπτο της φύσης” ή στην “ταχύτητα του φαινομένου”. Η συγκάλυψη υπερκέρασε την ειλικρίνεια. Πρόκειται για ένα δομικό έλλειμμα θεσμικού πολιτισμού: η μη-ευθύνη είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση.
Στην καρδιά της προβληματικής αυτής βρίσκεται η λειτουργία της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Οι θεσμοί της διοίκησης, αντί να λειτουργούν με επαγγελματισμό, τεχνοκρατική επάρκεια και συνέχεια, εξαρτώνται απόλυτα από τον πολιτικό κύκλο. Η εκάστοτε κυβέρνηση εγκαθιστά “δικούς της ανθρώπους” σε κρίσιμες θέσεις, υπονομεύοντας την ανεξαρτησία και την επιχειρησιακή σταθερότητα των διοικητικών μηχανισμών. Επιπλέον, η γραφειοκρατία της κρίσης λειτούργησε στο Μάτι ως τροχοπέδη: οι πληροφορίες δεν διακινήθηκαν, τα σήματα δεν έφτασαν, οι αποφάσεις δεν ελήφθησαν με βάση τα δεδομένα αλλά καθυστερημένα και αποσπασματικά. Το ανθρώπινο δυναμικό δεν είχε την απαιτούμενη κατάρτιση, ούτε λειτουργούσε σε ένα πλαίσιο που προάγει την ευθύνη και την επαγγελματική αξιολόγηση.
Η τραγωδία αποκάλυψε επίσης τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική εξουσία εργαλειοποιεί την επικοινωνία. Αντί για διαφάνεια, παρακολουθήσαμε μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια παρουσίασης “εικονικού ελέγχου”, μέσω τηλεοπτικά προβεβλημένων κυβερνητικών συσκέψεων χωρίς ουσιαστική πληροφορία. Η λεγόμενη “ψευδοδιαφάνεια” (fake transparency) δεν λειτουργεί ως εργαλείο ενημέρωσης, αλλά ως παραπέτασμα για την απόκρυψη ευθυνών. Το κοινό αποκόπτεται από την αλήθεια και τροφοδοτείται με εικόνα, και όχι περιεχόμενο. Αυτή η συνθήκη παράγει έναν νέο κύκλο δυσπιστίας: όταν ο πολίτης νιώθει ότι του αποκρύπτεται η αλήθεια ακόμη και μέσα στην τραγωδία, παύει να εμπιστεύεται κάθε επίσημο δίαυλο.
Για να αρθεί αυτό το θεσμικό τέλμα, απαιτείται η ίδρυση ανεξάρτητης Αρχής Διαχείρισης Κρίσεων, η οποία θα διαθέτει πρόσβαση σε πραγματικά δεδομένα, αυτοτελή θεσμική υπόσταση και καθήκον αξιολόγησης της κρατικής ετοιμότητας. Μια τέτοια Αρχή δεν θα υπάγεται στην εκτελεστική εξουσία, ώστε να λειτουργεί με πραγματική ανεξαρτησία και επιχειρησιακή αντικειμενικότητα. Η πρόληψη, η εκκένωση και η ανάκαμψη πρέπει να αποκτήσουν επιστημονική, επαγγελματική και αποπολιτικοποιημένη υπόσταση.
Εξίσου αναγκαία είναι η αποκομματικοποίηση της δημόσιας διοίκησης. Η ελληνική διοίκηση δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αξιόπιστος μηχανισμός διαχείρισης κρίσεων όσο εξαρτάται από την κομματική βούληση. Χρειάζεται η θεσμοθέτηση μονιμότητας για επιτελικά στελέχη με βάση αξιοκρατικά κριτήρια, η ποινικοποίηση της πολιτικής παρέμβασης στη διοίκηση και η ενίσχυση της διοικητικής ανεξαρτησίας μέσω ανεξάρτητων οργάνων εποπτείας
Η καταστροφή στο Μάτι δεν αποτελεί μια ιστορική παρέκκλιση. Είναι το σύμπτωμα ενός κρατικού μηχανισμού που καταρρέει σταθερά όταν καλείται να προστατεύσει. Το αίτημα της ελληνικής κοινωνίας δεν μπορεί να είναι απλώς “να μη συμβεί ξανά”. Πρέπει να είναι ριζικότερο: η οικοδόμηση ενός κράτους που μαθαίνει, που προλαμβάνει, που λογοδοτεί και που ανταποκρίνεται.
.
Πρόσφατα σχόλια