Η προσπάθεια της Τουρκίας να προωθήσει τη χωροθέτηση θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο Πέλαγος, ιδίως στις περιοχές εγγύς της ελληνικής επικράτειας, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό αφήγημα, το οποίο αποκρυσταλλώνεται μέσα από τη θεωρία των αποκαλούμενων “γκρίζων ζωνών”. Πρόκειται για μια ερμηνευτική κατασκευή τουρκικής προέλευσης που άρχισε να αρθρώνεται συστηματικά μετά την κρίση των Ιμίων το 1996 και επιχειρεί να αμφισβητήσει την αδιαμφισβήτητη, κατά το διεθνές δίκαιο, ελληνική κυριαρχία επί συγκεκριμένων νησιών, νησίδων και βραχονησίδων στο Αιγαίο.

Η θεωρία αυτή στηρίζεται στην επιλεκτική ανάγνωση των Συνθηκών της Λωζάννης (1923) και των Παρισίων (1947), υποστηρίζοντας ότι νησιά τα οποία δεν αναφέρονται ρητώς και ονομαστικά στα εν λόγω κείμενα, δεν μεταβιβάστηκαν στην ελληνική κυριαρχία, άρα το καθεστώς τους παραμένει δήθεν “αδιευκρίνιστο” ή “υπό διαπραγμάτευση”. Με αυτό το σκεπτικό, η Τουρκία αξιώνει διαπραγματεύσεις επί της κυριαρχίας αυτών των εδαφών, ενάντια τόσο στο γράμμα όσο και στο πνεύμα του διεθνούς δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, έχουν κατά καιρούς κυκλοφορήσει ανεπίσημοι κατάλογοι των φερόμενων ως “γκρίζων νησιών”, με τον πιο χαρακτηριστικό να είναι ο λεγόμενος κατάλογος «EGAYDAAK» (an acronym for Egemenliği Anlaşmalarla Yunanistan’a Devredilmemiş Ada, Adacık ve Kayalıklar – “νησιά, νησίδες και βραχονησίδες των οποίων η κυριαρχία δεν έχει παραχωρηθεί στην Ελλάδα μέσω συνθηκών”). Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει κατά δήλωση της Άγκυρας 201 ελληνικά νησιά, μεταξύ των οποίων ακόμη και τη Γαύδο, νησιά της ευρύτερης κρητικής λεκάνης, καθώς και νησίδες διασπαρμένες ανάμεσα στις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα – δηλαδή περιοχές που βρίσκονται σε σημαντική απόσταση από τις τουρκικές ακτές και επομένως κάθε τουρκική διεκδίκηση είναι εξόφθαλμα αβάσιμη.

Η δυσκολία της Τουρκίας να δημοσιοποιήσει επισήμως τον κατάλογο των υποτιθέμενων “γκρίζων” νησιών συνδέεται με τον προφανή κίνδυνο γελοιοποίησης στη διεθνή κοινότητα. Ειδικά στην τρέχουσα συγκυρία, όπου η Άγκυρα επιδιώκει τη βελτίωση των σχέσεών της με τη Δύση, την ενσωμάτωσή της σε αμυντικούς σχηματισμούς όπως η ευρωπαϊκή αμυντική πρωτοβουλία, καθώς και την προμήθεια προηγμένων οπλικών συστημάτων όπως τα αμερικανικά F-35, η επίσημη υιοθέτηση και δημόσια προώθηση μιας τέτοιας παράλογης και εξωπραγματικής διεκδίκησης θα ήταν διπλωματικά επιζήμια.

Ωστόσο, η τουρκική στρατηγική δεν περιορίζεται στο ρητορικό πεδίο. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η εξαγγελία δημιουργίας θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο – μια κίνηση που μπορεί να παρουσιάζεται ως περιβαλλοντική ή επιστημονική πρωτοβουλία, στην πραγματικότητα όμως ενέχει έντονες γεωπολιτικές συνδηλώσεις. Οι τουρκικές αρχές φρόντισαν να αποκλείσουν επιδεικτικά το Καστελλόριζο από την απεικόνιση αυτών των θαλάσσιων περιοχών, ενισχύοντας την πολιτική αορατοποίησης του νησιωτικού συμπλέγματος από τους χάρτες που καταθέτουν σε διεθνείς οργανισμούς.

Η περίπτωση του χάρτη της αποκαλούμενης «Γαλάζιας Πατρίδας» (Mavi Vatan) είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Ενώ στο εσωτερικό της Τουρκίας προβάλλεται με ένταση – παρουσιάζοντας όλα τα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου με το ίδιο χρώμα με αυτό της Τουρκίας, υπονοώντας de facto εδαφική διεκδίκηση – στο εξωτερικό επικρατεί μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα. Ενδεικτικά, ο χάρτης που η Τουρκία υπέβαλε στα Ηνωμένα Έθνη τον Μάρτιο του 2020 αποφεύγει κάθε ρητή αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας (με μόνη εξαίρεση την περιοχή του Καστελλορίζου), καταδεικνύοντας τη διάσταση μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής επικοινωνιακής στρατηγικής.

Η Ελλάδα, μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών, χαρακτήρισε τις τουρκικές ανακοινώσεις περί θαλάσσιων πάρκων ως «απαράδεκτη, μονομερή και παράνομη ενέργεια», υπογραμμίζοντας τη σαφή πρόθεση της Τουρκίας να εγείρει ζητήματα κυριαρχίας υπό τον μανδύα της περιβαλλοντικής διαχείρισης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι τα προτεινόμενα από την Τουρκία πάρκα εντοπίζονται σε δύο κρίσιμες γεωπολιτικά περιοχές: πρώτον, στην θαλάσσια ζώνη μεταξύ Λήμνου και Σαμοθράκης, περιοχή η οποία είχε ήδη διεκδικηθεί από την Τουρκία ως μέρος της υφαλοκρηπίδας της ήδη από το 1973, και δεύτερον, στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή του Καστελλορίζου, η οποία είχε “εξαφανιστεί” από τον επίσημο τουρκικό χάρτη που κατατέθηκε στον ΟΗΕ.

Εν κατακλείδι, η στρατηγική της Άγκυρας για τη χωροθέτηση θαλάσσιων πάρκων δεν αποτελεί αποκομμένο περιβαλλοντικό σχεδιασμό, αλλά εγγράφεται σε μια συνεχή και κλιμακούμενη προσπάθεια αναθεώρησης της εδαφικής και θαλάσσιας κυριαρχίας της Ελλάδας στο Αιγαίο. Η μεθοδολογία της βασίζεται στην αξιοποίηση του διεθνούς δικαίου όχι ως νομικού πλαισίου, αλλά ως πεδίου πολιτικής διαπραγμάτευσης και ανατροπής ισορροπιών, με σκοπό την κατοχύρωση τετελεσμένων. Οι ελληνικές θέσεις, εμπεριστατωμένες και θεμελιωμένες σε στέρεα νομικά και ιστορικά επιχειρήματα, καλούνται να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τις πρακτικές της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και την ευρύτερη επεκτατική γεωστρατηγική που αυτή εξυπηρετεί.