Η παρατεταμένη κοινωνική κινητοποίηση στους δρόμους της Τεχεράνης, η οποία εισέρχεται πλέον στη δεύτερη εβδομάδα συνεχόμενων διαδηλώσεων, συνιστά ένα από τα σοβαρότερα επεισόδια πολιτικής αμφισβήτησης που έχει αντιμετωπίσει η χώρα τις τελευταίες δεκαετίες. Η σχεδόν καθολική διακοπή πρόσβασης στο διαδίκτυο από το βράδυ της Πέμπτης δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό μέτρο ελέγχου, αλλά μια στρατηγική επιλογή διαχείρισης κρίσης, ενταγμένη σε ένα ευρύτερο δόγμα ασφάλειας που επιδιώκει την απομόνωση του εσωτερικού πληροφοριακού χώρου και τη διάρρηξη της συλλογικής δράσης.

Παρά τους περιορισμούς στη ροή πληροφόρησης, τα αποσπασματικά οπτικοακουστικά τεκμήρια και οι μαρτυρίες που διακινούνται μέσω εναλλακτικών δικτύων επικοινωνίας καταδεικνύουν γεωγραφική διάχυση των διαμαρτυριών σε πολλαπλά αστικά κέντρα. Η αδυναμία ανεξάρτητης επαλήθευσης όλων των αναφορών δεν αναιρεί το βασικό πολιτικό δεδομένο: το κράτος αντιμετωπίζει μια κρίση νομιμοποίησης που δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες κοινωνικές ομάδες, αλλά διαπερνά ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού.

Η επιλογή των αρχών να πλαισιώσουν τις κινητοποιήσεις ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας και όχι ως κοινωνική ή πολιτική διαμαρτυρία μεταβάλλει ριζικά το πλαίσιο διαχείρισης της κρίσης. Οι διαδηλωτές παύουν να αντιμετωπίζονται ως φορείς αιτημάτων και αναγορεύονται σε απειλή προς τη σταθερότητα του κράτους, γεγονός που διευκολύνει θεσμικά και επιχειρησιακά την κλιμάκωση της καταστολής. Η εμπειρική παρατήρηση από περιφερειακές περιοχές, όπου καταγράφηκε χρήση πραγματικών πυρών και εκτεταμένη βία, υποδηλώνει ότι οι δίαυλοι διαμεσολάβησης μεταξύ κοινωνίας και εξουσίας στενεύουν επικίνδυνα, αυξάνοντας την πιθανότητα ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η στάση και η συνοχή των ενόπλων και ασφαλιστικών μηχανισμών αναδεικνύονται σε κρίσιμο μεταβλητό παράγοντα. Η οικονομική πίεση, η κοινωνική απονομιμοποίηση, η συσσώρευση αποκαλύψεων περί διαφθοράς και η ορατή απόσταση μεταξύ της ζωής των ελίτ και της καθημερινότητας των πολιτών διαβρώνουν σταδιακά την πίστη τμημάτων του κρατικού μηχανισμού. Παρά ταύτα, δεν υφίστανται μέχρι στιγμής σαφή τεκμήρια δομικής ρήξης στο εσωτερικό της κατασταλτικής ισχύος του κράτους. Αντιθέτως, μια πλήρης και απροκάλυπτη παρέμβαση των σκληρών πυρήνων εξουσίας παραμένει ένα ρεαλιστικό ενδεχόμενο, με στόχο την επαναφορά του ελέγχου μέσω φόβου και παραδειγματικής βίας.

Παράλληλα, ο έλεγχος των επικοινωνιών εξελίσσεται σε κεντρικό πεδίο πολιτικής σύγκρουσης. Η συστηματική αποκοπή της χώρας από το παγκόσμιο διαδίκτυο, σε συνδυασμό με τεχνικές παρεμβολής δορυφορικών ή εναλλακτικών υποδομών, υποδηλώνει μετάβαση σε ένα πιο εξελιγμένο μοντέλο ψηφιακού αυταρχισμού. Πρόκειται για συνειδητή προσπάθεια όχι μόνο καταστολής της πληροφόρησης, αλλά και αναστολής της δυνατότητας συλλογικού συντονισμού, στοιχείο κρίσιμο για τη βιωσιμότητα των κινημάτων διαμαρτυρίας.

Ταυτόχρονα, το πολιτικό πεδίο περιπλέκεται από την επανεμφάνιση εναλλακτικών αφηγήσεων εξουσίας. Η δημόσια απήχηση προσώπων που συνδέονται με το προεπαναστατικό παρελθόν, καθώς και η μετατόπιση της ρητορικής ορισμένων διαδηλωτών προς πιο ριζικές μορφές αμφισβήτησης της υφιστάμενης κρατικής αρχιτεκτονικής, συνιστούν ποιοτική διαφοροποίηση σε σχέση με προηγούμενους κύκλους κινητοποιήσεων. Παράλληλα, η κατηγορηματική στάση της ανώτατης ηγεσίας ότι το σύστημα δεν πρόκειται να υποχωρήσει ενισχύει το αδιέξοδο και περιορίζει τα περιθώρια συμβιβασμού.

Μέχρι πρόσφατα, ένα από τα επικρατέστερα σενάρια αφορούσε την ανάδυση μιας εσωτερικής μεταρρυθμιστικής λύσης, με τη μορφή μιας ελεγχόμενης αναδιάταξης εξουσίας χωρίς ανατροπή της βασικής δομής του καθεστώτος. Ωστόσο, η ένταση και η κοινωνική εμβέλεια των τρεχουσών εξελίξεων έχουν αποδυναμώσει αυτή την προοπτική, χωρίς να την ακυρώσουν πλήρως. Παράλληλα, σενάρια φυγής ή αποχώρησης κορυφαίων προσώπων, καθώς και συγκρίσεις με άλλα διεθνή παραδείγματα ανθεκτικών ή αποτυχημένων καθεστώτων, αναδεικνύουν την αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τη φάση αυτή.

Το πιθανότερο συμπέρασμα, με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, είναι ότι η χώρα εισέρχεται σε μια παρατεταμένη περίοδο πολιτικής ρευστότητας, όπου κανένα σενάριο δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο. Η επόμενη ημέρα, είτε προκύψει μέσω βίαιης επιβολής τάξης, είτε μέσω εσωτερικής αναδιάρθρωσης, είτε μέσω απρόβλεπτης κατάρρευσης ισορροπιών, θα κριθεί από τη δυναμική αλληλεπίδραση κοινωνίας, κρατικών μηχανισμών και διεθνών παραγόντων. Με την πληροφορία αυστηρά φιλτραρισμένη και τον δημόσιο χώρο σε καθεστώς ασφυξίας, η πλήρης αποτίμηση των εξελίξεων παραμένει εξαιρετικά δύσκολη, καθιστώντας την παρούσα συγκυρία μία από τις πλέον κρίσιμες καμπές στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας.