Οι διμερείς σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Βενεζουέλας αποτελούν ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα μακροχρόνιας, ασύμμετρης και αντιφατικής αλληλεπίδρασης στο δυτικό ημισφαίριο. Πρόκειται για μια σχέση που δεν καθορίστηκε αποκλειστικά από ιδεολογικές αντιπαραθέσεις ή προσωπικότητες ηγετών, αλλά από βαθύτερους δομικούς παράγοντες, με κυρίαρχο τον ρόλο της Βενεζουέλας ως ενεργειακής δύναμης και τη σταθερή επιδίωξη των ΗΠΑ να διατηρούν τον στρατηγικό έλεγχο της Λατινικής Αμερικής.

Κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια του 20ού αιώνα, οι σχέσεις Ουάσιγκτον–Καράκας χαρακτηρίζονταν από πραγματιστική συνεργασία. Η Βενεζουέλα υπήρξε ένας από τους πλέον αξιόπιστους προμηθευτές πετρελαίου των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ το πολιτικό της σύστημα, παρά τις αδυναμίες του, εντασσόταν στο ευρύτερο φιλοδυτικό πλαίσιο της περιοχής. Η ενεργειακή αλληλεξάρτηση λειτουργούσε ως σταθεροποιητικός παράγοντας, επιτρέποντας στις ΗΠΑ να ανεχθούν εσωτερικές παθογένειες, εφόσον δεν απειλούνταν τα θεμελιώδη στρατηγικά τους συμφέροντα.

Η ποιοτική μεταβολή επήλθε με την άνοδο του Ούγκο Τσάβες στην εξουσία το 1999. Η υιοθέτηση ενός ρητά αντιαμερικανικού λόγου, η επανανοηματοδότηση της εθνικής κυριαρχίας μέσω της κρατικοποίησης των ενεργειακών πόρων και η προσπάθεια οικοδόμησης ενός εναλλακτικού περιφερειακού πόλου ισχύος σηματοδότησαν τη μετάβαση από τη συνεργασία στη δομική αντιπαράθεση. Παρά ταύτα, ακόμη και σε αυτή τη φάση, η ενεργειακή σχέση δεν διεκόπη πλήρως, αποδεικνύοντας ότι οι διμερείς σχέσεις διατηρούσαν έναν λειτουργικό χαρακτήρα πίσω από τη ρητορική σύγκρουση.

Μετά τον θάνατο του Τσάβες και την ανάληψη της εξουσίας από τον Νικολάς Μαδούρο, η ισορροπία αυτή κατέρρευσε. Η εσωτερική πολιτική και οικονομική κρίση της Βενεζουέλας, η αυξανόμενη αυταρχικοποίηση του καθεστώτος και η αδυναμία διαχείρισης των ενεργειακών πόρων μετέτρεψαν τη χώρα από προβληματικό εταίρο σε στρατηγικό βάρος για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επιβολή κυρώσεων και η σταδιακή διπλωματική απομόνωση του Καράκας δεν αποτέλεσαν απλώς μέτρα πίεσης, αλλά μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής αποδόμησης του καθεστώτος.

Η περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων επιταχύνθηκε από τη στροφή της Βενεζουέλας προς την Κίνα και τη Ρωσία. Η ενεργειακή εξάρτηση από την κινεζική αγορά και η πολιτικο-στρατιωτική συνεργασία με τη Μόσχα προσέδωσαν στη διμερή σχέση με τις ΗΠΑ χαρακτήρα γεωπολιτικού ανταγωνισμού μηδενικού αθροίσματος. Για την Ουάσιγκτον, η Βενεζουέλα έπαψε να αποτελεί απλώς ένα αυταρχικό καθεστώς και μετατράπηκε σε κόμβο διείσδυσης ανταγωνιστικών δυνάμεων στο αμερικανικό υπογάστριο.

Η επάνοδος του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία επιβεβαίωσε αυτή τη θεώρηση. Η πολιτική του έναντι της Βενεζουέλας δεν περιορίστηκε σε διπλωματική απομόνωση ή οικονομικές κυρώσεις, αλλά εντάχθηκε σε μια ευρύτερη αντίληψη επαναχάραξης των σχέσεων των ΗΠΑ με τη Λατινική Αμερική στη βάση της άμεσης ισχύος. Η Βενεζουέλα αποτέλεσε, υπό αυτή την οπτική, το πλέον πρόσφορο πεδίο για την επίδειξη αποφασιστικότητας και την αποστολή αποτρεπτικού μηνύματος προς τρίτους περιφερειακούς δρώντες.

Η σύλληψη του Μαδούρο και η στρατιωτική επέμβαση δεν συνιστούν ρήξη με το παρελθόν, αλλά την κορύφωση μιας μακράς διαδικασίας αποδόμησης των διμερών σχέσεων. Πρόκειται για το σημείο στο οποίο η Ουάσιγκτον εγκαταλείπει κάθε προσδοκία μεταβολής συμπεριφοράς μέσω πίεσης και επιλέγει τη ριζική αναδιαμόρφωση του πολιτικού τοπίου στη Βενεζουέλα. Η μετάβαση από τη στρατηγική της ανάσχεσης στη στρατηγική της άμεσης παρέμβασης αποτυπώνει τη συνολική μετατόπιση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής προς έναν απροκάλυπτο ρεαλισμό.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι διμερείς σχέσεις ΗΠΑ–Βενεζουέλας παύουν να υφίστανται ως ισότιμη διακρατική σχέση και επαναπροσδιορίζονται ως σχέση επιβολής και αναδιάταξης. Το τελικό ζητούμενο για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι η αποκατάσταση της συνεργασίας με το Καράκας υπό τους παλαιούς όρους, αλλά η εγκαθίδρυση ενός νέου πλαισίου εξάρτησης, όπου η Βενεζουέλα θα λειτουργεί ως ενεργειακά αξιοποιήσιμος και γεωπολιτικά προβλέψιμος δρων.

Η πορεία των διμερών σχέσεων αποκαλύπτει, εν τέλει, ότι η σύγκρουση δεν υπήρξε αναπόφευκτη λόγω ιδεολογίας, αλλά αποτέλεσμα συσσωρευμένων δομικών ασυμβατοτήτων. Η Βενεζουέλα, ως κράτος με τεράστιο ενεργειακό πλούτο και αδύναμους θεσμούς, βρέθηκε επανειλημμένα στο επίκεντρο ανταγωνιστικών στρατηγικών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την πλευρά τους, αντιμετώπισαν τη χώρα όχι ως κυρίαρχο εταίρο, αλλά ως κρίσιμο γεωπολιτικό χώρο, του οποίου ο έλεγχος θεωρείται ζωτικός για την περιφερειακή τους ηγεμονία.