Το κεντρικό πρόβλημα του Ιράν δεν είναι η αμφισβήτηση της εξουσίας per se, αλλά η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να λειτουργήσει ως φορέας μέλλοντος. Η εξουσία, εγκλωβισμένη σε μηχανισμούς αυτοσυντήρησης, έχει πάψει να παράγει αφήγημα ιστορικής συνέχειας και κοινωνικής προοπτικής, μετατρεπόμενη σε διαχειριστή ενός παρατεταμένου παρόντος χωρίς ορίζοντα υπέρβασης. Όταν το κράτος δεν μπορεί να πείσει ότι υπάρχει ένα αύριο στο οποίο αξίζει να επενδύσει η κοινωνία, η πολιτική νομιμοποίηση παύει να ανανεώνεται ακόμη και αν οι μηχανισμοί καταναγκασμού παραμένουν λειτουργικοί.
Η κρίση αυτή επιδεινώνεται από τη δομική αδυναμία του συστήματος να ανανεώσει τις ελίτ του και να διαχειριστεί με θεσμική σαφήνεια το ζήτημα της πολιτικής διαδοχής. Η εξουσία αναπαράγεται ενδογενώς, χωρίς κοινωνική διεύρυνση και χωρίς ανανέωση συμβολικού κεφαλαίου, γεγονός που οδηγεί σε στρατηγική ακινησία. Οι ελίτ, φοβούμενες την απώλεια θέσης σε ένα αβέβαιο μέλλον, αποφεύγουν κάθε ουσιαστική μεταρρύθμιση και προκρίνουν τη διατήρηση μιας εύθραυστης ισορροπίας. Το αποτέλεσμα δεν είναι σταθερότητα, αλλά παράλυση, καθώς η πολιτική μετατρέπεται σε διαχείριση κινδύνου αντί σε διαδικασία λήψης αποφάσεων με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Παράλληλα, το γενεαλογικό χάσμα μεταξύ εξουσίας και κοινωνίας έχει προσλάβει στρατηγικές διαστάσεις. Η ιδεολογική γλώσσα και τα ιστορικά νομιμοποιητικά σχήματα του κράτους απευθύνονται σε κοινωνικά υποκείμενα που δεν συγκροτούν πλέον τον κορμό της κοινωνίας. Οι νεότερες γενιές δεν βιώνουν την εξουσία ως ιστορική κατάκτηση, αλλά ως δεδομένο περιορισμό, χωρίς ανταποδοτικότητα σε όρους προοπτικής. Η αποσύνδεση αυτή δεν εκφράζεται απλώς με πολιτισμικούς όρους, αλλά μεταφράζεται σε απώλεια πολιτικής επένδυσης: η κοινωνία παύει να προσδοκά κάτι από το σύστημα και αναζητά ατομικές ή εξωτερικές διεξόδους. Η φυγή προσδοκιών, ακόμη και χωρίς μαζική φυσική μετανάστευση, αποτελεί μορφή σιωπηρής απονομιμοποίησης που υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της εξουσίας.
Η αδυναμία του κράτους να αρθρώσει πειστικό αφήγημα μέλλοντος συνδέεται άμεσα με την αποτυχία του να διαχειριστεί αποτελεσματικά τον ιστορικό χρόνο. Το σύστημα λειτουργεί με όρους αναβολής, μεταθέτοντας διαρκώς το κόστος των επιλογών στο μέλλον, χωρίς όμως να δημιουργεί τις προϋποθέσεις υπέρβασής τους. Η οικονομική πολιτική, η θεσμική ακαμψία και η κοινωνική στασιμότητα συγκλίνουν σε ένα μοντέλο διακυβέρνησης που εξαντλεί το παρόν χωρίς να επενδύει στο αύριο. Σε τέτοιες συνθήκες, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν χρειάζεται να μεταφραστεί σε οργανωμένο πολιτικό σχέδιο για να είναι επικίνδυνη· αρκεί να είναι διάχυτη, διαρκής και αποσυνδεδεμένη από κάθε προσδοκία θεσμικής επίλυσης.
Η ενίσχυση των μηχανισμών καταστολής σε αυτό το πλαίσιο δεν αποτελεί ένδειξη στρατηγικής ισχύος, αλλά ένδειξη δομικής αδυναμίας. Η καταστολή υποκαθιστά την πολιτική ακριβώς επειδή η πολιτική έχει απολέσει την ικανότητά της να μετασχηματίζει τη σύγκρουση σε συναίνεση ή έστω σε διαχειρίσιμη αντιπαράθεση. Όσο περισσότερο το κράτος επενδύει στον καταναγκασμό ως βασικό εργαλείο σταθερότητας, τόσο περισσότερο επιβεβαιώνει ότι δεν διαθέτει μηχανισμούς ανανέωσης και προσαρμογής. Η εξουσία διατηρείται, αλλά δεν αναπαράγεται με όρους νομιμοποίησης, γεγονός που αυξάνει εκθετικά το κόστος κάθε μελλοντικής κρίσης.
Στο βάθος αυτής της διαδικασίας βρίσκεται μια κρίση ιστορικής προοπτικής. Το κράτος δεν καταρρέει επειδή αμφισβητείται, αλλά επειδή αδυνατεί να πείσει ότι έχει θέση στο μέλλον της κοινωνίας που κυβερνά. Η απουσία στρατηγικού ορίζοντα καθιστά κάθε πρόσκαιρη σταθεροποίηση προσωρινή και κάθε καταστολή αναβλητική. Υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμη και η σιωπή δεν συνιστά συναίνεση, αλλά ένδειξη απόσυρσης. Η κρίση στο Ιράν, συνεπώς, δεν είναι απλώς πολιτική ή κοινωνική· είναι κρίση ιστορικού χρόνου, αναπαραγωγής της εξουσίας και σχέσης κράτους–μέλλοντος, στοιχεία που, όταν αποσυνδέονται, καθιστούν τη σταθερότητα δομικά εύθραυστη.
Πρόσφατα σχόλια