Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας εισάγει ριζικές αλλαγές στη δομή, τη μορφή και τις συνθήκες υπό τις οποίες ασκείται η εργασία. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες φάσεις βιομηχανικού και τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, η σημερινή ψηφιακή μετάβαση επηρεάζει άμεσα τη νομική υπόσταση της εργασίας, την έννοια της παραγωγικότητας και τους μηχανισμούς συλλογικής οργάνωσης. Η εργασία μέσω ψηφιακών πλατφορμών, η τηλεργασία, η εξ αποστάσεως παραγωγή υπηρεσιών και η χρήση αλγοριθμικών πρακτικών ελέγχου έχουν μετατρέψει τον παραδοσιακό εργασιακό χώρο σε πεδίο αβεβαιότητας και κατακερματισμού.

Σε αυτό το νέο πλαίσιο, τα κλασικά εργατικά μοντέλα προστασίας εμφανίζονται περιορισμένα στη δυνατότητά τους να ρυθμίσουν τις σύγχρονες μορφές εκμετάλλευσης και επισφάλειας. Η επέκταση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, η αστάθεια της εργασιακής σχέσης και η αποδυνάμωση της αντίληψης περί σταθερής απασχόλησης ενισχύουν την ατομική διαπραγμάτευση εις βάρος των συλλογικών θεσμών. Έτσι, δημιουργείται ένα νέο παράδοξο: το παραδοσιακό εργατικό δίκαιο προστατεύει έναν τύπο εργασίας που σταδιακά υποχωρεί, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα της νέας εργασίας λειτουργεί εκτός των παραδοσιακών μηχανισμών προστασίας.

Η συλλογική διαπραγμάτευση καλείται να αντιμετωπίσει αυτό το νέο θεσμικό περιβάλλον όπου ο εργοδότης δεν είναι πλέον μια οντότητα με φυσική υπόσταση αλλά ένας αλγόριθμος ή μια υπερεθνική πλατφόρμα. Η απουσία σταθερής εργασιακής σχέσης καθιστά δυσχερέστερη την άσκηση των συλλογικών δικαιωμάτων, την ένταξη σε συνδικαλιστικά σχήματα και τη διεκδίκηση συλλογικών συμβάσεων. Οι κλασικές έννοιες της εργοδοτικής ευθύνης, της εργατικής εξάρτησης και της προστασίας μέσω συλλογικών θεσμών τίθενται υπό αμφισβήτηση.

Ωστόσο, η ευρωπαϊκή και διεθνής νομοθετική εξέλιξη δείχνει ότι οι συλλογικοί θεσμοί δεν υποχωρούν. Αντίθετα, μετασχηματίζονται και επεκτείνονται σε νέες μορφές. Η πρόσφατη θεσμική εμπειρία αποδεικνύει ότι οι συλλογικές συμβάσεις μπορούν να ρυθμίσουν σύγχρονα ζητήματα: τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης στην εργασία, την προστασία δεδομένων, το «δικαίωμα αποσύνδεσης», την αλγοριθμική διαφάνεια και την ψηφιακή παρακολούθηση. Αυτές οι ρυθμίσεις αποδεικνύουν ότι η συλλογική διαπραγμάτευση βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγχρονης εργασιακής προστασίας, ακόμη και σε περιβάλλοντα εργασίας που δεν υπάκουαν παραδοσιακά στο εργατικό δίκαιο.

Η μεταβλητότητα των νέων μορφών εργασίας καθιστά αναγκαία μια νέα θεώρηση του συλλογικού δικαίου: από παραδοσιακό μηχανισμό σύγκρουσης και διεκδίκησης σε μηχανισμό διαχείρισης της αβεβαιότητας και θεσμικής ενσωμάτωσης. Η προστασία των εργαζομένων στις πλατφόρμες, η κατοχύρωση συλλογικών δικαιωμάτων για τους τηλεργαζόμενους και η ενσωμάτωση των ψηφιακών επαγγελματικών κατηγοριών στη συλλογική διαπραγμάτευση αποτελούν πλέον βασικά στοιχεία του νέου μοντέλου εργατικού δικαίου.

Η ευρωπαϊκή σύγκριση το επιβεβαιώνει: όπου οι συλλογικοί θεσμοί ενισχύονται (όπως στη Γερμανία, τη Γαλλία και τις σκανδιναβικές χώρες), η ψηφιακή εργασία ενσωματώνεται σε πλαίσια σταθερότητας και νομικής προστασίας. Αντίθετα, όπου κυριαρχεί η απορρύθμιση και ο ατομισμός των εργασιακών σχέσεων, οι ανισότητες και η επισφάλεια διευρύνονται. Το συμπέρασμα είναι θεμελιώδες: η συλλογική προστασία δεν αποτελεί εμπόδιο για την ψηφιακή οικονομία, αλλά προϋπόθεση για την κοινωνικά βιώσιμη ανάπτυξή της.

Η νέα εποχή της εργασίας απαιτεί τη διεύρυνση του εργατικού δικαίου ώστε να ανταποκρίνεται σε περιβάλλοντα εργασίας με πολλαπλούς εργοδότες, πολλαπλές μορφές απασχόλησης και υπερεθνική κινητικότητα. Έτσι, ο μετασχηματισμός των συλλογικών θεσμών δεν είναι απόρροια νομοθετικού συντηρητισμού αλλά εξέλιξη αναγκαία για τη δημοκρατική λειτουργία της αγοράς εργασίας.