Η θεωρία των Διεθνών Σχέσεων  υπήρξε, από την ίδρυσή της, ένα γνωστικό πεδίο έντονα διαμορφωμένο από τις πολιτικές, ιστορικές και φιλοσοφικές καταβολές του Δυτικού κόσμου. Η κυριαρχία του ρεαλισμού, του φιλελευθερισμού και του κονστρουκτιβισμού δεν ήταν απλώς επιστημολογική· αποτέλεσε έκφραση μιας μονοπολικής παγκόσμιας τάξης, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούσαν ως ηγεμονικός πυρήνας ενός διεθνούς status quo (Jackson & Sorensen, 2005). Αυτή η μονοπολικότητα – το αποκαλούμενο “unipolar moment” (Krauthammer, 1991) – βασίστηκε όχι μόνο στην υλική ισχύ των ΗΠΑ, αλλά και στην ηγεμονία του δικού της μοντέλου γνώσης, αξιών και πολιτισμικής ελκυστικότητας. Με άλλα λόγια, η ήπια ισχύς (soft power) υπήρξε ακρογωνιαίος λίθος της δυτικής κυριαρχίας.

Όμως η παγκόσμια τάξη δεν παραμένει αμετάβλητη. Σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια βαθιά μετάβαση από τη μονοπολικότητα σε έναν δυναμικό πολυπολικό κόσμο, όπου η ισχύς δεν κατανέμεται μονοσήμαντα, αλλά διαμοιράζεται σε πλέγματα πολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής επιρροής. Η άνοδος της Κίνας, η ενίσχυση περιφερειακών δυνάμεων όπως η Ινδία και η Βραζιλία, η επιστροφή της Ρωσίας, αλλά και η κρίση αξιοπιστίας του φιλελεύθερου μοντέλου εντός της ίδιας της Δύσης, επανακαθορίζουν τον ορίζοντα των διεθνών σχέσεων (Layne, 2012).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναδύεται η κινεζική θεωρητική πρόκληση. Η Κίνα δεν επιδιώκει μόνο στρατηγική και οικονομική επιρροή· διεκδικεί και έναν γνωσιακό ρόλο ως παραγωγός θεωρίας, νοήματος και εναλλακτικών ερμηνειών της διεθνούς πραγματικότητας. Η επιδίωξή της να συγκροτήσει μια αυτόνομη σχολή διεθνών σχέσεων βασίζεται σε βαθιές πολιτισμικές και φιλοσοφικές καταβολές, όπως ο Κομφουκιανισμός και η έννοια του Τιανσιά — μια ηθικοπολιτική αντίληψη για την παγκόσμια τάξη, όπου κυριαρχεί η αρμονία αντί της αναρχίας, η ενάρετη ηγεσία αντί της επιβολής (Yan, 2011; Zhao, 2009).

Αυτή η θεωρητική κατασκευή δεν είναι ουδέτερη. Αντιθέτως, συνιστά μια μορφή ήπιας ισχύος, όπου η Κίνα επιχειρεί να μετατρέψει τη γνώση σε εργαλείο επιρροής, αντιστρέφοντας τον παραδοσιακό ρόλο της Δύσης ως καθοριστικού ερμηνευτή των διεθνών εξελίξεων. Το εγχείρημα αυτό δεν αποτελεί μόνο επιστημονική πρόκληση, αλλά και πολιτική πράξη. Όπως επισημαίνει ο Nye (2004), η ήπια ισχύς δεν σχετίζεται απλώς με το «να κάνεις τους άλλους να θέλουν ό,τι θέλεις», αλλά με τη διαμόρφωση των πλαισίων μέσα στα οποία οι αξίες και οι αφηγήσεις καθίστανται αποδεκτές ή ελκυστικές.

Η Κίνα, λοιπόν, προσπαθεί να διαμορφώσει ένα εναλλακτικό αφηγηματικό και θεωρητικό πλαίσιο, στο οποίο η ισχύς δεν είναι μηδενικού αθροίσματος, αλλά σχεσιακή και βασισμένη σε ηθικά πρότυπα. Το Tianxia προτείνει μια παγκόσμια τάξη βασισμένη όχι στον ανταγωνισμό, αλλά στη συμβίωση, όπου η νομιμότητα του ηγέτη απορρέει από την ηθική του υπόσταση και όχι από την κυριαρχία του (Zhao, 2009).

Εντούτοις, η κινεζική πρόταση δεν είναι απαλλαγμένη από αντιφάσεις. Παρά τη ρητορική περί μη παρέμβασης, η Κίνα εφαρμόζει πρακτικές που ενίοτε έρχονται σε αντίθεση με τις αρχές της «ενάρετης ηγεμονίας». Ειδικά σε περιοχές όπως η Νότια Σινική Θάλασσα ή μέσω του Belt and Road Initiative, η στρατηγική της συχνά κατηγορείται για εργαλειοποίηση της συνεργασίας και δημιουργία εξαρτήσεων (Rolland, 2017). Επιπλέον, η «ήπια ισχύς με κινεζικά χαρακτηριστικά» εμπεριέχει συχνά στοιχεία sharp power, όπως περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης και κυβερνητικό έλεγχο της ακαδημαϊκής δραστηριότητας (Shambaugh, 2020).

Παρόλα αυτά, η προσπάθεια της Κίνας για τη συγκρότηση μιας αυτόνομης θεωρίας Διεθνών Σχέσεων σηματοδοτεί μια γνωσιακή μετάβαση που συνδέεται με τη γενικότερη μετάβαση του διεθνούς συστήματος από τη μονοπολικότητα προς έναν πολυπολικό κόσμο. Δεν πρόκειται απλώς για ανάδυση νέων δυνάμεων, αλλά για διεύρυνση του γνωστικού ορίζοντα της διεθνούς ανάλυσης. Η γνώση αποκτά στρατηγική σημασία, και οι θεωρίες Διεθνών Σχέσεων μετατρέπονται σε εργαλεία ιδεολογικής επιρροής και πολιτικής αναδιαμόρφωσης.

Σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα, η μονοπολική υπεροχή της Δύσης δεν αμφισβητείται μόνο με όρους υλικής ισχύος, αλλά και με όρους παραγωγής και ηγεμονίας της γνώσης. Η Δύση καλείται να επαναξιολογήσει την καθολικότητα των θεωριών της και να αποδεχθεί την ανάγκη πλουραλισμού στον θεωρητικό διάλογο. 

Κατά συνέπεια, η κινεζική σχολή δεν πρέπει να απορρίπτεται ως απλή κρατική προπαγάνδα ή ανατολίτικος εξωτισμός. Αποτελεί μια σοβαρή επιστημονική πρόκληση που, ανεξαρτήτως συμφωνίας ή διαφωνίας, ωθεί την επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων σε μια διαδικασία εσωτερικής ανανέωσης και αποαποικιοποίησης. Είτε ως ανταγωνιστής είτε ως εναλλακτική φωνή, η κινεζική θεωρητική προσέγγιση διεκδικεί τον χώρο της στο νέο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Στο τέλος, η μάχη για την παγκόσμια ηγεμονία ενδέχεται να μην κριθεί στα πεδία των μαχών ή στους δείκτες του ΑΕΠ, αλλά στους τρόπους με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και τον ρόλο μας μέσα σε αυτόν. Και σε αυτήν τη μάχη, η θεωρία δεν είναι απλώς αντανάκλαση της πραγματικότητας, αλλά μηχανισμός που τη διαμορφώνει.