Η συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αλάσκα δεν υπήρξε ένα τυπικό τετ-α-τετ δύο ηγετών, αλλά ένας θεατρικός σταθμός στη διαρκή αναμέτρηση συμβολισμών, ισχύος και αφηγήσεων που χαρακτηρίζουν την παγκόσμια τάξη. Η Αλάσκα, με το ιστορικό της φορτίο, υπήρξε το ιδανικό σκηνικό: εκεί όπου το 1867 η Ρωσία πούλησε έδαφος στις Ηνωμένες Πολιτείες, σήμερα επανήλθε ως ισότιμος συνομιλητής, καταρρίπτοντας την εικόνα της διεθνούς απομόνωσης που είχε επιβληθεί από τη Δύση μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Ο ίδιος ο τόπος συνάντησης μετατράπηκε σε μνημείο της αντιστροφής της Ιστορίας: από πεδίο ρωσικής παραχώρησης σε χώρο ρωσικής επαναφοράς, από σύμβολο αδυναμίας σε εργαλείο προβολής κύρους.
Η εικόνα του Βλαντίμιρ Πούτιν, στο πλευρό του Αμερικανού προέδρου σε αμερικανικό έδαφος, συνιστούσε από μόνη της ένα κέρδος για τον Ρώσο ηγέτη. Χωρίς να παραχωρήσει τίποτα, χωρίς να δεσμευθεί σε ειρηνευτική διαδικασία ή υποχώρηση, απέσπασε αυτό που η ρωσική διπλωματία είχε ως ύψιστο στόχο: την επανανομιμοποίηση. Δεν ήταν πλέον ο «παρίας» που η Δύση προσπαθούσε να παρουσιάσει. Αντιθέτως, φάνηκε ανθεκτικός, παρών, αμετακίνητος και σε θέση να καθορίζει το πλαίσιο της συζήτησης. Η ικανότητά του να επιβιώνει στις πιέσεις, να ελίσσεται ανάμεσα σε κυρώσεις και στρατηγικές απομονώσεις, βρήκε εδώ την πιο ηχηρή επιβεβαίωση. Ο εσωτερικός αντίκτυπος στη Ρωσία ήταν τεράστιος: η κοινή γνώμη αντίκρισε τον ηγέτη της να στέκεται πλάι στον πρόεδρο της υπερδύναμης, επιβεβαιώνοντας το αφήγημα της «μεγάλης Ρωσίας» που δεν λυγίζει. Στον παγκόσμιο Νότο, ο Πούτιν εμφανίστηκε ως πρότυπο αντίστασης απέναντι στην δυτική ηγεμονία, ενισχύοντας τη φήμη της Ρωσίας ως δύναμης που δεν υπαγορεύεται από κανέναν.
Αντίθετα, ο Ντόναλντ Τραμπ εισήλθε στη συνάντηση με την φιλοδοξία να παρουσιαστεί ως ο ειρηνοποιός που η Δύση χρειάζεται. Ο αυτοπροσδιορισμός του ως «μεγάλου διαπραγματευτή» έθετε τον πήχη ψηλά: η υπόσχεση ότι μόνο εκείνος μπορούσε να κλείσει τον πόλεμο στην Ουκρανία. Όμως, η πραγματικότητα αποδείχθηκε αμείλικτη. Ο Πούτιν δεν ήταν διατεθειμένος να δώσει τίποτα. Η ουκρανική κρίση είναι πολύπλοκη και πολυεπίπεδη για να λυθεί με μια απλή χειραψία. Έτσι, το μόνο που έμεινε στον Τραμπ ήταν η φωτογραφία, και αυτή όμως δεν λειτούργησε υπέρ του: αντί να αποπνέει εικόνα ηγεμονικής δύναμης, πρόβαλε τον Αμερικανό πρόεδρο ως έναν συνομιλητή που δέχθηκε τον Πούτιν σε αμερικανικό έδαφος χωρίς να πάρει αντάλλαγμα. Η αποτυχία να επιτευχθεί οποιαδήποτε συμφωνία υπονόμευσε τον πολιτικό του μύθο, στερώντας του το πλεονέκτημα που αναζητούσε στην εσωτερική πολιτική σκηνή των Ηνωμένων Πολιτειών. Στο διεθνές πεδίο, το μήνυμα ήταν ακόμη πιο δυσμενές: η Αμερική έδειχνε να μην μπορεί να διαμορφώσει την έκβαση ενός πολέμου που βρίσκεται στην καρδιά της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Το μεγαλύτερο θύμα της συνάντησης, ωστόσο, ήταν η Ουκρανία. Απουσίαζε από το τραπέζι, ενώ το μέλλον της συζητήθηκε ερήμην της. Αυτό επανέφερε επικίνδυνες μνήμες από τις μεγάλες συνδιασκέψεις του 20ού αιώνα, όταν μικρότερες χώρες μετατρέπονταν σε πιόνια των μεγάλων δυνάμεων. Για το Κίεβο, η εικόνα αυτή ήταν καταθλιπτική: αποδεικνύει ότι, παρά τις διακηρύξεις περί αλληλεγγύης, οι μεγάλες δυνάμεις δεν διστάζουν να επαναχαράσσουν τα όρια χωρίς να ρωτούν τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Η αβεβαιότητα για την πραγματική δέσμευση της Δύσης προς την Ουκρανία ενισχύθηκε, ενώ η πιθανότητα ενός παγώματος της σύγκρουσης ή ακόμη και μιας συμφωνίας εις βάρος της φαντάζει ολοένα και πιο πιθανή. Η στρατηγική κόπωση των ευρωπαϊκών κοινωνιών, η οικονομική επιβάρυνση και η μείωση της αμερικανικής διάθεσης για μακροπρόθεσμη εμπλοκή δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο το Κίεβο κινδυνεύει να μείνει μόνο του.
Η Ευρώπη παρακολούθησε με αγωνία και αμηχανία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιλαμβάνεται πως η συνάντηση στην Αλάσκα κατέδειξε κάτι βαθύτερο: ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να κινηθούν μονομερώς, ακόμα και αν αυτό υπονομεύει τη συνοχή της Δύσης. Η ιδέα της στρατηγικής αυτονομίας επανήλθε στο προσκήνιο, ωστόσο οι δομικές αδυναμίες –διαιρέσεις μεταξύ κρατών-μελών, περιορισμένη στρατιωτική ισχύς, ενεργειακή εξάρτηση– καθιστούν την εφαρμογή της προβληματική. Το ΝΑΤΟ, από την πλευρά του, βρέθηκε αντιμέτωπο με ένα επικίνδυνο ερώτημα: αν η Ουάσιγκτον δεν εγγυάται απόλυτα την υπεράσπιση ενός εταίρου όπως η Ουκρανία, πόσο αξιόπιστη είναι η δέσμευσή της απέναντι στα κράτη-μέλη που βασίζονται στην αμερικανική προστασία; Η ανησυχία των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών είναι έκδηλη, καθώς αντιλαμβάνονται ότι η ίδια τους η ασφάλεια μπορεί να εξαρτηθεί από πολιτικούς υπολογισμούς στην Ουάσιγκτον.
Στην άλλη άκρη του πλανήτη, η Κίνα εμφανίστηκε ως σιωπηλός αλλά ουσιαστικός κερδισμένος. Η ενίσχυση της Ρωσίας ως νομιμοποιημένου διεθνούς συνομιλητή εξυπηρετεί απόλυτα την κινεζική στρατηγική. Το Πεκίνο επιδιώκει έναν κόσμο πολυπολικό, όπου καμία δύναμη δεν θα έχει το μονοπώλιο της ισχύος. Η εικόνα της Αμερικής που αδυνατεί να επιβάλει τη θέλησή της και ενός Πούτιν που παραμένει όρθιος ενισχύει την αφήγηση της Κίνας ότι η εποχή της αμερικανικής μονοκρατορίας έχει τελειώσει. Αντίστοιχα, ο Παγκόσμιος Νότος –από την Ινδία έως τη Βραζιλία και την Αφρική– αντλεί επιχειρήματα υπέρ της δικής του θέσης: ότι ο κόσμος οφείλει να λειτουργεί με πολλαπλά κέντρα ισχύος και ότι η Δύση δεν μπορεί πλέον να υπαγορεύει μονομερώς τις εξελίξεις.
Έτσι, η συνάντηση της Αλάσκας δεν κρίθηκε από την υπογραφή ή μη μιας συμφωνίας, αλλά από την ανακατανομή κύρους και αφηγήματος. Ο Πούτιν αναδείχθηκε ο μεγάλος κερδισμένος, καθώς κατάφερε να αποτινάξει το στίγμα του απομονωμένου και να επανέλθει ως συνομιλητής πρώτης γραμμής. Ο Τραμπ υπήρξε ο μεγάλος χαμένος, αφού δεν πέτυχε τον στόχο του να παρουσιαστεί ως ειρηνοποιός και αντίθετα ενίσχυσε τον συνομιλητή του. Η Ουκρανία βρέθηκε πιο εκτεθειμένη από ποτέ, ενώ η Ευρώπη βυθίστηκε σε στρατηγική αμηχανία. Η Κίνα και ο Παγκόσμιος Νότος κέρδισαν έμμεσα, βλέποντας το διεθνές σύστημα να κινείται πιο κοντά στη δική τους οπτική. Και η διεθνής κοινότητα, στο σύνολό της, αντίκρισε με σαφήνεια την εικόνα μιας νέας εποχής: μιας εποχής όπου οι συναντήσεις των μεγάλων δεν παράγουν πια σαφείς κανόνες, αλλά λειτουργούν ως καθρέφτες της πολυπλοκότητας και της αβεβαιότητας που ορίζει τον 21ο αιώνα.
Η Αλάσκα κατέγραψε την απαρχή μιας νέας κανονικότητας. Μιας κανονικότητας όπου η ισχύς δεν μετριέται μόνο με στρατούς και οικονομία, αλλά με αντοχή, αφήγηση, εικόνα και την ικανότητα να επιβιώνεις στις πιέσεις. Σε αυτό το πεδίο, ο Πούτιν θριάμβευσε, ο Τραμπ υπαναχώρησε, η Ουκρανία ανησυχεί, η Ευρώπη αμφιβάλλει, η Κίνα παρατηρεί με ικανοποίηση και ο κόσμος ολόκληρος συνειδητοποιεί ότι η εποχή της μονοκρατορίας έχει παρέλθει, δίνοντας τη θέση της σε έναν πολυπολικό πλανήτη.
Πρόσφατα σχόλια