Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν υπήρξε απλώς η ανατολική συνέχεια της Ρώμης· συνιστούσε έναν εντελώς ιδιαίτερο και αυθύπαρκτο τύπο αυτοκρατορικής συγκρότησης, βασισμένο σε μια δυναμική και διαχρονική σύνθεση πολιτικής ισχύος, ιστορικής νομιμοποίησης και γεωπολιτικής καθολικότητας. Η έννοια του imperium στο βυζαντινό πλαίσιο υπερέβαινε τη διοικητική κυριαρχία· μετασχηματίστηκε σε μια έννοια εσωτερικευμένης εξουσίας, η οποία όριζε όχι μόνο ποιος κυβερνά, αλλά και πώς και γιατί η εξουσία αυτή νομιμοποιείται μέσα στον παγκόσμιο ιστορικό ορίζοντα.
Στην καρδιά αυτής της σύλληψης βρίσκεται η έννοια της οικουμενικότητας, όχι με μεταφυσική ή θρησκευτική σημασία, αλλά ως πολιτική αρχή καθολικής εξουσίας. Η βυζαντινή «οικουμένη» δεν είναι απλώς μια γεωγραφική επικράτεια· είναι η συλλογιστική αρχή του ενιαίου κόσμου που συγκροτείται γύρω από έναν και μόνο νόμιμο πυρήνα εξουσίας: το imperium Romanum με έδρα την Κωνσταντινούπολη.
Η πολιτική αυτή αρχή εδράζεται στη ρωμαϊκή αντίληψη της res publica universalis, σύμφωνα με την οποία η ρωμαϊκή εξουσία δεν είναι μία από τις πολλές εν δυνάμει κυριαρχίες, αλλά η μόνη καθολικά έγκυρη μορφή πολιτικής κυριαρχίας. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διατηρεί και ανανεώνει αυτήν την ιδέα, διαμορφώνοντας μια πολιτική οντολογία μοναδικότητας: ένα imperium που δεν αναγνωρίζει ισότιμους ανταγωνιστές, αλλά μόνο υποτελείς, συμμάχους ή εξαρτημένες πολιτείες εντός ενός δομημένου συστήματος ιεραρχικών σχέσεων.
Η ίδια η χρήση του τίτλου Βασιλεὺς Ρωμαίων και η απόρριψη άλλων αυτοκρατορικών τίτλων στη Δύση και την Ανατολή, όπως η περίπτωση του Καρλομάγνου, συνιστά ευθεία πολιτική δήλωση. Η στέψη του από τον Πάπα θεωρήθηκε από την Κωνσταντινούπολη όχι ως αμφισβήτηση αλλά ως παραχάραξη της οικουμενικής τάξης. Η αντίληψη ότι μπορεί να υφίσταται άλλος imperator Romanorum ήταν, για τη βυζαντινή πολιτική λογική, έννοια κενή νοήματος και αντίθετη προς την ίδια τη φύση της ρωμαϊκής πολιτείας.
Η οικουμενικότητα, λοιπόν, δεν ήταν ιδεώδες ή επιθυμία· ήταν κανονιστικό πολιτικό αξίωμα. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπήρχε ως imperium μόνο επειδή ήταν οικουμενική. Η ίδια η επιβίωσή της ως κράτους εξαρτιόταν από την ικανότητά της να παρουσιάζεται —και να γίνεται αποδεκτή— ως ο φυσικός φορέας του παγκόσμιου πολιτικού κέντρου. Από αυτό απορρέει το ιδιαίτερο είδος βυζαντινής διπλωματίας, που δεν βασιζόταν στην ισορροπία δυνάμεων, αλλά στην αναπαραγωγή της πολιτικής συγκατάθεσης των άλλων στο πρωτείο της Κωνσταντινούπολης.
Η πολιτική τελετουργία, η χρήση συμβόλων και η διαχείριση της αυλικής ιεραρχίας υπηρετούσαν ακριβώς αυτή τη λειτουργία: να κατασκευάζουν και να επιβεβαιώνουν συνεχώς τη μοναδικότητα του βυζαντινού imperium. Η αυλή δεν ήταν απλώς κέντρο εξουσίας· ήταν σκηνή καθολικής νομιμοποίησης. Οι υποδοχές ξένων πρέσβεων, οι δημόσιες τελετές, η ιεραρχία των τίτλων, όλα συνέβαλλαν στη συμβολική εδραίωση της οικουμενικής υπεροχής του βασιλέως.
Αλλά η βυζαντινή οικουμενικότητα δεν υπήρξε στατική. Αντιθέτως, υπήρξε εξαιρετικά ευέλικτη. Η Κωνσταντινούπολη υιοθέτησε στρατηγικές ενσωμάτωσης και πολιτισμικής αφομοίωσης για να διευρύνει την πολιτική σφαίρα επιρροής της. Οι βαλκανικοί λαοί, οι Σλάβοι, οι Ρώσοι, ακόμη και οι Άραβες της Συρίας ή της Μεσοποταμίας, αντιμετωπίζονταν άλλοτε ως απειλές, άλλοτε ως εν δυνάμει συμμέτοχοι της οικουμένης, υπό την προϋπόθεση ότι θα αναγνώριζαν τη συμβολική ηγεμονία του Βασιλέως τῶν Ῥωμαίων. Η υιοθέτηση του βυζαντινού τελετουργικού, της γλώσσας, των θεσμών και της διοικητικής οργάνωσης από ξένα κράτη επιβεβαιώνει την πολιτική δύναμη της βυζαντινής οικουμενικότητας ως εργαλείου ήπιας εξουσίας.
Το σύστημα των θεμάτων (θέμα) αποτελεί χαρακτηριστικό θεσμικό παράδειγμα της γεωγραφικής και πολιτικής ευελιξίας του imperium. Από τον 7ο αιώνα και εξής, η Κωνσταντινούπολη αντιμετωπίζει τις πιέσεις του εξωτερικού περιβάλλοντος με ένα αποκεντρωμένο αλλά λειτουργικό μοντέλο διοίκησης, το οποίο συνδυάζει πολιτική και στρατιωτική εξουσία σε περιφερειακό επίπεδο. Αυτό το σύστημα, αντίθετα από συγκεντρωτικά μοντέλα της Δύσης, παρήγαγε ανθεκτικότητα, ευελιξία και τοπική υπευθυνότητα, ενισχύοντας έτσι την επιβίωση του οικουμενικού imperium.
Ακόμα και όταν η αυτοκρατορική επικράτεια μειώνεται — όπως στην ύστερη περίοδο των Παλαιολόγων — η ιδέα της οικουμενικότητας παραμένει ακέραιη. Το imperium δεν εξαρτάται από την έκταση της επικράτειας αλλά από την αναγνώριση της μοναδικότητας του φορέα του. Αυτή η επιμονή στη διατήρηση του οικουμενικού ρόλου εξηγεί γιατί μέχρι και το 1453, το Βυζάντιο θεωρούσε τον εαυτό του όχι ως μια περιφερειακή δύναμη που επιβιώνει, αλλά ως την νόμιμη Αυτοκρατορία του κόσμου.
Μετά την Άλωση, το imperium δεν εξαφανίζεται· μετενσαρκώνεται. Η ρητορική περί Τρίτης Ρώμης στη Μόσχα, η διατήρηση του τίτλου Τσάρος, η εισαγωγή βυζαντινών εθιμοτυπικών στοιχείων στη ρωσική αυλή, όλα συνιστούν πολιτικές χειρονομίες συνέχειας της βυζαντινής οικουμενικής ιδέας. Το ίδιο συμβαίνει και με την έμμεση επιρροή του βυζαντινού δικαίου και της γραφειοκρατικής οργάνωσης σε μεταγενέστερα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης και της Μεσογείου.
Συμπερασματικά, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν επιβίωσε για χίλια χρόνια μόνο λόγω στρατιωτικής δύναμης ή διοικητικής αποτελεσματικότητας. Επιβίωσε γιατί διέθετε μια ισχυρή, δομημένη, και επίμονα επανανοηματοδοτούμενη πολιτική ιδεολογία καθολικής ισχύος, στηριγμένη στην έννοια της οικουμενικότητας. Το βυζαντινό imperium δεν ήταν μια αυτοκρατορία όπως όλες οι άλλες. Ήταν ένα μοναδικό πολιτικό σύμπαν, όπου η εξουσία εδραιωνόταν όχι μόνο επί των εδαφών αλλά επί της ιστορίας, της τάξης και της ερμηνείας του κόσμου.
Πρόσφατα σχόλια