Η ευρωπαϊκή πραγματικότητα των τελευταίων δεκαετιών αποδεικνύει ότι η προστασία της εργασίας αποτελεί ζήτημα υπεράνω εθνικών συνόρων και παραδοσιακών πολιτικών προσεγγίσεων. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος, το οποίο διαμορφώθηκε μεταπολεμικά ως θεσμική απάντηση στον κοινωνικό αποκλεισμό και στις ανισότητες, έχει υποστεί πολλαπλές μετασχηματίσεις. Ωστόσο, παρά τις κρίσεις και τις περιόδους απορρύθμισης, η συνεκτική ευρωπαϊκή πολιτική των τελευταίων ετών επαναπροσδιορίζει τη θέση της εργασίας στην οικονομία και στην κοινωνία.
Η κρίση χρέους του 2008–2015 λειτούργησε ως καταλύτης για την αμφισβήτηση του παλαιού υποδείγματος κοινωνικής προστασίας. Οι πολιτικές λιτότητας, η αποδυνάμωση των συλλογικών συμβάσεων και η επέκταση των ευέλικτων και επισφαλών μορφών απασχόλησης οδήγησαν στη μείωση των εργατικών δικαιωμάτων και στη διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων. Οι κοινωνικές επιπτώσεις της απορρύθμισης ανέδειξαν την αναγκαιότητα ανασυγκρότησης του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους όχι ως παρωχημένου μοντέλου, αλλά ως βασικού θεσμικού μηχανισμού διασφάλισης της κοινωνικής συνοχής.
Η νέα φάση μετασχηματισμού εκκινεί από δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι βιώσιμη χωρίς την ενσωμάτωση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεύτερον, η εργασία αποτελεί θεμέλιο της κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος δεν επιδιώκει πλέον να ορίσει μόνο δίκτυα ασφαλείας για τους εργαζόμενους, αλλά διαμορφώνει πολιτικές με στόχο την ενίσχυση της συλλογικής προστασίας και την αντιμετώπιση των νέων μορφών ανισότητας.
Αυτή η μεταστροφή αποτυπώνεται σε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες:
– στην Οδηγία 2022/2041 για τον κατώτατο μισθό και τη συλλογική κάλυψη,
– στα προγράμματα κοινωνικής συνοχής,
– στις θεσμικές παρεμβάσεις για την προστασία των εργαζομένων της ψηφιακής οικονομίας,
– στην αναγνώριση των συλλογικών συμβάσεων ως μηχανισμού ρύθμισης των νέων μορφών εργασίας.
Το νέο ευρωπαϊκό θεσμικό υπόδειγμα δεν απορρίπτει την ευελιξία, αλλά επιχειρεί να την ενσωματώσει σε ένα πλαίσιο θεμελιώδους προστασίας των δικαιωμάτων. Η ισορροπία αυτή είναι το αναγκαίο αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης ότι η απορρύθμιση, όπως εφαρμόστηκε στον ευρωπαϊκό Νότο και σε ορισμένες κεντρικές χώρες, είχε βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα αλλά μακροπρόθεσμες κοινωνικές επιβαρύνσεις.
Η επανεμφάνιση του κοινωνικού κράτους δεν σημαίνει επιστροφή σε ένα παλαιότερο μοντέλο ρυθμιστικής ύφανσης. Αντίθετα, προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση: την ενδυνάμωση των συλλογικών μηχανισμών, τη διεύρυνση της εκπροσώπησης, την ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου και τη συνένωση της οικονομικής ανάπτυξης με την κοινωνική συνοχή. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος μετατρέπεται από παθητικό μηχανισμό επιδοματικού χαρακτήρα σε ενεργητικό φορέα παραγωγικής, κοινωνικής και θεσμικής σταθερότητας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διάκριση ανάμεσα σε κράτος και αγορά δεν είναι πλέον διχοτομική. Η συλλογική προστασία αποτελεί την αιχμή ενός νέου μοντέλου μεταρρυθμίσεων που συνδυάζει τον νομικό ρυθμισμό με την οικονομική αποτελεσματικότητα. Οι συλλογικές συμβάσεις επανέρχονται στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας ως ο βασικός μηχανισμός δίκαιης κατανομής του οικονομικού αποτελέσματος και εξισορρόπησης της ανισορροπίας ισχύος στην αγορά εργασίας.
Αυτός ο μετασχηματισμός καθιστά την προστασία της εργασίας αναπόσπαστο στοιχείο της ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Το κοινωνικό κράτος δεν λειτουργεί ως αντίβαρο στην οικονομική ανάπτυξη αλλά ως προϋπόθεση για την επίτευξη ενός βιώσιμου και δίκαιου κοινωνικού μοντέλου.
Πρόσφατα σχόλια