Ενώ περισσότερες από 140 χώρες έχουν ήδη αναγνωρίσει την Παλαιστίνη, η κίνηση της Γαλλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και του Καναδά σηματοδοτεί μια δυνητική στροφή με ιδιαίτερη σημασία τόσο για τη διεθνή νομιμοποίηση του παλαιστινιακού αιτήματος όσο και για την ευρύτερη γεωστρατηγική αρχιτεκτονική της Μέσης Ανατολής.

Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η οργή της διεθνούς κοινής γνώμης για τη δραματική ανθρωπιστική κατάσταση στη Γάζα, σε συνδυασμό με τη φθίνουσα αξιοπιστία του ισραηλινού ηγετικού σχήματος υπό τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, δημιουργεί ένα ευνοϊκό –αν και ασταθές– περιβάλλον για αναθεώρηση παγιωμένων στάσεων. Ωστόσο, οι σημερινές πρωτοβουλίες των δυτικών κρατών δεν μπορούν να ερμηνευθούν απομονωμένα από το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο που διαμόρφωσε τις προσδοκίες για τη λύση δύο κρατών: τις Συμφωνίες του Όσλο.

Οι Συμφωνίες του Όσλο (1993–1995) αποτέλεσαν το πιο φιλόδοξο –και ταυτόχρονα πιο τραγικά ημιτελές– σχέδιο θεσμικής συγκρότησης της παλαιστινιακής κρατικότητας. Μέσα από ένα διμερές σχήμα διαπραγματεύσεων μεταξύ του Ισραήλ και της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, αναγνωρίστηκε αμοιβαία η πολιτική υπόσταση των δύο πλευρών, με κεντρικό στόχο την οικοδόμηση σταδιακής παλαιστινιακής αυτονομίας, με βάση τα σύνορα του 1967. Η εγκαθίδρυση της Παλαιστινιακής Αρχής, η αποχώρηση των Ισραηλινών δυνάμεων από τμήματα της Δυτικής Όχθης και της Γάζας, καθώς και ο οδικός χάρτης πενταετούς μεταβατικής περιόδου για τη διευθέτηση θεμελιωδών ζητημάτων –όπως οι πρόσφυγες, οι Ισραηλινοί έποικοι και η Ιερουσαλήμ– συνιστούσαν έναν πυρήνα ρεαλιστικής, έστω πολυσύνθετης, προσέγγισης προς την ειρήνη.

Η πολιτική αποτυχία αυτών των συμφωνιών δεν εδράζεται στην απουσία συμφωνίας επί της αρχής, αλλά στην ανεπάρκεια εφαρμογής. Μετά τη δολοφονία του Yitzhak Rabin και την άνοδο της δεξιάς ισραηλινής ηγεσίας, η διαδικασία παρεμποδίστηκε εκ των έσω, ενώ η επεκτατική πολιτική των εποικισμών, σε συνδυασμό με την εσωτερική πόλωση στους κόλπους της παλαιστινιακής πολιτικής ηγεσίας, οδήγησαν στη σταδιακή αποδόμηση του πλαισίου του Όσλο.

Η σημερινή πρωτοβουλία ευρωπαϊκών κρατών –όπως η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Νορβηγία και η Σλοβενία– να αναγνωρίσουν την Παλαιστίνη ως κράτος, και η προγραμματισμένη πρόθεση αναγνώρισης από τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο ενόψει της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο του 2025, αποτελούν μια έμμεση αλλά σαφή επαναφορά του πνεύματος του Όσλο. Αντίθετα με την αμερικανική επιφυλακτικότητα, οι ευρωπαϊκές χώρες επιλέγουν να κινηθούν με βάση ανθρωπιστικά, πολιτικά και γεωστρατηγικά κριτήρια: επιδιώκουν την ενίσχυση της λύσης των δύο κρατών, τη διατήρηση της ηθικής τους αξιοπιστίας στη διεθνή σκηνή, αλλά και την έμμεση διαφοροποίησή τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδίως υπό την ηγεσία Τραμπ.

Ωστόσο, η αναγνώριση της Παλαιστίνης δεν μπορεί να αποτελέσει αυθύπαρκτο εργαλείο ειρήνης. Η αδυναμία ύπαρξης ενοποιημένης παλαιστινιακής αρχής, η κυριαρχία της Χαμάς στη Γάζα, η συνεχιζόμενη ισραηλινή επιθετικότητα και η απόρριψη από τον Νετανιάχου της ίδιας της ιδέας παλαιστινιακού κράτους συνιστούν εμπόδια που δεν αίρονται μέσω διπλωματικών δηλώσεων. Αντιθέτως, η μονομερής αναγνώριση ενδέχεται να βαθύνει τα ρήγματα στη Δύση, να ενισχύσει την εσωτερική πόλωση εντός του Ισραήλ, ή ακόμη και να χρησιμοποιηθεί από την ισραηλινή ηγεσία ως επιχείρημα εναντίον του διεθνούς δικαίου.

Παρά ταύτα, η σημασία των σύγχρονων διπλωματικών κινήσεων έγκειται στον τρόπο με τον οποίο επανασυστήνουν τη συζήτηση για το τι σημαίνει κρατικότητα, νομιμότητα και ειρηνευτική διαδικασία στη Μέση Ανατολή. Οι Συμφωνίες του Όσλο παραμένουν έως σήμερα το μοναδικό συνεκτικό θεσμικό πλαίσιο για τη λύση των δύο κρατών. Η επαναφορά του πυρήνα τους, έστω υπό νέα μορφή και συγκυρία, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια πιο έντιμη και βιώσιμη λύση.