Η Τουρκία ενσωματώνει το παράδοξο μιας κοινωνίας που οικοδομήθηκε επάνω στις αρχές του αυστηρού κοσμικού κεμαλισμού αλλά κατέληξε, έναν αιώνα αργότερα, να κυβερνάται από ένα ισλαμοσυντηρητικό, συγκεντρωτικό προεδρικό καθεστώς. Η ανάλυση αυτής της μετάβασης δεν μπορεί να περιοριστεί σε πολιτικό ή εκλογικό επίπεδο· απαιτεί μία σύνθεση ιστορικής, κοινωνιολογικής και θεσμικής προοπτικής, η οποία θα αποκαλύψει πώς οι αντιφάσεις του κεμαλικού σχεδίου εκσυγχρονισμού άνοιξαν τον δρόμο για την άνοδο του πολιτικού Ισλάμ και την τελική εδραίωση της εξουσίας του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Το κεμαλικό κράτος, όπως συγκροτήθηκε από τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ μετά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θεμελιώθηκε σε έξι αρχές: ρεπουμπλικανισμό, λαϊκισμό, εθνικισμό, κρατισμό, εκσυγχρονισμό και αυστηρή εκκοσμίκευση (λαϊκισμός με την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας). Η εκκοσμίκευση, συγκεκριμένα, υπήρξε δομικό στοιχείο του κεμαλισμού, καθώς απέκοψε το κράτος από την ισλαμική παράδοση του χαλιφάτου, καταργώντας θρησκευτικούς θεσμούς, μεταρρυθμίζοντας την εκπαίδευση, και εισάγοντας δυτικού τύπου νομοθεσία. Ωστόσο, αυτός ο ριζοσπαστικός εκσυγχρονισμός ήταν από την αρχή ελιτίστικος, επιβαλλόμενος από τα πάνω, χωρίς να εμπεδώσει πραγματικά μια μαζική κοινωνική συναίνεση. Το τουρκικό κράτος παρέμεινε ένα αυταρχικό καθεστώς με ισχυρό ρόλο του στρατού ως εγγυητή του κοσμικού χαρακτήρα και της εδαφικής ακεραιότητας.

Η μεταπολεμική Τουρκία γνώρισε περιορισμένη φιλελευθεροποίηση, αλλά τα πραξικοπήματα του 1960, 1971, 1980 και το «μεταμοντέρνο πραξικόπημα» του 1997 ανέδειξαν ότι το κεμαλικό καθεστώς διέθετε μηχανισμούς ελέγχου για να επαναφέρει τη χώρα σε «ορθό» ιδεολογικό προσανατολισμό όποτε υπήρχε παρέκκλιση. Η πολιτική του Ισλάμ επιβίωνε στα περιθώρια, κυρίως μέσω κομμάτων όπως το Milli Görüş του Νετζμεττίν Ερμπακάν, τα οποία διαλύονταν από τα δικαστήρια με την κατηγορία της απειλής προς το κοσμικό κράτος. Ωστόσο, οι κοινωνικές μεταβολές από τη δεκαετία του 1980 και μετά —αστικοποίηση, δημιουργία νέας αναδυόμενης επιχειρηματικής τάξης της Ανατολίας, ενίσχυση μικρομεσαίων στρωμάτων με ισλαμικές αξίες— δημιούργησαν το υπόβαθρο για την πολιτική άνοδο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ).

Η εκλογική νίκη του ΑΚΡ το 2002 σηματοδότησε την απαρχή μιας νέας περιόδου: το κόμμα παρουσιάστηκε ως μετριοπαθές, φιλοευρωπαϊκό, υπέρμαχο των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων και της οικονομικής ανάπτυξης. Η Τουρκία γνώρισε τα πρώτα χρόνια του ΑΚΡ ραγδαία οικονομική μεγέθυνση, εισροή ξένων επενδύσεων και βελτίωση των σχέσεων με την ΕΕ. Ωστόσο, μετά το 2010 παρατηρείται σταδιακή απομάκρυνση από τον φιλελεύθερο εκσυγχρονισμό και αυξανόμενη συγκέντρωση εξουσίας στο πρόσωπο του Ερντογάν. Η συνταγματική αναθεώρηση του 2017, η οποία μετέτρεψε το κοινοβουλευτικό σύστημα σε προεδρικό, επισφράγισε την πολιτική μετάβαση: ο πρόεδρος απέκτησε υπερεξουσίες, ο έλεγχος του στρατού και της δικαιοσύνης υπήρξε πλήρης, και η αντιπολίτευση περιθωριοποιήθηκε.

Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιούλιο του 2016 υπήρξε καθοριστική καμπή, καθώς έδωσε στην κυβέρνηση την αφορμή για μαζικές εκκαθαρίσεις στον κρατικό μηχανισμό, στον στρατό, στην εκπαίδευση και στα μέσα ενημέρωσης. Με τον τρόπο αυτό, η Τουρκία μετατράπηκε σε ένα καθεστώς που πολλοί μελετητές χαρακτηρίζουν ως «εκλογικό αυταρχισμό» ή «υβριδικό καθεστώς», όπου η εκλογική διαδικασία υφίσταται τυπικά, αλλά το παιχνίδι είναι δομικά στημένο υπέρ του κυβερνώντος κόμματος.

Η ιδεολογική διάσταση αυτής της μετάβασης είναι επίσης κρίσιμη. Ο Ερντογάν υιοθετεί έναν συνδυασμό ισλαμο-συντηρητικών αξιών και τουρκικού εθνικισμού, προβάλλοντας την Τουρκία ως ηγέτιδα δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου και συνεχιστή της οθωμανικής κληρονομιάς. Το νέο καθεστώς επιχειρεί να αναθεωρήσει την κεμαλική εκδοχή της ιστορίας, αποκαθιστώντας μορφές και σύμβολα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενισχύοντας την παρουσία της θρησκείας στον δημόσιο χώρο και επανερμηνεύοντας την τουρκική ταυτότητα σε θρησκευτικούς όρους.

Η μετάβαση από τον κεμαλισμό στον ερντογανισμό, επομένως, δεν είναι απλώς αλλαγή πολιτικής ηγεσίας ή θεσμών· είναι αλλαγή παραδείγματος (paradigm shift) στη θεμελιώδη σχέση κράτους-κοινωνίας, στον τρόπο παραγωγής πολιτικής νομιμοποίησης, και στην ιδεολογική αφήγηση του τουρκικού έθνους. Η Τουρκία του 21ου αιώνα μοιάζει περισσότερο με μια «επιλεκτική δημοκρατία» που δίνει έμφαση στην πλειοψηφική εξουσιοδότηση, αδιαφορώντας για τις φιλελεύθερες εγγυήσεις και τις μειονοτικές ελευθερίες. Αυτό το νέο μοντέλο θα αποτελέσει το υπόβαθρο της τουρκικής πολιτικής ζωής για τα επόμενα χρόνια, με άγνωστο προς το παρόν πώς θα εξελιχθεί μετά την αποχώρηση του ίδιου του Ερντογάν από την εξουσία.