Ο κοινωνικός διάλογος στην Ευρώπη έχει αναδειχθεί σε έναν από τους θεμελιώδεις θεσμούς της συλλογικής προστασίας της εργασίας. Το ευρωπαϊκό εργατικό δίκαιο και η κοινωνική πολιτική θεμελιώνουν την ύπαρξή του όχι ως ένα διαδικαστικό εργαλείο, αλλά ως συμπυκνωμένη έκφραση του δημοκρατικού χαρακτήρα της ρυθμιστικής λειτουργίας της αγοράς εργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο κοινωνικός διάλογος αντιμετωπίζεται ως συλλογικός μηχανισμός ισορροπίας, διαμόρφωσης κανόνων και ενσωμάτωσης κοινωνικών αντιθέσεων στο θεσμικό σύστημα, με σκοπό τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.
Η ευρωπαϊκή θεσμική παράδοση βασίζεται στη σύλληψη της αγοράς εργασίας ως πεδίου με εγγενείς ανισορροπίες εξουσίας. Η συλλογική διαπραγμάτευση και ο κοινωνικός διάλογος λειτουργούν αντισταθμιστικά στις δομικές αυτές ανισορροπίες, ενώ ταυτόχρονα ενεργοποιούν μηχανισμούς διαλόγου μεταξύ εργοδοτών, εργαζομένων και κράτους. Η νομιμοποιητική βάση του κοινωνικού διαλόγου προέρχεται από δύο πηγές: την ιστορική εξέλιξη του κοινωνικού κράτους και τη θεσμική αναγνώριση των συλλογικών δικαιωμάτων από το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο. Η αρχή της συλλογικής αυτονομίας, η αυτορρύθμιση και η προστασία της εργασίας έχουν αναχθεί σε θεμελιώδεις νομικές αρχές, που αποτυπώνονται σε συνθήκες, χάρτες δικαιωμάτων και οδηγίες της ΕΕ.
Η ελληνική πραγματικότητα του κοινωνικού διαλόγου έχει αναπτυχθεί εντός ενός διαφορετικού ιστορικού πλαισίου. Οι θεσμοί κοινωνικού διαλόγου συγκροτήθηκαν μετά τη μεταπολίτευση ως αντανακλαστικό του δημοκρατικού μετασχηματισμού. Ωστόσο, η θεσμική σταθερότητά τους υπήρξε εύθραυστη. Στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης υποχώρησε σημαντικά ο βαθμός συμμετοχής, η επεκτασιμότητα των συλλογικών συμβάσεων ακυρώθηκε προσωρινά και η συλλογική αυτονομία περιορίστηκε υπέρ της μονομερούς κρατικής παρέμβασης. Αυτή η εξέλιξη επανέφερε στο επίκεντρο το ερώτημα της ανθεκτικότητας του κοινωνικού διαλόγου υπό συνθήκες κρίσης.
Η νέα περίοδος θεσμικής επαναρρύθμισης αναδεικνύει ένα κρίσιμο συμπέρασμα: ο κοινωνικός διάλογος δεν προσδιορίζεται από τη νομοθετική του κατοχύρωση, αλλά από την πραγματική κοινωνική και θεσμική δυνατότητα των συλλογικών φορέων να διαμορφώνουν κανόνες εργασίας. Για να λειτουργήσει αποτελεσματικά, ο κοινωνικός διάλογος απαιτεί ισχυρή κοινωνική αντιπροσώπευση, θεσμική συνέχεια και διαφανές πλαίσιο.
Η ευρωπαϊκή συγκριτική εμπειρία δείχνει ότι ο κοινωνικός διάλογος αποδίδει όταν συνδυάζει θεσμική αυτονομία, συλλογική αντιπροσώπευση και συνεχή διαπραγματευτική ικανότητα. Αυτό δεν αποτελεί μόνο ζήτημα οργάνωσης, αλλά και δομικής κουλτούρας συμμετοχής. Εκεί όπου ο κοινωνικός διάλογος παραμένει περιορισμένος, αυξάνεται η ανάγκη για κρατική διορθωτική παρέμβαση· το αποτέλεσμα είναι συχνά ένας φαύλος κύκλος όπου ο συλλογικός θεσμός δεν ωριμάζει ούτε αποκτά αυτοδύναμο χαρακτήρα.
Ως εκ τούτου, η ελληνική περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά τμήμα ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού φάσματος. Η ανάγκη ενίσχυσης του κοινωνικού διαλόγου αποτελεί κοινή παραδοχή και τείνει να λειτουργήσει ως θεσμικό αντίβαρο στις επιπτώσεις που επέφερε η απορρύθμιση της προηγούμενης δεκαετίας.
Η μελλοντική αποτελεσματικότητα του κοινωνικού διαλόγου στην Ελλάδα δεν θα εξαρτηθεί κυρίως από νέες νομοθετικές προβλέψεις, αλλά από τη μετάβαση σε μια βαθύτερη θεσμική κουλτούρα συνεργασίας, σε συνθήκες ενίσχυσης της συλλογικής εκπροσώπησης και της εργασιακής ασφάλειας.
Πρόσφατα σχόλια