Οι μαζικές κινητοποιήσεις στο Ιράν δεν συνιστούν απλώς μια κορύφωση κοινωνικής δυσαρέσκειας, αλλά αποκαλύπτουν ένα βαθύτερο φαινόμενο θεσμικής εξάντλησης και στρατηγικής ακινησίας του κράτους. Το κρίσιμο στοιχείο που διαφοροποιεί τη σημερινή συγκυρία από προηγούμενες περιόδους αναταραχής δεν είναι μόνο η ένταση ή η γεωγραφική διασπορά των διαδηλώσεων, αλλά η ταυτόχρονη κατάρρευση πολλαπλών πυλώνων κρατικής λειτουργικότητας: οικονομική διαχείριση, πολιτική εκπροσώπηση, κοινωνική ενσωμάτωση και διοικητική αποτελεσματικότητα. Η κρίση, επομένως, δεν είναι μονοδιάστατη αλλά πολυεπίπεδη, και εξελίσσεται σε δομικό πρόβλημα διακυβέρνησης.
Το ιρανικό πολιτικό σύστημα εμφανίζει χαρακτηριστικά κλειστής ελίτ με αντίσταση προσαρμογής σε κοινωνικές μεταβολές. Η μακροχρόνια υπερσυγκέντρωση εξουσίας σε μη εκλεγμένα κέντρα έχει οδηγήσει σε ένα παράδοξο αποτέλεσμα: ενώ το κράτος διατηρεί ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου, έχει απολέσει την ικανότητα παραγωγής συναίνεσης. Η πολιτική νομιμοποίηση δεν ανανεώνεται μέσω αποτελεσματικών πολιτικών, αλλά συντηρείται μέσω καταναγκασμού και ιδεολογικής επίκλησης, στρατηγική που εμφανίζει πλέον φθίνουσα απόδοση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η κρίση κρατικής ικανότητας. Το κράτος αποτυγχάνει όχι μόνο να προστατεύσει το βιοτικό επίπεδο των πολιτών, αλλά και να διαχειριστεί βασικές λειτουργίες καθημερινότητας, όπως η σταθερή παροχή ενέργειας, νερού και βασικών υποδομών. Αυτή η λειτουργική αποσάθρωση διαβρώνει την κρατική αυθεντία σε επίπεδο εμπειρίας ζωής: η εξουσία δεν αμφισβητείται μόνο ιδεολογικά, αλλά βιώνεται ως αναποτελεσματική. Στην πολιτική επιστήμη, η απώλεια λειτουργικής αξιοπιστίας αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες απονομιμοποίησης, συχνά πιο καθοριστικό από την απώλεια ιδεολογικής ηγεμονίας.
Παράλληλα, η κοινωνική σύνθεση των κινητοποιήσεων παρουσιάζει μια νέα ποιότητα. Δεν πρόκειται για εξεγέρσεις του περιθωρίου ή για αποσπασματικές εκρήξεις νεανικής αγανάκτησης, αλλά για μια ευρεία κοινωνική συμμαχία, όπου μεσαία στρώματα, εργαζόμενοι, μικρομεσαίοι παραγωγοί και νέοι αστοί συνυπάρχουν στο ίδιο πεδίο διαμαρτυρίας. Αυτή η σύγκλιση ακυρώνει την παραδοσιακή κρατική αφήγηση περί «ειδικών ομάδων» ή «ακραίων στοιχείων» και μετατρέπει τη διαμαρτυρία σε καθολικό κοινωνικό φαινόμενο. Η απουσία σαφούς κοινωνικού διαχωρισμού δυσχεραίνει τη στοχευμένη καταστολή και αυξάνει το πολιτικό κόστος της γενικευμένης βίας.
Αξιοσημείωτη είναι και η γεωγραφία της διαμαρτυρίας. Η εξάπλωση των κινητοποιήσεων πέρα από το μητροπολιτικό κέντρο και η ένταξή τους σε περιφερειακές πόλεις υποδηλώνει ότι η κρίση δεν αφορά μόνο την αστική διανόηση ή τα μεγάλα οικονομικά κέντρα, αλλά διατρέχει τον κοινωνικό ιστό σε οριζόντιο επίπεδο. Η περιφερειακή διάσταση ενισχύει τον χαρακτήρα της κρίσης ως εθνικής και όχι τοπικής, περιορίζοντας τις δυνατότητες απομόνωσης ή γεωγραφικού περιορισμού της αμφισβήτησης.
Σε επίπεδο πολιτικής οικονομίας, η κυβερνητική στρατηγική διαχείρισης της κρίσης εμφανίζει εσωτερικές αντιφάσεις. Από τη μία πλευρά, επιχειρείται δημοσιονομική αυστηροποίηση μέσω αυξήσεων φόρων και περιορισμού επιδοτήσεων· από την άλλη, διατηρούνται υψηλά επίπεδα κρατικής παρέμβασης χωρίς αντίστοιχη αποτελεσματικότητα. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: η κοινωνία αντιλαμβάνεται την πολιτική ως αναδιανομή της κρίσης από το κράτος προς τους πολίτες, ενώ το κράτος αντιμετωπίζει τη λαϊκή αντίδραση ως απειλή αντί ως ένδειξη πολιτικής αποτυχίας. Η απουσία συνεκτικής οικονομικής στρατηγικής ενισχύει την πεποίθηση ότι το σύστημα δεν διαθέτει πλέον σχέδιο εξόδου.
Η έντονη και αδιακρίτως εφαρμοζόμενη χρήση βίας υποδηλώνει στρατηγική ανασφάλεια. Όταν η καταστολή προηγείται της πολιτικής διαπραγμάτευσης, το κράτος αποκαλύπτει την αδυναμία του να ενσωματώσει αιτήματα ή να αναδιατυπώσει το κοινωνικό συμβόλαιο. Επιπλέον, η συστηματική διακοπή επικοινωνιακών δικτύων και η περιορισμένη ροή πληροφόρησης πλήττουν την οικονομία, την κοινωνική συνοχή και τη διεθνή αξιοπιστία, χωρίς να εξαλείφουν τη βασική αιτία της διαμαρτυρίας.
Είναι πρόδηλο ότι το καθεστώς βρίσκεται ενώπιον ενός δομικού αδιεξόδου. Η διατήρηση της εξουσίας μέσω καταναγκαστικών μέσων αυξάνει το κόστος διακυβέρνησης και μειώνει τα περιθώρια μελλοντικής σταθεροποίησης. Αντιθέτως, η ουσιαστική πολιτική αναπροσαρμογή προϋποθέτει παραχωρήσεις που το ίδιο το σύστημα δυσκολεύεται να αποδεχθεί, καθώς θα υπονόμευαν τις θεμελιώδεις του ισορροπίες. Αυτή η στρατηγική παγίδευση εξηγεί γιατί οι κρίσεις επανεμφανίζονται κυκλικά, κάθε φορά με μεγαλύτερη ένταση και μικρότερη δυνατότητα εκτόνωσης.
Τέλος, η παρούσα συγκυρία πρέπει να αναγνωσθεί και ως κρίση μέλλοντος. Ένα πολιτικό σύστημα που αδυνατεί να προσφέρει ορατό ορίζοντα κοινωνικής κινητικότητας, οικονομικής ασφάλειας και θεσμικής αξιοπρέπειας χάνει σταδιακά τη δυνατότητα να πείσει τις νεότερες γενιές να επενδύσουν σε αυτό. Η απονομιμοποίηση δεν είναι στιγμιαία, αλλά σωρευτική. Υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμη και αν οι κινητοποιήσεις υποχωρήσουν προσωρινά, οι δομικές αιτίες παραμένουν ενεργές, καθιστώντας την κρίση επαναλαμβανόμενη και δυνητικά βαθύτερη.
Πρόσφατα σχόλια