Οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις αποτελούν έναν από τους πιο καθοριστικούς θεσμούς της σύγχρονης Τουρκίας, διαδραματίζοντας έναν ρόλο που υπερβαίνει κατά πολύ τις αρμοδιότητες ενός στρατού σε μια δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία. Στη δυτική αντίληψη, ο στρατός υπάγεται πλήρως στην πολιτική ηγεσία, λειτουργώντας αποκλειστικά ως μηχανισμός ασφαλείας. Αντίθετα, στην Τουρκία από την ίδρυση της Δημοκρατίας μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα, οι ένοπλες δυνάμεις ενσαρκώνουν τον θεματοφύλακα του κράτους και της ιδεολογικής του συνέχειας. Αυτή η θεσμική θέση συνιστά θεμελιώδη ένδειξη ότι η Τουρκία δεν συγκροτήθηκε ποτέ πάνω στο πρότυπο μιας κανονικής δυτικής δημοκρατίας, αφού ένα τόσο ισχυρό μη εκλεγμένο κέντρο εξουσίας λειτουργούσε ως αντι-πλειοψηφικό αντίβαρο όχι για τη διασφάλιση της ισορροπίας των εξουσιών, αλλά για τη διατήρηση της κρατικής ομοιογένειας.

Η σχέση στρατού–πολιτικής στην Τουρκία θεμελιώθηκε στην κεμαλική παράδοση, όπου οι ένοπλες δυνάμεις θεωρήθηκαν ο πυλώνας του εκσυγχρονισμού και της εθνικής ενότητας. Οι στρατιωτικές επεμβάσεις του 1960, 1971, 1980 και 1997 δεν ερμηνεύονται από το τουρκικό κράτος ως αντιδημοκρατικές εκτροπές αλλά ως “διορθωτικές παρεμβάσεις” για την αποκατάσταση της πολιτικής τάξης και της κεμαλικής αρχής του ενιαίου κράτους. Η ίδια η κοινωνία σε μεγάλο βαθμό αποδέχθηκε αυτή την πρακτική, γεγονός που υπογραμμίζει ότι η δημοκρατική κουλτούρα στην Τουρκία δεν ακολούθησε την ευρωπαϊκή εξέλιξη πλουραλισμού και θεσμικών αντιβάρων.

Μετά το 2002, η πολιτική κυριαρχία του AKP δεν κατήργησε αυτό το μοντέλο, αλλά αναδιάταξε την ισορροπία ισχύος υπέρ της εκτελεστικής εξουσίας. Η αποδυνάμωση των ενόπλων δυνάμεων μετά το 2010 και η δραστική εκκαθάριση στελεχών μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 δεν οδήγησαν σε δυτικού τύπου πολιτικό έλεγχο του στρατού, αλλά σε μια νέα εκδοχή κρατικού συγκεντρωτισμού. Ο στρατός δεν λειτουργεί πλέον ως αυτόνομος θεματοφύλακας, αλλά ως προέκταση της προεδρικής εξουσίας, ενταγμένη σε ένα σύστημα όπου η πολιτική εξουσία επιδιώκει να ελέγχει πλήρως όλα τα κέντρα θεσμικής ισχύος.

Αυτή η μετάβαση δεν σηματοδοτεί εκδημοκρατισμό, αλλά διατήρηση της μη-δυτικής πολιτικής λογικής: οι θεσμοί δεν λειτουργούν ως ανεξάρτητοι φορείς αλλά ως τμήματα του κράτους. Η διαφορά έγκειται απλώς στο ποιος ασκεί τον έλεγχο. Στο παρελθόν, οι ένοπλες δυνάμεις κατείχαν θεσμικό ρόλο υπεράνω των εκλογικών αποτελεσμάτων· σήμερα, η εκτελεστική εξουσία έχει αποκτήσει ανάλογη υπεροχή. Σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν συναντά κανείς τις θεσμικές ισορροπίες που χαρακτηρίζουν μια δυτική δημοκρατία.

Η τουρκική περίπτωση δεν ομοιάζει με τις παραδοσιακές μεταβάσεις από στρατιωτικά καθεστώτα σε δημοκρατίας της Λατινικής Αμερικής ή της Νότιας Ευρώπης, όπου οι ένοπλες δυνάμεις αποσύρθηκαν σταδιακά από τον δημόσιο χώρο. Εδώ, η σχέση στρατού–πολιτικής υπήρξε ανέκαθεν οργανικό τμήμα της κρατικής δομής και όχι παθολογία. Η διαχρονική ύπαρξη ενός θεσμού με αυξημένες, μη εκλεγμένες αρμοδιότητες αποτελεί βασικό επιχείρημα ότι η Τουρκία δεν διέθετε ποτέ τις προϋποθέσεις να εξελιχθεί σε πλήρη δυτική δημοκρατία, αφού η κατοχύρωση της πολιτικής κυριαρχίας έναντι του στρατού δεν ήταν ποτέ απόλυτη.