Η έκρηξη μαζικών κινητοποιήσεων στο Ιράν είναι το αποτέλεσμα ενός αυταρχικού, ιδεολογικά κλειστού και θεσμικά άκαμπτου συστήματος, το οποίο αδυνατεί να προσαρμοστεί στις υλικές και κοινωνικές απαιτήσεις ενός πληθυσμού που βρίσκεται υπό διαρκή οικονομική πίεση. Το Ιράν δεν λειτουργεί ως κράτος με ουδέτερους οικονομικούς θεσμούς ή με μηχανισμούς κοινωνικής διαπραγμάτευσης, αλλά ως ένα συγκεντρωτικό καθεστώς όπου η οικονομία αποτελεί εργαλείο πολιτικού ελέγχου, ιδεολογικής πειθαρχίας και αναπαραγωγής της εξουσίας.

Η δομή της οικονομίας χαρακτηρίζεται από εκτεταμένη κρατική με στρατηγικούς τομείς –ενέργεια, πετρέλαιο, βαριά βιομηχανία, χρηματοπιστωτικό σύστημα, εισαγωγές βασικών αγαθών– να βρίσκονται υπό τον έλεγχο κρατικών οργανισμών, θρησκευτικών ιδρυμάτων και μηχανισμών ασφαλείας. Η απουσία πραγματικού ανταγωνισμού, η πολιτικοποίηση της κατανομής πόρων και η συστηματική στρέβλωση των τιμών έχουν οδηγήσει σε χρόνια χαμηλή παραγωγικότητα, επενδυτική αποστροφή και εξάρτηση της κοινωνίας από κρατικά επιδόματα και ρυθμίσεις, οι οποίες λειτουργούν περισσότερο ως μηχανισμός προσωρινής εκτόνωσης παρά ως βιώσιμη κοινωνική πολιτική.

Ο πληθωρισμός έχει μετατραπεί σε μόνιμο διαρθρωτικό φαινόμενο, αποδυναμώνοντας το πραγματικό εισόδημα τόσο της εργατικής όσο και της μεσαίας τάξης, ενώ η συνεχής υποτίμηση του ριάλ έχει διαβρώσει τις αποταμιεύσεις και έχει ενισχύσει την κοινωνική ανασφάλεια. Η κατάργηση ή ο περιορισμός επιδοτούμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών για εισαγωγές βασικών προϊόντων επιδείνωσε δραματικά το κόστος ζωής, προκαλώντας απότομες αυξήσεις σε τρόφιμα, καύσιμα και φάρμακα. Τα κρατικά μέτρα ανακούφισης, περιορισμένα και αποσπασματικά, δεν μπορούν να αντισταθμίσουν τη συστημική αποτυχία μιας οικονομίας που λειτουργεί χωρίς διαφάνεια, λογοδοσία και κοινωνική συναίνεση.

Η οικονομική κρίση μετασχηματίστηκε σε πολιτική κρίση τη στιγμή που η κοινωνική δυσαρέσκεια έπαψε να είναι κατακερματισμένη και απέκτησε μαζικά και γεωγραφικά εκτεταμένα χαρακτηριστικά. Οι κινητοποιήσεις, οι οποίες ξεκίνησαν από κοινωνικές ομάδες παραδοσιακά ενσωματωμένες στο καθεστώς, όπως οι έμποροι των παζαριών, και επεκτάθηκαν σε φοιτητές, εργαζόμενους και αστικά στρώματα, σηματοδοτούν τη διάρρηξη ενός άτυπου κοινωνικού συμβολαίου ανοχής. Το γεγονός ότι τα αιτήματα μετατοπίστηκαν ταχύτατα από οικονομικές διεκδικήσεις σε ανοιχτή αμφισβήτηση της απολυταρχικής εξουσίας καταδεικνύει ότι η κρίση δεν αφορά απλώς τη διαχείριση της οικονομίας, αλλά τη συνολική νομιμοποίηση του συστήματος.

Η απάντηση του καθεστώτος υπήρξε συνεπής με τη φύση του: εκτεταμένη καταστολή, μαζικές συλλήψεις, χρήση βίας, περιορισμός της πληροφόρησης και ψηφιακός αποκλεισμός. Αντί να λειτουργήσει ως μηχανισμός εκτόνωσης, η καταστολή ενίσχυσε τη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνικής διαμαρτυρίας, επιβεβαιώνοντας ότι το κράτος δεν διαθέτει θεσμικά εργαλεία πολιτικής ενσωμάτωσης ή ειρηνικής διαπραγμάτευσης. Σε ένα αυταρχικό καθεστώς, όπου η οικονομία δεν είναι αυτόνομος κοινωνικός χώρος αλλά προέκταση της ιδεολογικής και πολιτικής κυριαρχίας, η αποτυχία της οικονομικής διαχείρισης μετατρέπεται αναπόφευκτα σε κρίση εξουσίας.

Η παρούσα συγκυρία αποκαλύπτει μια βαθύτερη δομική αντίφαση: ένα καθεστώς που στηρίζεται στον αυστηρό έλεγχο της κοινωνίας και στην ιδεολογική πειθαρχία δεν μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά μια σύνθετη οικονομία υπό συνθήκες διεθνούς πίεσης, τεχνολογικής υστέρησης και κοινωνικής διαφοροποίησης. Η απουσία θεσμικής προσαρμοστικότητας, η διαφθορά, η κακοδιαχείριση και η αποσύνδεση της πολιτικής ελίτ από την κοινωνική πραγματικότητα δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα, στο οποίο η οικονομική δυσπραγία λειτουργεί ως καταλύτης πολιτικής αποσταθεροποίησης.

Η εξέγερση που ταλανίζει σήμερα το Ιράν δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως παροδική αναταραχή, αλλά ως σύμπτωμα μιας βαθιάς κρίσης πολιτικής οικονομίας και καθεστωτικής βιωσιμότητας. Όσο η οικονομία παραμένει εργαλείο ελέγχου και όχι κοινωνικής ανάπτυξης, και όσο η εξουσία επιλέγει την καταστολή η απόσταση μεταξύ κράτους και κοινωνίας θα διευρύνεται, καθιστώντας την κρίση όχι μόνο επίμονη αλλά και δομικά αναπαραγόμενη.